Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Στο έλεος του χιονιά


Διάβασα ότι αύριο μπορεί να χιονίσει. Χλωμό το βλέπω. Στην Ελλάδα τα χιόνια είναι σαν τους ανασχηματισμούς και τις υποτιμήσεις του νομίσματος. Δεν προαναγγέλλονται. Απλώς γίνονται. Αν προαναγγελθούν μάλλον δεν θα πέσουν.

Αν όμως χιονίσει, και όταν λέω χιονίσει εννοώ να το στρώσει, τότε θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι.

Ο Δήμος μετά το περσινό φιάσκο, με τις αλατιέρες που πάγωσαν, βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο. Δεύτερη αποτυχία, δεν συγχωρείται. Όχι ότι έχει συγχωρεθεί η πρώτη αλλά ξέρεις πώς είναι στην Ελλάδα. Περασμένα ξεχασμένα. Νερό και αλάτι, βρε αδελφέ. Ωχ, έγραψα τις δύο απαγορευμένες λέξεις.

Θα ξυπνήσεις λοιπόν το πρωί και πριν να ανοίξεις το παράθυρο, θα λαμβάνεις μηνύματα και χιονισμένες φωτογραφίες από το Ωραιόκαστρο (προτίμηση του χιονιά τα τελευταία χρόνια), την Εξοχή και το Ασβεστοχώρι.  Στο Πανόραμα, πιο κουλ, νιώθουν την σιγουριά του παλιού και απολαμβάνουν την εκχιονιστική δεινότητα του Δημάρχου τους.

Τα παιδιά θα ξυπνήσουν πιο εύκολα, από τις άλλες μέρες και θα ρωτάνε αν θα έχουν μάθημα. Για κάποιο περίεργο λόγο, με το πρώτο χιόνι τα σχολεία στην Ελλάδα κλείνουν.

Οι γνωστοί άγνωστοι «ευρηματικοί» θα κάνουν σχόλια για την άσπρη μέρα που είδαμε.

Στη λαϊκή και το super market οι τιμές των λαχανικών θα αρχίσουν να τραβούν την ανηφόρα και ας είναι αυτά που μαζεύτηκαν πριν από μια εβδομάδα στην ηλιόλουστη Κρήτη.

Θα ακούσουμε ανακοινώσεις για τους δρόμους στους οποίους «απαιτείται η χρήση αντιολισθητικών αλυσίδων». Πρώτος από όλους θα κλείσει ο δρόμος Χορτιάτη – Αγίου Βασιλείου, ο οποίος είναι σαφές ότι κακώς είναι ανοιχτός και τον υπόλοιπο χρόνο.

Θα αρχίσουν κραυγές για το «πού είναι το κράτος» από αυτούς που απαιτούν να τους καθαρίσει ο Δήμος ακόμα και ο πατάκι της εισόδου.

Παγωμένοι πολίτες θα περιμένουν, μάταια, τα λεωφορεία του ΟΑΣΘ. Αυτά δεν έρχονται τον καλό καιρό. Στην κακοκαιρία απλώς δεν θα υπάρχουν. Η νέα διοίκηση του μπαμπάκα, θα βγει να καταγγείλει την παλιά και θα της κάνει και μια μήνυση για ξεκάρφωμα.

Όταν ο κόσμος θα αρχίσει να βρίζει έντονα, ο πρωθυπουργός Αλέξης θα διαρρεύσει ότι αν τον είχαν αφήσει να πάει να δουλέψει στο πολύ αποτελεσματικό και χρήσιμο γραφείο του στη Θεσσαλονίκη, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί. Δυστυχώς όμως έχει μόνο την κυβέρνηση και όχι την εξουσιά.

Ο Κυριάκος, την ανάγκη φιλοτιμία ποιώντας, θα επισκεφτεί τις «πληγείσες περιοχές», με απρέ σκι άουτφιτ και θα καταγγείλει την ανικανότητα του κρατικού μηχανισμού. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος θα του απαντήσει ότι φωνάζει για να κρύψει την ανικανότητα των δεξιών κυβερνήσεων που κατέστρεψαν τον τόπο και ότι τελικός σκοπός του είναι να μεταφέρει το ενδιαφέρον του κοινού από το σκάνδαλο Novartis.

O Πάνος, ο εταίρος με την καρέκλα, θα φορέσει στολή χιονοδρόμου τον ΛΟΚ, από αυτές που φορούν στην τελευταία σειρά στην παρέλαση και θα γλυτώσει τελευταία στιγμή από τα σκάγια κυνηγού που θα τον περάσει για πολική αρκούδα και θα του ρίξει.

Γουοναμπίδες δημοτικοί άρχοντες θα προσπαθήσουν να πλασαριστούν στο κάδρο της επόμενης μέρας, καταγγέλλοντας τον Δήμο για την κατάσταση των δρόμων, των σκουπιδιών και την παντελή έλλειψη σαλεπιτζήδων την στιγμή που τους χρειαζόμαστε.

Το όλο φαινόμενο θα παραμείνει τοπικό και δεν θα απασχολήσει τηλεοράσεις, ραδιόφωνα και εφημερίδες, αφού δεν χιόνισε στο Καπανδρίτη και τα χιόνια δεν «έφτασαν μέχρι την πλατεία Συντάγματος».

Καλημέρα και καλή Κυριακή.

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Ο Βαλεντίνος χρόνια δεν κοιτά.

Ένα κείμενο δύο χρόνων που ξαναγράφεται με νέο τέλος…
Τεσσάρων χρόνων και έχει ακούσει για τον Άγιο Βαλεντίνο. Μουτζουρώνει μια καρδούλα, κόβει το χαρτί από το μπλοκ και τα όμορφα ξέφτια στην άκρη, και το δίνει στην μανούλα.
Δεκατεσσάρων χρόνων παίρνει κόκκινη καρδούλα πλαστική με φτερά και πούπουλα από τα «είδη δώρων» και ετοιμάζεται να τη δώσει στην ομορφούλα από τα αγγλικά, υποφέροντας από το χοντρό δούλεμα των κολλητών.
Εικοσιτεσσάρων χρόνων δίνει καρδούλα, λουλούδια και αναρωτιέται μήπως πρέπει να πάρει και ένα δαχτυλιδάκι, αλλά φοβάται τους συνειρμούς.
Τριαντατεσσάρων χρόνων περιμένει να κοιμηθούν τα παιδιά για να της δώσει μια καρδούλα καθώς πίνουν «ένα ποτήρι κρασί» στον καναπέ του σπιτιού, χαρούμενοι που βρήκαν λίγο χρόνο για τους δύο τους «βρε αδελφέ».
Σαραντατεσσάρων χρόνων σκέφτεται ότι καρδιές και χαζά δεν είναι για την ηλικία τους αλλά τα παίρνει και τα προσφέρει for the old times shake. Παράλληλα το σπίτι έχει γεμίσει από καρδούλες και αρκουδάκια των παιδιών.
Πενηντατεσσάρων χρόνων, με συστολή εφήβου της προσφέρει καρτούλα με καρδιά και εκείνη του θυμίζει ότι έχει αμελήσει το ετήσιο check up και το τεστ κοπώσεως για την καρδιά.
Εξηνατεσσάρων χρόνων αγκαλιασμένοι, προσπαθούν να βγάλουν selfie με φόντο την Φοντάνα ντι Τρέβι. Κάτι πιτσρικάδες τους κοιτούν, γελούν και τους φωτογραφίζουν με τα κινητά τους. Σύντομα η εικόνα τους θα ταξιδεύει στα social media. Εκείνη έχει στην τσέπη της την καρδούλα που του είχε κάνει δώρο πριν από ένα χρόνο. Εκείνος έχει στο στήθος του, τη νέα καρδία που έβαλε μετά από το περσινό τσεκ απ. Ευτυχώς είχαν προλάβει.
Εβδομήντατεσσάρων χρόνων, κοντεύουν να βγουν στην σύνταξη αλλά τους μένουν μερικά χρόνια με τον νέο νόμο. Ξεκινούν αγχωμένοι για τη δουλειά. Δεν έχουν πια την παλιά σπιρτάδα τους και πρέπει να βιαστούν. Βάζει τα γυαλιά του και διαβάζει ένα σημείωμα σε χαρτί σε σχήμα καρδιάς, που βρίσκει στην τσέπη του. Χαμογελάει γλυκά.
Ογδόντατεσσάρων χρόνων εκείνος της κρατάει το χέρι και αναρωτιέται αν θυμάται τι γιορτάζουν. Εκείνη κοιτάει το κενό, παίζει με μια χάρτινη καρδούλα στην τσέπη της και προσπαθεί να θυμηθεί ποιος είναι αυτός που της κρατάει το χέρι.
Θα ήταν ενενήντατεσσάρων χρόνων σήμερα, σκέφτεται η κόρη τους, καθώς προσπαθεί με κόπο να αδειάσει το σπίτι τους. Ένα δάκρυ κυλάει στο μάγουλο της καθώς βρίσκει ένα μεταλλικό κουτί από μπισκότα Παπαδοπούλου με παλιές χάρτινες καρδούλες. Μυρίζει ακόμα βανίλια. Σκουπίζει το δάκρυ και τρέχει να πάρει τηλέφωνο τον άντρα της, με τον οποίο είχε μαλώσει το πρωί για ασήμαντη αφορμή.

Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

Του Αγίου Χαραλάμποιυς σήμερα

Του Αγίου Χαραλάμπους σήμερα. Γιορτάζει ο Χαράλαμπος (σώπα!), η Χάρις και η Χαρούλα (χρόνια πολλά στην ιέρεια της πανσελήνου με τα πλαστικά γάντια της αδικημένης καθαρίστριας), ο Μπάμπης και ο Χάρης.

Λογικά γιορτάζει και ο Μπάμπι το ελαφάκι. Τα ελαφάκια, σύμφωνα με την Ελληνική παράδοση, δεν έχουν διαφορά με τους ταράνδους. Αν έχουν μυτούλα φωτεινή τα λένε Ρούντολφ και γιορτάζουν την περίοδο των Χριστουγέννων, αν η μυτούλα τους δεν λάμπει τα λένε Μπάμπι και γιορτάζουν του Αγίου Χαραλάμπους.

Τώρα που το ξεκαθαρίσαμε και αυτό ας θυμηθούμε ότι ο Μπάμπης – Χαραλάμπης είναι σε ηλικία γάμου, από τα χρόνια που ο Καζαντζίδης ήταν νεαρός ακόμα. Το γνωστό τραγούδι, λοιπόν, τον προτρέπει να έλθει να τον παντρέψουμε για να φάμε και να πιούμε και να χορέψουμε. Μάλιστα. Εκεί μας κατάντησαν. Για να φάμε και να πιούμε και να χορέψουμε θα πρέπει να παντρέψουμε φουκαρά τον Χαραλάμπη που όμως ανθίσταται σθεναρώς, εδώ και χρόνια. «Δεν την παίρνω – Θα την πάρεις». Αυτό που αργότερα το αποκάλεσαν γάμο με το στανιό ή γάμος για το φαγοπότι του άλλου. Ειλικρινά δεν γνωρίζω τι έγινε τελικά και αν ξέρει κάποιος παρακαλώ να με ενημερώσει.

Σήμερα θα γιόρταζε, αν ζούσε, και ο Χαράλλλαμπος της Ζουμπουλίας του Παρά Πέντε. Αχ Χαράλλλαμπε!

Τον Χαράλαμπο πολλές φορές τον λένε και Χάρη. Το όνομα αυτό σπανίως συναντάται μόνο του. Ή που θα τον λένε Πρίγκιπα Χάρη και θα είναι εκείνο το λεβεντόπαιδο το ορφανό της Νταϊάνας που τώρα μας παντρολογιέται με εκείνη την θνητή την κάπως έγχρωμη από τις αποικίες και θα την πεθάνει την γιαγιά του, πριν την ώρα της και θα έχει το κρίμα στον ψηλό λαιμό του. Ή που θα τον λένε Χάρη Καιπανοκατσιμίχα και θα τραγουδάει όμορφα και περίεργα για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι καινούργιοι. Υπάρχει βέβαια και ο Ντέρτι Χάρη αλλά με αυτόν δεν τα βάζω γιατί δεν αισθάνομαι και πολύ τυχερός σήμερα…


Χρόνια Πολλά λοιπόν σε εσάς που εορτάζετε. Να σας χαιρόμαστε και καλό ΣΚ.

Φτώχια

Οδηγώ το πρωί και ακούω στο ραδιόφωνο «ένα μύθο θα σας πω». Είναι ο ήλιος ο πρωινός. Είναι που μου μπαίνουν οι σκέψεις για την επερχόμενη άνοιξη. Νιώθω ωραία. Γυρίζω στην κόρη μου και της λέω ότι δεν είναι η πρώτη εκτέλεση. Εκείνη ήταν με τον Γιώργο Μούτσιο, από την Λυσιστράτη. Ο Μούτσιος ήταν ένας περίεργος ηθοποιός που είχε παίξει από Επίδαυρο μέχρι soft πορνό, της εποχής. Η υπέροχη μουσική του Μάνου Χατζηδάκη.

Σε λίγο ο εκφωνητής επιβεβαιώνει αυτά που είπα και γελάμε. Μετά αμέσως σοβαρεύω. Μου ξανάρχεται στο μυαλό κάτι που με τριβελίζει πολύ τον τελευταίο καιρό. Πώς φτωχύναμε έτσι! Η δική μας γενιά έζησε με φωτοδότες σαν Χατζηδάκη, τον Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο, τον Μαρκόπουλο, τον Μικρούτσικο, τον Μούτση, τον Σαββόπουλο. Μπορεί να μην είχε κατοχή και πείνα και ρετσίνα, με την ένοια που έλεγε ο Τζιμάκος, αλλά σίγουρα τώρα πλέον ζει την δική της κατοχή – πείνα – ξενιτιά.

Τι αποτέλεσμα είχε όλο αυτό στην μουσική; Δανείζομαι πάλι Τζιμάκο και λέω «τσιχλοτραγουδάκια, χωρίς μαγκιά και ήθος». Ο κόσμος καίγεται και εμείς σιγοτραγουδάμε την δέκατη έκτη εκτέλεση των τραγουδιών του Χιώτη. Σε λίγο τα παιδιά δεν θα ξέρουν ποια ήταν η αρχική.

Κάτι δεν πάει καλά. Το ξέρω ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμπέσουν και πάλι τα ιερά τέρατα που έγραψα πιο πάνω. Ήταν σαν ένα μοναδικό αστρονομικό φαινόμενο, που συμβαίνει μια φορά στα χίλια χρόνια. Έχω όμως την ελπίδα, ότι αυτή η ιδιότυπη «κατοχή και πείνα» που ζούμε, θα γεννήσει κάτι καλό στην τέχνη. Δεν μπορεί. Πρέπει και αυτή η γενιά κάπως να εκφραστεί. Πρέπει κάπως να αφήσει το αποτύπωμα της στην ιστορία με έργα πρωτότυπα και όχι «πήραμε το παλιό από το ντουλάπι, το ξεσκονίσαμε, του βάλαμε μια κορδέλα και το πάμε δώρο».


Καλημέρα.

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Τα παίρνεις;

Θα σου πω μια ιστορία από αυτές που μου είχε πει πριν από χρόνια, ένας πολύ αγαπητός μου σοφός άνθρωπος.

Ζητούν να προσλάβουν έναν ελεγκτή στο τελωνείο. Βάλε τώρα εσύ όποια υπηρεσία θέλεις, δεν αφορά ντε και καλά το τελωνείο. Έτσι και αλλιώς η ιστορία είναι φανταστική και ουδεμία σχέση έχει με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις, όπως λένε. Μην μπλέξουμε κιόλας.

Μετά από την εξέταση των τυπικών προσόντων, περνούν στην επόμενη φάση, της συνέντευξης, τρία άτομα. Τους εξετάζει ο κύρος Τελώνης αυτοπροσώπως.

Μπαίνει ο πρώτος μέσα.
-          Θέλω να μου κλίνεις το ρήμα «τα παίρνω»
Μετά την πρώτη σαστιμάρα για την περίεργη δοκιμασία, ξεκινάει περιχαρής.
-          Τα παίρνω, τα παίρνεις, τα παίρνει, τα παίρνουμε, τα παίρνετε, τα παίρνουν.
-          Ευχαριστώ, θα σας ειδοποιήσουμε, του λέει ο Τελώνης.

Μπαίνει ο δεύτερος. Ξανά τα ίδια.
-          Θέλω να μου κλίνεις το ρήμα «τα παίρνω».
Σαστίζει λίγο και αυτός από την περίεργη δοκιμασία, αλλά ξεκινάει.
-          Τα παίρνω, τα παίρνεις, τα παίρνει, τα παίρνουμε, τα παίρνετε, τα παίρνουν
-          Ευχαριστώ, θα σας ειδοποιήσουμε, του λέει και αυτουνού ο Τελώνης.

Μπαίνει ο τρίτος. Ξανά τα ίδια. Ίσως με μια μικρή απογοήτευση στη φωνή καθώς του τέλειωναν οι υποψήφιοι.
-          Θέλω να μου κλίνεις το ρήμα «τα παίρνω»
Αυτός δεν σαστίζει καθόλου, χαμογελάει και ξεκινάει.
-          Τα παίρνω, τα παίρνεις,  
τα παίρνεις, τα παίρνεις,  
τα παίρνει, τα παίρνεις,  
τα παίρνουμε, τα παίρνεις,  
τα παίρνετε, τα παίρνεις,
τα παίρνουν, τα παίρνεις.
-          Προσλαμβάνεστε

Δεν ξέρω πώς μου ήλθε στο μυαλό αυτή η ιστορία, αλλά την βρήκα αρκετά ταιριαστή για να γιορτάσω τις 500 δημοσιεύσεις σε αυτό το blog

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Θα βρέξει;

Panayiotis, σήμερα θα βρέξει στην Pylaia.

Μαρκ σε ευχαριστώ αλλά δεν το βλέπω. Ο ήλιος λάμπει και μάλλον έτσι θα το πάμε όλη μέρα. Αν, όμως, έχεις δίκιο και τελικά βρέξει, ας βρέξει δυνατά και για ώρα μπας και ξεπλύνει όσα βλέπουμε γύρω μας.

Τον υπουργό που λέει στους γείτονες «βάζω το ουσιαστικό, βάλε εσύ το επίθετο». Πώς έλεγε ο Ηλιόπουλος σε εκείνη την παλιά ταινία «βάζω τα σπίρτα, βάσεις τα τσιγάρα;». Μα κύριε υπουργέ, το ουσιαστικό είναι … ουσιαστικό. Το επίθετο είναι προφάσεις εν αμαρτίαις από παραφουσκωμένους κούρκους που γλύτωσαν του Χριστουγεννιάτικου τραπεζιού.

Το σκάνδαλο της Novartis που έφτασε στην Ελλάδα καθυστερημένο, όπως και τόσα άλλα. Θα σηκώσει λίγη σκόνη. Θα ασχοληθούμε μαζί του, όσο χρειάζεται για να μην ασχολούμαστε με το ουσιαστικό που ακολουθεί το επίθετο. Θα το έχει στο συρταράκι του ο ΣΥΡΙΖΑ για να το κραδαίνει στους αντιπάλους του, όποτε τον βολεύει. «Εμείς καθαροί, εσείς βρώμικοι».  Και στο τέλος δεν θα γίνει τίποτα. Είναι γνωστό ότι στην Ελλάδα οι μόνοι πολιτικοί που έκλεψαν είναι ο Άκης και ο Ατσαλάκωτος. Ο δεύτερος μάλιστα είναι πλέον εδώ και πάνω από ένα χρόνο στο σπίτι του παρά τα ισόβια. Κοντός ο βίος των ποινών στην Ελλάδα. Είναι και εκείνος ο Πικραμμένος που μάλλον δεν πρόλαβε να ξεπικραθεί βουτώντας το δάχτυλο στο μέλι, αφού κάθισε για πολύ λίγο στην καρέκλα και από σπόντα, αλλά θα αρχίσει την προσπάθεια να αποδείξει ότι «εγώ κύριε κοιτούσα την Γιαδικιάρογλου που μιλούσε με την Πετροβασίλη».

Εσύ πάλι φίλε, μην ξεθαρρεύεις. Αν δεν μπορέσεις να πληρώσεις την εφορία ή το ΙΚΑ θα δεις τον λογαριασμό σου να δεσμεύεται και το σπίτι σου να βγαίνει σε πλειστηριασμό.  Έτσι είναι μεγαλοκαρχαρία των 400€ μηνιαίως. Οι νόμοι είναι σαν τις παλιές γομολάστιχες. Έχουν μια σκληρή πλευρά για σένα και μια μαλακιά για αυτούς που έστειλες να σε εκπροσωπούν και να κλέβουν και να ρημάζουν στο όνομα της δικής σου εντολής.

Για αυτό σου λέω Μαρκ. Μακάρι να έχεις δίκιο. Να την ρίξει εκείνη τη βροχή μπας και καθαρίσει, που δεν θα καθαρίσει βέβαια το τοπίο.


Καλημέρα. 

Η καβάτζα

Αχ το έλεγαν οι παλιοί. Μάζευε όταν έχεις για να σου βρίσκεται στην δύσκολη ώρα.

Πήγαιναν καλά οι δουλειές, έβαζες κάτι στην άκρη (τράπεζα, στρώμα) για την περίοδο των ισχνών αγελάδων. Κάποιοι πάθανε ζημιά γιατί τους μείνανε κάτι χρήματα κατοχικά και μετά, με το ευρώ, δραχμές και κάτι κουρεμένα αλλά η σιγουριά δεν άλλαξε.

Έβγαινε που λες το «Χώρα» στο Αιγαίο, τσουπ οι μανάδες μας στα μπακάλικα να πάρουν μακαρόνια, να μας βρίσκονται. Να έχουμε κάτι να ταΐσουμε τα παιδιά, βρε αδελφέ… Τέλειωναν οι βόλτες στο Αιγαίο, αφήναμε να περάσει λίγος καιρός ακόμα και ανοίγαμε να φάμε τα μακαρόνια, που στο μεταξύ είχαν βγάλει και μαμούνι μέσα. Εκείνα τα χρόνια δεν είχαν ημερομηνία λήξεως τα τρόφιμα.

Έχει ζόρια η κυβέρνηση, που της την πέσανε όλοι με το Σκοπιανό, τσουπ ανοίγει το ντουλάπι με ένα σκάνδαλο που το κρατούσε κλεισμένο για την δύσκολη ώρα. Δεν ξέρω αν έχει λήξει ή αν είναι φρέσκο και βρομοκοπάει σαν την πρώτη μέρα που το είδανε. Το σίγουρο είναι ότι είναι καλό να σε κυβερνούν νοικοκυραίοι ανθρώποι, που κάνουν την καβάτζα τους για την δύσκολη την ώρα.

Όλο και περισσότερο νιώθω ότι αυτοί που δεν θα έπρεπε, με θεωρούν αντίπαλο που πρέπει κάθε τόσο να μου πετούν μια χειροβομβίδα κρότου-λάμψης για να μπορούν να κάνουν πίσω από αυτή, ανενόχλητοι την δουλειά τους.


Καλημέρα, με μια έντονη τάση για εμετό και όχι δεν είναι από το κρύωμα.

Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

Κυριακάτικη ζαλάδα

Είμαι ζαλισμένος. Κάτι ανάμεσα σε jet lag και hangover. Δεν ξέρω πού πατάω και πού πηγαίνω.

Μεγάλο το συλλαλητήριο ή μικρό;

Νομιμοποιείται η αστυνομία να κοροϊδεύει με αστείες εκτιμήσεις για το μέγεθος της συγκέντρωσης;

Φασίστες αυτοί που πήγαν  ή Έλληνες πατριώτες;

Ο Χρυσαυγίτης καραδοκεί και προσπαθεί να καπελώσει τον αγνό πατριώτη που νιώθει να τον πνίγει το δίκιο και βρίσκει απέναντι του τον αριστεροφασίστα με την κουκούλα. Ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη και η παρθένα με τον σατανά.

Το μέγα πλήθος, αφορούσε μόνο στην διένεξη με τους γείτονες ή ήταν και η συσσωρευμένη αγανάκτηση τόσων χρόνων;

Φασίστας, ο Μίκης των αγώνων, της εξορίας, του τεράστιου έργου, της παγκόσμιας αναγνώρισης;

Δημοκράτες τα παιδιά του κομματικού σωλήνα, του απόλυτου τίποτα, των ψεμάτων, της παπαρολογίας και των γυμνασιακών «καταλήψεων»;

Δικαιούται ο Μίκης να χαιρετίζει φασίστες και ρατσιστές;

Υπάρχει άραγε καλύτερος και χειρότερος φασίστας, ανάλογα με την φορά που του έχει στρίψει η βίδα;

Βοηθάνε τα συλλαλητήρια ή είναι μόνο για να ξεχαρμανιάζουμε; «Θα φωνάξουμε, θα φωνάξουμε, θα ιδρώσουμε, θα αρρωστήσουμε, θα πεθάνουμε και θα ησυχάσουν από εμάς».

Απειλείται η Ελλάδα από τα Σκόπια;

Τους θέλουμε κοντά μας ή μακριά μας;

Γιατί ο Νίμιτς βιάζεται να τελειώνει τώρα που η κυβερνούν οι βολικοί, που λένε ναι σε όλα, και ο λαός δέχεται τα πάντα αδιαμαρτύρητα;  

Υποτίθεται ότι εμείς είμαστε οι δυνατοί και οι γείτονες οι αδύναμοι. Γιατί δεν έχουμε βοήθεια από πουθενά;

Πού στο καλό είναι ένας λόγος, για να μην πω έργο, συμπαράστασης από τα συνεταιρικά μας τους Ευρωπαίους; Θέλουμε τους Βαλκάνιους στην ΕΕ ή όχι;

Τελικά ποια είναι η θέση της διοίκησης της εκκλησίας; Η αντίθεση στο πρώτο συλλαλητήριο ή το αγκάλιασμα του δεύτερου και οι ομιλίες με υπόκρουση ψαλμών; Όπου φυσάει ο άνεμος δηλαδή.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης και μάλιστα η αξιωματική αντιπολίτευση, τι λένε και τι θα κάνουν αν αύριο έλθουν να κυβερνήσουν, πριν να προλάβουν οι σημερινοί να τελειώσουν μια ακόμα από τις εργολαβίες που έχουν αναλάβει;

Διαβάζω το τουί του Κοτζιά και αναρωτιέμαι τι πίνει και δε μας δίνει.


Σταματήστε τη γη να κατέβω. Ζαλίστηκα.