Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Στο παρκάκι


Σε ένα μικρό παρκάκι, εκεί στο ρέμα της Τούμπας, τους βλέπω κάθε πρωί, τώρα το καλοκαίρι.

Σε μια άκρη του στρογγυλού κόμβου, που τα αυτοκίνητα μπερδεύονται και οι οδηγοί βρίζονται αναμεταξύ τους, έχουν φτιάξει το στέκι τους. Μην φανταστείς τίποτα φοβερό. Ένα μπετονένιο κυκλικό τραπέζι, παλιό, βρώμικο, άβαφο και δύο κόκκινα παγκάκια αντικριστά.

Η παρέα είναι δύο άντρες, στην ηλικία που ονομάζουμε «συνταξιούχοι». Πρωί πρωί πάει ο πρώτος και περιμένει τον άλλο. Αμφίεση καλοκαιρινή. Ο ένας, ο πιο μεγαλόσωμος, με μπλε ανοιχτό «κασκορσέ» να τεντώνει στη κοιλιά και μαλλί λιγοστό, λευκό αλλά μακρύ, σαν τον τρελό επιστήμονα στο «Back to the future». Το στυλ φωνάζει ότι, όταν δούλευε, ήταν «μάστορας». Ο άλλος αδύνατος, πιο μικροκαμωμένος με πουκάμισο άσπρο με σκληρό γιακά φορεμένο έξω από το παντελόνι και πλούσια περιποιημένη λευκή κόμη. Επάγγελμα, αδιευκρίνιστο.

Κάθονται από την ίδια μεριά, αφού ο θόρυβος των αυτοκινήτων που περνούν από δίπλα τους, δυσκολεύει την επικοινωνία. Κοιτάζουν το κενό και συζητούν ήσυχα. Επάνω στο τραπέζι από μια κούπα με καφέ. Κανονική κούπα, φερμένη από τη σπίτι. Πορσελάνη, όχι πλαστικά μιας χρήσης και αηδίες. Παραδίπλα ένα αρχαίο «τρανζίστορ» σεβαστών διαστάσεων, φασκιωμένο με άσπρη μονωτική ταινία, «παράσημο» μάλλον από κάποιο πέσιμο και μια σπασμένη κεραία. Την δουλειά του, όμως, φαίνεται να την κάνει και έτσι μεταφέρεται καθημερινά σπίτι – στέκι, στέκι – σπίτι. Σα να ακούω την κυρά του, να τον μαλώνει κάθε πρωί που φεύγει από το σπίτι. Περίεργο πώς τα ζευγάρια, όσο μεγαλώνουν, μαζί δεν κάνουν και χώρια δεν μπορούν. «Πού πας ευλογημένε με αυτή την αρχαιολογία; Θα σε βλέπει ο κόσμος και θα μας κοροϊδεύει». Αυτός θα πετάει κανένα «έτσι πώς μας κατάντησαν, τι περίμενες να έχω, στερεοφωνικό με ηχεία;» και θα φεύγει βροντώντας την πόρτα έχοντας κάνει την μικρή του επανάσταση εναντίον του ζυγού της «Σατράπισσας» αλλά και «αυτών, που μας κατάντησαν έτσι». Όχι πολλά πράγματα βέβαια, γιατί ξέρει ότι δεν τον παίρνει. Θα πρέπει να γυρίσει πίσω το μεσημέρι και να βρει και το φαγί έτοιμο.

Μερικές μέρες, παίζουν σκάκι. Άλλες πάλι συζητούν, ήρεμα. Χωρίς εξάρσεις και φωνές. Γι αυτούς, αυτά είναι τα δικά τους social media. Τοίχος μικρός κλειστός με λίγους φίλους… Φαντάζομαι την θεματολογία. Τα παιδιά, ο Τσίπρας, ο Μητσοτάκης και πολλές ιστορίες από τότε που δούλευαν. Καθημερινή πικρή μνεία στις συντάξεις που πετσοκόβονται, τον ΕΝΦΙΑ για το σπιτάκι που αγόρασαν με αιματηρές οικονομίες, στην αδυναμία να αντιδράσουν για όσα γίνονται γι αυτούς, χωρίς αυτούς. Σημαντική θέση, στις καθημερινές κουβέντες, κατέχουν και οι διάφοροι δημοσιογράφοι, της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, τους οποίους έχουν αναγάγει σε δικούς τους υπερήρωες. Σούπερμεν με μαρκούτσι αντί για μπέρτα. «Είδες πώς του τα ψαλε, του υπουργού;». Είναι αυτοί που θα πουν κατάμουτρα στους «μεγάλους» όσα αυτοί δεν τόλμησαν ή δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να πουν.

Είναι όμορφα εκεί στη δροσιά κάτω από τα πεύκα και ας έχει λίγη φασαρία και καυσαέριο από τα αυτοκίνητα. Το μεσημέρι, την ίδια πάντα ώρα σαν σχόλασμα από την δουλειά, θα σηκωθούν, θα αποχαιρετήσουν, αφού δώσουν ραντεβού για την επόμενη μέρα και θα αναχωρήσουν για το σπίτι. Πρώτα, βέβαια, θα περάσουν από το «σούπερ» για τα απαραίτητα ψώνια, αυστηρά βγαλμένα από την λίστα. Δεν είναι να μπλέκεις τώρα, με την κυρά...

Τους ζηλεύω, διότι φαίνεται ότι έχουν ισορροπήσει σε ένα δικό τους μονωμένο σύστημα. Τους ζηλεύω διότι κάνουν αυτό που δεν θα μπορέσουμε εμείς, της γενιάς μου, να κάνουμε ποτέ. Ο Θεός να τους έχει καλά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου