Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Στους Ιμάμ


Έρχεται, που λες, την περασμένη εβδομάδα η κόρη μου και με ρωτάει:

-          Θα πάμε τη Δευτέρα Ιμάμ Μπαϊλντί;

Εγώ, ο καημένος, παράκουσα και αντί για «πάμε», άκουσα «φάμε»… και βιάστηκα να απαντήσω:

-          Φυσικά! Ποιος τυφλός δεν θέλει το φως του.

-          ΟΚ, κανονίστηκε!

Όταν κατάλαβα το λάθος ήταν αργά. Τέλος πάντων, λέω, να βγάλουμε εισιτήρια.

-          Α, δεν έχει εισιτήρια. Είναι δωρεάν. Μόνο θα πάμε κάτι τρόφιμα, για καλό σκοπό.

-          Και καλά. Αφού εμείς δεν είμαστε ούτε αγρότες, ούτε μπακάληδες, τι νόημα έχει να πάμε τρόφιμα και να μην πληρώσουμε εισιτήριο, αφού και εμείς θα  τα αγοράσουμε από το σούπερ μάρκετ. Κάτι δεν έχουν καταλάβει από την ανταλλακτική οικονομία ή κάτι άλλο «παίζει».

Τίποτα παραπάνω δεν είπα, διότι δεν είχε και νόημα. Έτσι βρέθηκα, χθες, να ξεκινάω το μεγάλο ταξίδι από την Καλαμαριά προς τη Μονή Λαζαριστών, φορτωμένος με λάδια, φασόλια και ντοματόζουμα, σα να πήγαινα στο Master Chef μοναστηριακής κουζίνας. Δευτέρα, σκέφτηκα, κλειστή η αγορά, δεν θα έχει κίνηση. Λογάριασα χωρίς τον ξενοδόχο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ξενοδόχος,  ήταν η «μεγαλειώδης» συγκέντρωση 32 ψηφοφόρων κάποιου Μιταφίδη, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα στη ΔΕΘ και μερικών εκατοντάδων από έξω που έπαιζαν ξύλο με τα ΜΑΤ, που προστάτευαν τους 32.

Σε τέτοιες περιπτώσεις βάζω να ακούσω Ράδιο Καταστροφή. Είναι ένας σταθμός (προφανώς δεν είναι αυτό το όνομα του), ο οποίος συνήθως δεν αντέχεται αλλά σε περιπτώσεις σαν την χθεσινή κάνει καλή δουλειά. Με την βοήθεια λοιπόν των ραδιοφωνικών φίλων, ξεκίνησα να διασχίσω την πόλη, η οποία ήταν ποτισμένη με την εσάνς εκατοντάδων δακρυγόνων.
Κάποτε και μετά από πολλές δυσκολίες και καθυστερήσεις φτάσαμε. Παραδώσαμε τα τρόφιμα-εισιτήρια σε έναν χαμογελαστό ιερέα στην είσοδο και πήγαμε στην επόμενη ουρά, για να μπούμε μέσα.

-          Λυπάμαι αλλά είναι γεμάτο. Δεν μπορείτε να μπείτε.

Τι λες ρε φίλε. Πέρασα δέκα πίστες, σα να ήμουν ο Σούπερ Μάριο και ο Πακ Μαν μαζί, για να φτάσω εδώ και με λες δεν χωράω; Καταρχήν η δήλωση είναι ρατσιστική. Τόσο πολύ χόντρυνα πια;
Δεν χωράμε; Δεν χωράμε. Τι να κάνουμε. Ανέβα από εδώ, στρίψε από εκεί, κρεμάσου παραπέρα, τελικά βρεθήκαμε να παρακολουθούμε την συναυλία «σκαλομαρία», τώρα στα γεράματα.

Η συναυλία καλή. Ο κόσμος ενθουσιώδης. Τα τραγούδια του Χιώτη, πασπαλισμένα με ασημόσκονη της δεύτερης δεκαετίας μετά το 2000, πάντα ευπρόσδεκτα. Κόσμος, κόσμος, κόσμος. Δίπλα μας είχαμε κάτι πιτσιρίκες που έβγαζαν selfie και μετά τις ποστάριζαν στα social media με αγωνιώδεις ερωτήσεις για την ορθογραφία του ονόματος του συγκροτήματος. Ένα ζευγάρι παραδίπλα, έκανε φιλότιμες προσπάθειες να τεκνοποιήσει, μπροστά στα μάλλον απορημένα μάτια ενός πεντάχρονου κοριτσιού και τα δικά μου. Κινητά παντού. Κόσμος που χόρευε. Κάποιοι, με το σύνδρομο του Γιαπωνέζου τουρίστα,  μαγνητοσκοπούσαν την συναυλία την οποία δεν πρόκειται να ξαναδούν.

Ωραία βραδιά! Έπρεπε να ζοριστούμε για να καταλάβουμε την αξία της.  Μας έφαγε λίγο η ορθοστασία, αλλά χαλάλι. «Διώξαμε το κακό», που θα έλεγε και ένας τυπάκος με μαλλί ράστα (αν μπόρεσα να διακρίνω καλά από την απόσταση που βρισκόμουν), που χοροπηδούσε στην σκηνή ουρλιάζοντας κάνοντας θλιβερά αποτυχημένες προσπάθειες να ραπάρει.

Και εις άλλα με υγεία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου