Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

Γερόλυκοι


Ο κύριος Γιώργος, γνωστός και ως Χόρχε κοντεύει τα εβδομήντα. Εδώ και ένα χρόνο βρίσκεται σε ένα κέντρο αποκατάστασης στη Θεσσαλονίκη, ύστερα από βαρύ εγκεφαλικό από το οποίο ευτυχώς επιβίωσε. Δυστυχώς, όμως, του άφησε μερικά κουσούρια με εμφανέστερο ένα στράβωμα του στόματος προς τα δεξιά, που όταν μιλάει τον κάνει να μοιάζει με Αμερικάνο από το Τέξας. Ψηλός, το στυλ του κρεμανταλά που έλεγαν παλιά, με μακρύ λιγδωμένο μαλλί και μούσι αραιό αλλά μακρύ, μοιάζει πιο πολύ με δυτικοευρωπαίο παρά με Έλληνα.

Ο κύριος Γιώργος, που από εδώ και πέρα θα τον λέμε Χόρχε, είναι αυτό που λέμε βίος και πολιτεία. Ξεκίνησε να κάνει τον μπάρμαν, μετά το στρατιωτικό για να τσοντάρει στα οικονομικά του σπιτιού που κάθε άλλο παρά ανθηρά ήταν μετά τον πρόσφατο, τότε, χαμό του πατέρα. Αφού πέρασε μια δεκαετία, σερβίροντας στα πιο γνωστά μαγαζιά της Θεσσαλονίκης, κατέληξε στη Μύκονο. Η Μύκονος, τότε, δεν ήταν αυτό που είναι σήμερα αλλά είχε ήδη αρχίσει να συγκεντρώνει κόσμο και κοσμάκη. Σιγά σιγά απέκτησε φήμη και γνωριμίες αλλά μια στραβή (για την οποία ακόμα και σήμερα δεν θέλει να μιλάει) τον ανάγκασε να μετακομίσει στην Πάρο, για να αποφύγει τα χειρότερα. Η Πάρος, δεν ήταν Μύκονος, αλλά εκείνη την εποχή φτιαχνόταν. Μπασμένος όπως ήταν στα κόλπα της νύχτας, αξιοποίησε ένα κομπόδεμα που είχε μαζέψει, «σκότωσε» και ένα διαμερισματάκι της μάνας του, που εν τω μεταξύ είχε συγχωρεθεί, και άνοιξε το δικό του μαγαζί.

Ροκ μπαρ, που άφησε εποχή. Σκληρές ροκιές, λίγα φώτα, καπνός και καθαρό αλκοόλ.  Σε αυτό το τελευταίο ήταν κάθετος. Στο δικό του το μαγαζί, μπόμπες δεν έμπαιναν. Αυτός φυσικά δεν ήταν πλέον πίσω από την μπάρα καθώς είχε βρει νέα φυντάνια για τη δουλειά αυτή. Ο Χόρχε έγινε ένας ζωντανός θρύλος. Τα τρελά πάρτι, στο μαγαζί του στη Νάουσα, τα συζητούν ακόμα στο νησί και όχι μόνο. Από το κρεβάτι του, είχαν περάσει γενιές ολόκληρες, ξανθών βόρειων αγγέλων. Έκανε και δύο γάμους που δεν ευδοκίμησαν. Πρώτα με την Μπριγκίτε, μια τρελοροκού από το Ανόβερο και μετά την Έλσυ, ένα καλό κορίτσι, από την Στοκχόλμη. Θυελλώδεις έρωτες, που κατέληξαν σε εξίσου θυελλώδη διαζύγια, αφού αυτός δεν ήταν για νοικοκυρέματα.

Μπορεί για νοικοκυρέματα να μην ήταν, αλλά μυαλό είχε. Έτσι κατάφερε και κράτησε μερικά από τα λεφτά που πέρασαν από τα χέρια του. Στην κατάλληλη στιγμή μπόρεσε και «έσπρωξε» το θρυλικό μαγαζί σε δύο παιδιά που δούλευαν γι αυτόν και έτσι έκανε ένα εξαιρετικό retirement plan, που θα του επέτρεπε να ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια του, ζάχαρη.

Δυστυχώς, όμως, ήλθε το εγκεφαλικό και αυτός που δεν μάσησε μπροστά σε κανέναν στη νύχτα, βρέθηκε να περπατάει υποβασταζόμενος και να κατουράει σε πάπιες μέχρι τελικά να τα καταφέρει, μετά από πολύ προσπάθεια, να εξυπηρετεί τον εαυτό του. Τώρα περνάει τον χρόνο του σε ένα δωμάτιο κέντρου αποκατάστασης, κάνει τις φυσιοθεραπείες του, την πέφτει «for the good old times shake» στις νοσοκόμες και ακούει την αγαπημένη του heavy metal μουσική από το κινητό και βαριέται αφάνταστα.

Ασυμβίβαστος και μάλλον αυτοκαταστροφικός, έχει στήσει ολόκληρο κύκλωμα που θα το ζήλευαν ακόμα και φυλακόβιοι. Έναντι αμοιβής καταφέρνει και μπάζει μέσα στην κλινική από «αθώα» πιτόγυρα που παρακάμπτουν το αυστηρό διαιτολόγιο, μέχρι σκληρά ποτά και χόρτο. Συνένοχος του και διεκπαιρεωτής ο Ιγκόρ, ένας νοσηλευτής από τον Καύκασο και η Αγνή, μια μάλλον αγαθή πιτσιρίκα νοσοκόμα που έχει φάει τόσο παραμύθι από αυτόν, που του κάνει όλα τα χατίρια και χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα μάλιστα.

Ο κύριος Παύλος, ο Παυλάκης όπως τον αποκαλούσαν φίλοι και συνάδελφοι, έχει καβατζάρει τα εξήντα αλλά μοιάζει μεγαλύτερος. Μπασμένος, με μαλλιά κάτασπρα και γυαλάκια με συρμάτινο σκελετό. Ο Παυλάκης ήταν δημόσιος υπάλληλος. Γεννήθηκε σε ένα χωριό έξω από την Έδεσσα. Το γυμνάσιο (το εξατάξιο) τελείωσε αλλά ο πατέρας του υποχρεώθηκε σε έναν συγχωριανό του, που έλυνε και έδενε στο κόμμα, και κατάφερε και τον διόρισε στην εφορία.

Εκεί πέρασε ολόκληρο τον επαγγελματικό του βίο. Ήταν ήσυχος, δεν δημιουργούσε προβλήματα αλλά ούτε μπορούσες να περιμένεις πολλά από αυτόν. Τον είχαν βάλει σε μια θέση διεκπεραίωσης και τον είχαν ξεχάσει. Κυβερνήσεις έρχονταν και έφευγαν, προϊστάμενοι και διευθυντές άλλαζαν, αλλά ο Παυλάκης, εκεί, στην θέση του. Εξέλιξη καμία, αλλά σταθερότητα. Μήνας έμπαινε, μήνας έβγαινε ο μισθουλάκος έμπαινε και ο Παυλάκης ζούσε την ζωή του ήσυχα χωρίς κανένας να ξέρει ποια ακριβώς ήταν αυτή η ζωή.

Δεν παντρεύτηκε, ποτέ του. Δεν έκανε οικογένεια. Μια κοπέλα, από το χωριό, του είχαν κάνει κάποτε προξενιό αλλά τελικά δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν μαζί. Ήταν και η μακαρίτισσα, πλέον, μάνα του που καμιά δεν έβρισκε άξια για τον κανακάρη της και ότι πήγαινε να φτιαχτεί το χαλούσε. Τα χειρότερα έργα, με τις καλύτερες προθέσεις.

Ο Παυλάκης είχε ένα ψώνιο, που κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί όταν τον έβλεπε, ήσυχο ήσυχο να κάθεται στο γραφείο του και να σφραγίζει έγγραφα. Του άρεσε η heavy metal μουσική. Αν τον έβλεπες, από το παρουσιαστικό του, θα έλεγες ότι αυτός μετά βίας να άκουγε Σοπέν και στο Τσακίρ κέφι Τσαϊκόφσκι. Τα φαινόμενα, όμως, απατούν. Από τότε που ήταν νέος, μάζευε δίσκους από τα πιο περίεργα και άγρια συγκροτήματα. Παράγγελνε από το εξωτερικό μπλούζες συγκροτημάτων και αξεσουάρ. Όταν έβγαινε από το σπίτι ντυμένος με την ροκάδικη περιβολή του, δεν υπήρχε περίπτωση να τον αναγνωρίσει συνάδελφος από το γραφείο, ακόμα και αν ερχόταν μούρη με μούρη. Κάπως σα να ζούσε διπλή ζωή.

Ο Παυλάκης, ζούσε ζωή μετρημένη, έκανε υγιεινή διατροφή, περπατούσε με τις ώρες στην παραλία, παρ’όλα αυτά μια μέρα, λίγο μετά την συνταξιοδότηση του, τον βρήκε το εγκεφαλικό. Είδαν και έπαθαν οι γιατροί να τον συνεφέρουν. Από τα διάφορα που έπαθε, το μόνο εμφανές πλέον ήταν ένα στράβωμα στο στόμα, προς την αριστερή πλευρά. Μιλούσε που μιλούσε σιγά μέσα στα δόντια του, το κακό είχε πλέον παραγίνει. Ήθελε μεγάλη προσπάθεια για να τον καταλάβεις.

Μέσα στην ατυχία του, στάθηκε και κάπου τυχερός. Πριν από χρόνια, είχε υποκύψει στις πιέσεις ενός συναδέλφου στην υπηρεσία, που έκανε και τον ασφαλιστή για να εξοικονομήσει τον κάτι παραπάνω. Είχε κάνει ένα πρόσθετο ασφαλιστικό πρόγραμμα και τώρα, στην δύσκολη στιγμή, μπορούσε να απολαύσει τις ακριβές υπηρεσίες ενός κέντρου αποκατάστασης.

Έβαλαν λοιπόν τον Παυλάκη, δίπλα στον Χόρχε. Από την αρχή ήταν ένα αταίριαστο ζευγάρι. Ο ένας ήταν το αντίθετο του άλλου. Μόνη, αστεία, σύνδεση ανάμεσα τους φαινόταν να είναι τα συμμετρικά στραβωμένα, από τα εγκεφαλικά, στόματά τους. Το ένα προς τα δεξιά και το άλλο προς τα αριστερά. Ένας γιατρός που το παρατήρησε μια μέρα, τους είπε γελώντας ότι ήταν σαν τον Παπαδόπουλο και τον Καρνέζη. Τα δύο «μπουζούκια» που κάποτε έπαιζαν και με τον Θεοδωράκη και κρατούσαν τα μπουζούκια τους ανάποδα, ο ένας προς. Το θέαμα της συμμετρίας που παρουσίαζαν ήταν πολύ όμορφο και ασυνήθιστο, ενώ αν τους άκουγες χωρίς να τους βλέπεις, ήταν σα να άκουγες ένα μπουζούκι.

Βέβαια οι δύο φίλοι μας, δεν είχαν καμία σχέση με τα μπουζούκια. Με ηλεκτρικές κιθάρες και μπάσα, μάλιστα. Αλλά με μπουζούκια, όχι. Έμαθαν τυχαία ο ένας για τις μουσικές προτιμήσεις του άλλου. Ο Παυλάκης δεν γέμιζε με τίποτα το μάτι του Χόρχε. «Όχι και ροκάς αυτό το σαμιαμίδι…». Χρειάστηκαν ώρες συζητήσεων, για να φανεί ότι τελικά είχαν τα ίδια μουσικά γούστα και μάλιστα ότι ο Παυλάκης ήξερε πολύ καλά για τι μιλούσε. Από εκεί και πέρα, τακιμιάσανε. Είχε πλάκα να τους ακούς να συζητούν με εκείνη την μυστήρια προφορά, στην οποία τους ανάγκαζε το στραβωμένο στόμα. Μοιράζονταν τα ακουστικά και τις μουσικές και ο καθένας έλεγε τις ιστορίες του.

Ο Χόρχε του διηγούταν ιστορίες για να νύχτες γεμάτες ροκ, σεξ και αλκοόλ επάνω στις μπάρες του μαγαζιού. Ο Παυλάκης άκουγε και ρουφούσε κάθε λέξη, ζώντας μέσα από τις διηγήσεις του ανέλπιστου φίλου του, την ζωή που δεν αξιώθηκε ή δεν τόλμησε να ζήσει. Συμπλήρωνε ιστορίες  που είχε διαβάσει για τα αγαπημένα τους συγκροτήματα και τους ροκ σταρς και τις μοιραζόταν με τον φίλο του, όπως μοιράζονται τους βίους των αγίων στο κατηχητικό.

Η ζωή τους κυλούσε ήρεμα και βαρετά, μέχρι που ο Ιγκόρ μια μέρα, μεταξύ σοβαρού και αστείου τους είπε «Έρχονται οι Judas Priest στην Αθήνα. Θα παίξουν στο Καλλιμάρμαρο. Θα πάτε;». Έπεσε μια ελαφριά παγωμάρα και οι δύο φίλοι αντάλλαξαν πονεμένα βλέμματα. Όταν έφυγε ο Ιγκόρ, ο Παυλάκης γύρισε στον Χόρχε και του είπε «πάμε;». Ήταν σαν κάλεσμα του μικρού αδελφού προς τον μεγάλο. Επιτέλους, για πρώτη φορά στη ζωή του, είχε έναν φίλο και μάλιστα έναν φίλο μπασμένο στα κόλπα που του άρεσαν τα ίδια πράγματα με εκείνον.

Στην αρχή ο Χόρχε γέλασε αλλά γρήγορα σοβαρεύτηκε. Πήρε μια φάτσα παιδιού, που ετοιμάζεται να κάνει σκανταλιά. «Και δεν πάμε; Ποιος θα μας σταματήσει;». «Το πράγμα όμως θέλει οργάνωση». Από εκείνη την ώρα σκεφτόταν μόνο αυτό. Θα πήγαιναν και μάλιστα, θα κατέβαιναν στην Αθήνα, με την αρχαία βέσπα του Παυλάκη! Για να επισφραγίσουν την απόφαση τους έβαλαν και άκουσαν, στην διαπασών, στα μικρά ασύρματα ηχεία του κινητού, το “breaking the law” των αγαπημένων τους Judas Priest.

Η κομπίνα στήθηκε με βοήθεια από τα έξω. Τα εισιτήρια αγοράστηκαν με την βοήθεια του Ιγκόρ και ενός ξαδέλφου του (ο Ιγκόρ είχε πάντα τον κατάλληλο «ξάδελφο» για ότι μαμουνιά ήθελα να κάνει ο Χόρχε). Την παραμονή της μεγάλης μέρας, συμμαζεύτηκαν νωρίς στο δωμάτιο. Είχαν κάνει συνένοχο στο κόλπο και την Αγνή, το θυματάκι του Χόρχε. Αυτή θα βεβαίωνε ότι τα δύο πουλάκια είχαν πέσει για ύπνο από νωρίς. Την επόμενη μέρα ήταν Σάββατο και το πρόγραμμα ήταν διαφορετικό. Δεν είχε ούτε θεραπεία, ούτε ασκήσεις. Κανένας δεν θα τους αναζητούσε, μέχρι το πρωί της Δευτέρας, αν η Αγνή δεν έλεγε κάτι. Είπαν να κάνουν και το κόλπο με τα μαξιλάρια, που σχηματίζουν κάτι σαν ανθρώπινο σώμα κάτω από τα σκεπάσματα, όπως κάνουν στις ταινίες αλλά μετά τα παράτησαν. Δεν υπήρχε λόγος.

Βγήκαν με δυσκολία από το παράθυρο. Το δωμάτιο ήταν ισόγειο αλλά πόδια και χέρια δεν είχαν την δύναμη και την ευλυγισία άλλων εποχών. Από έξω τους περίμενε ο Ιγκόρ με την άσπρη βέσπα. Ανέβηκε μπροστά ο Παυλάκης και από πίσω ο Χόρχε. Φόρεσαν και εκείνα τα αστεία κράνη, που βλέπεις μόνο σε κάτι παλιές Ιταλικές ταινίες. Ξεκίνησαν για το μεγάλο ταξίδι. Όχι αυτό που … θα περίμεναν οι άλλοι για αυτούς, αλλά αυτό που λαχταρούσε η ψυχή τους.

Τους πήρε δέκα ώρες να φτάσουν στην Αθήνα. Στον δρόμο έμειναν από βενζίνη, μάλωσαν με τις κοπέλες στα πάμπολλα διόδια, έπαθαν μια αβαρία με την μηχανή αλλά ευτυχώς έπεσαν σε ομοϊδεάτη βεσπόβιο βενζινά που τους έδωσε λύση μέσα σε λίγη ώρα, κόντεψαν να τσακιστούν όταν του έκλεισε τον δρόμο ένας Βούλγαρος νταλικατζής με ένα θηριώδες SCANIA, αλλά τελικά έφτασαν. Κατάκοποι αλλά τα κατάφεραν.

Ο Χόρχε είχε κάτι φιλαράκια από τα παλιά που έμεναν σε μια μονοκατοικία στην Ερυθραία. Τους καλοδέχτηκαν και πέρασαν το μεσημέρι του Σαββάτου, ψήνοντας σουβλάκια και πίνοντας πολλά λίτρα μπύρας. Το βράδυ θα πήγαιναν όλοι μαζί στην συναυλία. Ένα από τα λίγα καλά της ηλικίας είναι ότι ξέρεις πρόσωπα και πράγματα. Οι φίλοι λοιπόν γνώριζαν αυτούς που είχαν να αναλάβει την φύλαξη των χώρων της συναυλίας. Αυτοί θα τους έμπαζαν από την πίσω μεριά και θα βρισκόταν ακριβώς κάτω από την σκηνή χωρίς να χρειαστεί να ξεκινήσουν από το μεσημέρι ή να στριμωχτούν με τους πιτσιρικάδες.

Λίγο μετά τη δύση του ηλίου ξεκίνησαν. Ο Χόρχε είχε πιεί αρκετά και λαγοκοιμόταν στο πίσω κάθισμα ενός αρχαίου LandRover με βαφή παραλλαγής. Ο Παυλάκης ήταν σαν παιδί που έχει πάει στην Disneyland. Φορούσε και την «στολή». Την μπλούζα, του συγκροτήματος, που τέντωνε λίγο στην κοιλιά από τα γεροντόπαχα, μαύρο δερμάτινο παντελόνι (που έκλεισε με δυσκολία), την ζώνη και το περικάρπιο με τα καρφιά και μια μπαντάνα, για να μην πολυφαίνεται και το άσπρο μαλλί. Οδηγούσε ένας γερόλυκος με αντίστοιχη περιβολή και ένα σκουλαρίκι κρίκο στο αυτί, σαν πειρατής.

Έφτασαν στον χώρο της συναυλίας. Βρέθηκαν με τους άλλους πουροροκάδες και φυγαδεύτηκαν με συνοδεία μέχρι την εξέδρα, πριν ακόμα ανοίξουν οι πόρτες για το κοινό. Η εικόνα τους ήταν αστεία. Σα να τους είχαν ξεχάσει εκεί και να περίμεναν να αρχίσει η συναυλία από πάντα.

Οι πόρτες άνοιξαν και ο κόσμος ξεχύθηκε μέσα. Η νύχτα  είχε αρχίσει να πέφτει. Τα συγκρότημα βγήκε και ήταν σα να έβλεπες τους φίλους μας, τους γερόλυκους πάνω στην σκηνή. Η συναυλία είχε δύναμη και ζωντάνια, παρά την ηλικία των μουσικών. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκαν την ομάδα των δικών μας, που χοροπηδούσε με φρεσκάδα μικρών παιδιών κάτω από τη σκηνή. Με δυσκολία και με την βοήθεια των σεκιουριτάδων, τους ανέβασαν πάνω. Μοιράστηκαν μαζί τους το μικρόφωνο για να τραγουδήσουν αγαπημένα ρεφρέν. Οι γιγαντοόθονες έδειχναν τον Χόρχε από τη μια και τον Παυλάκη από την άλλη, ίδιους Παπαδόπουλο και Καρνέζη, να ροκάρουν. Το κοινό παραληρούσε.

Η συναυλία τελείωσε. Τα φώτα έκλεισαν. Οι φίλοι μας κατάφεραν να περάσουν λίγη ώρα στα παρασκήνια με τα είδωλα τους. Μαζί ξαναβρήκαν τις ανάσες τους και αντάλλαξαν ιδρωμένα μπλουζάκια. Μοιράστηκαν μπύρες και ένα μεγάλο «τσιγάρο».

Ήλθε η ώρα της επιστροφής. Οι φίλοι με το Land Rover τους μίλησαν με την φωνή της λογικής. Δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν πάλι με τη βέσπα. Όχι μετά από το ταξίδι της καθόδου και την κραιπάλη πριν και μετά την συναυλία. Συμφώνησαν απρόθυμα. Πήγαν καρφί στο αεροδρόμιο. Πήραν το τελευταίο αεροπλάνο για Θεσσαλονίκη, απαξιώντας να ασχοληθούν με τα όλο περιέργεια βλέμματα, τα γελάκια και τα ψουψου που σχολίαζαν την εμφάνισή τους. Ο Παυλάκης γελούσε, μέσα του, σκεπτόμενος την φάτσα που θα έκαναν, αν τον έβλεπαν τώρα, οι συνάδελφοι του που τον θεωρούσαν «πιλάφι».

Έφτασαν στο αεροδρόμιο λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Ο πανταχού παρόν Ιγκόρε είχε ειδοποιηθεί και τους περίμενε με ένα αρχαίο Ford Cortina. Δεν είπαν πολλά, αλλά έκαναν το χάι φάιβ του θριάμβου. Τους πήγε γραμμή στο Κέντρο. Δεν χρειάστηκε να ακολουθήσουν την διαδρομή από το παράθυρο. Ευτυχώς, διότι τα πόδια τους δεν τους κρατούσαν πλέον. Στο «επιλοχάδικο», όπως έλεγαν μεταξύ τους το γραφείο της προϊσταμένης, διανυκτέρευε η Αγνή. Δικός τους άνθρωπος. Ο Χόρχε της έδωσε μια κονκάρδα του συγκροτήματος και της έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο. Εκείνη κοκκίνισε σαν κοριτσόπουλο και είναι αλήθεια ότι και εκείνος κάτι ένιωσε. Κάτι από τα παλιά, που κόντευε να το ξεχάσει.  Ο Ιγκόρ είχε φύγει. Ζήτησε από τον Παυλάκη να κοιμηθεί στο διπλανό δωμάτιο που ήταν άδειο και την κάλεσε παρέα του.

Το άλλο πρωί, ήταν ένα ακόμα βαρετό πρωί Δευτέρας. Κόσμος πήγαινε και ερχόταν. Ο Χόρχε και ο Παυλάκης πήγαν με χοροπηδηχτό βήμα για την προγραμματισμένη φυσιοθεραπεία. Θα έλεγαν την ιστορία τους και κανένας δεν θα τους πίστευε. Τόσο το καλύτερο…