Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Στη Μοδιάνο

Θα ήμασταν εκεί γύρω στα δέκα και τέτοια εποχή που τελείωναν τα σχολεία, πριν φύγουμε για την παραθέριση, ρωτούσε η μητέρα μου.
- Θα πάω στην αγορά. Θέλετε να έλθετε;
Μόνιμη απάντηση, με ερώτηση…
- Σε ποια αγορά; Στην «καλή» ή στην «κακή».
Όπου καλή ήταν αυτή με τα εμπορικά μαγαζιά, που ψώνιζες ρούχα παπούτσια και κανένα παιχνίδι. Κακή, αυτή που ψώνιζες τρόφιμα. Δηλαδή «Μοδιάνο» ή «Καπάνι». Για την πρώτη κουνούσαμε την ουρά μας χαρούμενα, σαν τρελαμένα κουτάβια. Για την δεύτερη, ούτε λόγος. Άσε που μπορεί να περιελάβανε και κουβάλημα των «ωνίων» μέχρι τα Agiou Dimitriou heights!
Αυτά σκεφτόμουν, σήμερα το απόγευμα, που τα βήματα μου με έφεραν στην υπό εκκένωση Μοδιάνο. Κάποιες μυρωδιές έχουν μείνει από τα παλιά. Η βαριά μυρωδιά του κρέατος, ανάμιχτη με αυτή των ψαριών και των σάπιων φρούτων. Μπορεί να ήταν και η ιδέα μου. Η δύναμη της συνήθειας, βλέπεις.
Περνάω έξω από τα ψαράδικα. Παρατημένα όπως, όπως κουτιά φελιζόλ, επάνω σε κεκλιμένους πάγκους. Κάποτε ήταν γεμάτοι ψάρια, επάνω σε πάγο που έλειωνε και τα νερά έτρεχαν σε καναλάκια, αλλά και στον διάδρομο, βρέχοντας τα πόδια μας που κολυμπούσαν μέσα σε ανοιχτά πέδιλα από το Μούγερ, αγορασμένα λίγο μεγαλύτερα για να χωρέσουν τουλάχιστον μια σεζόν τα πόδια που μεγάλωναν ασταμάτητα.
Τσιγκέλια παντού, βαμμένα με λευκή γυαλιστερή λαδομπογιά. Σήμερα στέκουν άχαρα, μελαγχολικά. Σε άλλες εποχές, που δεν γνώριζαν από HACP, από αυτά κρεμόταν αιματοβαμμένα σφάγια και οι χασάπηδες πάλευαν να τα πουλήσουν στις νοικοκυρές.
Πινακίδες από άλλες εποχές ή και νεότερες ρεπλίκες εκείνων των παλαιών. «Τροχείον» που κάποτε έκανε χρυσές δουλειές, αφού όλοι εκεί, με ένα μαχαίρι είχαν να κάνουν και αυτό έπρεπε να κόβει ξυράφι. Μεγαλομανείς τίτλοι «το Λουξ» και «τα ψάρια που επεκράτησαν». Σήμερα στέκουν δίπλα σε πρόχειρες εκτυπώσεις που πληροφορούν για το πού μεταφέρονται τα καταστήματα, τώρα που κλείνει η στοά.
Παντού λάμπες φθορισμού. Κάπου είχα διαβάσει ότι, αν δεις το πρόσωπο σου φωτισμένο από μια λάμπα φθορισμού, θα ξέρεις ακριβώς πώς θα δείχνεις την ημέρα που θα αποχωρίσεις από τον μάταιο τούτο κόσμο. Η σκέψη δένει όμορφα με την μελαγχολία που γεννάει ο χώρος σήμερα.
Ταβέρνες που έχουν πάρει την θέση των καταστημάτων με τρόφιμα. Κάποιες από αυτές έχουν γράψει ιστορία με τα γλέντια που γινόταν εκεί. Γλέντια, έρωτες, γκομενιλίκια, παρέες, ακόμα και πολιτικές ζυμώσεις. Παραδίπλα, άλλωστε ήταν και τα γραφεία του κάποτε παντοδύναμου ΠΑΣΟΚ. Σήμερα η παρακμή του, δένει με την παρακμή του χώρου.
Το μαγαζί του Καλογιάννη στην Ερμού, με καφέ BRAVO για τους μεγάλους, τότε που ακόμα ο καφές δεν είχε γίνει επιστήμη, και καραμέλες σε σακιά, για μας τα παιδιά. Οι δεύτερες λειτουργούσαν και ως δέλεαρ για να συνοδεύσουμε την μητέρα μας στην «κακή» αγορά.
Δεν σου τα γράφω αυτά, μιξοκλαίγονταν για τα μαγαζιά που χάνονται. Δεν έχω το δικαίωμα, καθώς εδώ και παρά πολλά χρόνια, πλην σπανίων περιπτώσεων, δεν ψώνιζα από εκεί. Τα γράφω με την ιδιότητα του περιπατητή που πέρασε κατά τύχη από παλιά λημέρια και του ξύπνησαν μνήμες.
Μοιράζομαι μαζί σου και τις φωτογραφίες που έβγαλα, με τον ταπεινό Κινέζο μου.






































Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου