Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Το λεωφορείο


Από οικονομικά, δεν καταλαβαίνω πολλά. Εμείς οι μηχανικοί δεν είμαστε πολύ έξυπνοι, αλλά είμαστε πρακτικοί άνθρωποι. Θα σου το πω, λοιπόν, όπως το καταλαβαίνω.

Ήταν που λες ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ από τα παλιά, εκείνα με την στρογγυλεμένη μούρη, το καπιτονέ κουτί δίπλα στον οδηγό και την πόρτα που την συγκρατούσε ένα ζωνάρι όταν άνοιγε. Φουλ γεμάτο κατέβαινε στην Αθήνα από τον δρόμο τον παλιό, τον καοκτράχαλο, που ήταν γεμάτος και με ακριβά διόδια.

Ντούκου ντούκου, ο κόσμος υπέφερε και διαμαρτυρόταν. Ένας νεαρός επιβάτης φώναζε ότι αν του δώσουν το τιμόνι, το λεωφορείο θα γίνει σύγχρονο, θα έχει μεγάλες θέσεις και κλιματισμό για όλους και θα τους πήγαινε από έναν αυτοκινητόδρομο, που μόνο εκείνος ήξερε.

Πολύ δεν ήθελε. Πέταξαν έξω από το λεωφορείο τον παλιό οδηγό και πήραν το νέο. Χαζοί δεν ήταν.

Από την πρώτη στιγμή κάτι σα να μην πήγαινε καλά, αλλά σκέφτηκαν «νέος είναι, θα μάθει». Αυτός λοιπόν όχι μόνο δεν τους πήγε με σύγχρονο λεωφορείο αλλά άφησε να ρημάξει και το παλιό (κάτι σαν την ιστορία με τον ΟΑΣΘ). Ο δρόμος δεν έφτιαξε, οι συνθήκες του ταξιδιού κάθε μέρα και χειρότερες. Ο οδηγός, μαζί με κάτι φίλους τους, ήταν οι μόνοι που περνούσαν καλά. Εκεί μπροστά που καθόταν, είχε κλιματισμό, άνετες καρέκλες και χαϊλίκια που δεν είχαν ξαναδεί στην ζωή τους.

Από τους επιβάτες που ήταν στην καρότσα, ο νέος οδηγός, ζητούσε συνεχώς πρόσθετο εισιτήριο, γιατί, καθώς έλεγε, η βενζίνη και τα διόδια είχαν ακριβύνει και εκείνος δυστυχώς δεν το είχε υπολογίσει. Κατά ένα περίεργο τρόπο, από τότε που πήρε το τιμόνι, η Αθήνα συνεχώς ξεμάκραινε (όπως γίνεται σε κάτι κακά όνειρα, που τα λένε εφιάλτες).

Η διαδρομή αυτή ήταν κάτι σαν ράλι. Μια επιτροπή παρακολουθούσε κάθε κίνηση του λεωφορείο και όποτε πίστευε ότι κάτι δεν έκανε καλά, του έβαζε βαθμούς ποινής.

Κάποτε έφτασαν στην Αθήνα. Ο νεαρός οδηγός έβαλε τα καλά του και άρχισε να πανηγυρίζει, σα να είχε τερματίσει πρώτος στο γραντ πρι του Μόντε Κάρλο. Έβαλε και μια γραβάτα σαν θερμόμετρο, και καμώθηκε τον πιλότο. Γέλια και χαρές με τους φίλους του, που έτσι και αλλιώς περνούσαν καλά. Οι επιβάτες από την καρότσα, ετοιμάστηκαν να κατέβουν, τσαλακωμένοι, κουρασμένοι και πεινασμένοι.  Ταλαιπωρία, αλλά είχαν φτάσει.

Μια άσχημη έκπληξη τους περίμενε. Η επιτροπή του ράλι, που είπαμε, τους σταματάει και τους λέει με μια περίεργη ξενική προφορά. «Φτάσατε, αλλά δεν τεγματήσατε. Έχετε τόσους πολλούς βαθμούς ποινής, που για να τεγματήσετε θα πγέπει να κάνετε την διαδγομή πάνω κάτω πέντε φογές πάνω κάτω. Και θα την κάνετε από τον ίδιο δγόμο με τις ίδιες συνθήκες». Κάποιος ψέλλισε «και εμείς τι φταίμε, αν αυτός δεν ήξερε να οδηγεί». Οι άνθρωποι της επιτροπής τον αγνόησαν επιδεικτικά. Οι επιβάτες δεν πίστευαν στα αυτιά τους. Αν ήταν έτσι, τότε γιατί πανηγύριζε ο νεαρός οδηγός και οι φίλοι του; Η εξήγηση ήταν απλή. Εκείνοι περνούσαν μια χαρά, όπως δεν είχαν ελπίδα να περάσουν ποτέ, είτε το ταξίδι ήταν με καλό λεωφορείο σε σύγχρονο, δρόμο είτε όχι.

Ξαναμπήκαν στο λεωφορείο, στριμώχτηκαν στις θέσεις και περίμεναν υπομονετικά, ο νεαρός οδηγός να τελειώσει με τους πανηγυρισμούς για να ξεκινήσουν το ταξίδι της ταλαιπωρίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου