Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

Γερόλυκοι


Ο κύριος Γιώργος, γνωστός και ως Χόρχε κοντεύει τα εβδομήντα. Εδώ και ένα χρόνο βρίσκεται σε ένα κέντρο αποκατάστασης στη Θεσσαλονίκη, ύστερα από βαρύ εγκεφαλικό από το οποίο ευτυχώς επιβίωσε. Δυστυχώς, όμως, του άφησε μερικά κουσούρια με εμφανέστερο ένα στράβωμα του στόματος προς τα δεξιά, που όταν μιλάει τον κάνει να μοιάζει με Αμερικάνο από το Τέξας. Ψηλός, το στυλ του κρεμανταλά που έλεγαν παλιά, με μακρύ λιγδωμένο μαλλί και μούσι αραιό αλλά μακρύ, μοιάζει πιο πολύ με δυτικοευρωπαίο παρά με Έλληνα.

Ο κύριος Γιώργος, που από εδώ και πέρα θα τον λέμε Χόρχε, είναι αυτό που λέμε βίος και πολιτεία. Ξεκίνησε να κάνει τον μπάρμαν, μετά το στρατιωτικό για να τσοντάρει στα οικονομικά του σπιτιού που κάθε άλλο παρά ανθηρά ήταν μετά τον πρόσφατο, τότε, χαμό του πατέρα. Αφού πέρασε μια δεκαετία, σερβίροντας στα πιο γνωστά μαγαζιά της Θεσσαλονίκης, κατέληξε στη Μύκονο. Η Μύκονος, τότε, δεν ήταν αυτό που είναι σήμερα αλλά είχε ήδη αρχίσει να συγκεντρώνει κόσμο και κοσμάκη. Σιγά σιγά απέκτησε φήμη και γνωριμίες αλλά μια στραβή (για την οποία ακόμα και σήμερα δεν θέλει να μιλάει) τον ανάγκασε να μετακομίσει στην Πάρο, για να αποφύγει τα χειρότερα. Η Πάρος, δεν ήταν Μύκονος, αλλά εκείνη την εποχή φτιαχνόταν. Μπασμένος όπως ήταν στα κόλπα της νύχτας, αξιοποίησε ένα κομπόδεμα που είχε μαζέψει, «σκότωσε» και ένα διαμερισματάκι της μάνας του, που εν τω μεταξύ είχε συγχωρεθεί, και άνοιξε το δικό του μαγαζί.

Ροκ μπαρ, που άφησε εποχή. Σκληρές ροκιές, λίγα φώτα, καπνός και καθαρό αλκοόλ.  Σε αυτό το τελευταίο ήταν κάθετος. Στο δικό του το μαγαζί, μπόμπες δεν έμπαιναν. Αυτός φυσικά δεν ήταν πλέον πίσω από την μπάρα καθώς είχε βρει νέα φυντάνια για τη δουλειά αυτή. Ο Χόρχε έγινε ένας ζωντανός θρύλος. Τα τρελά πάρτι, στο μαγαζί του στη Νάουσα, τα συζητούν ακόμα στο νησί και όχι μόνο. Από το κρεβάτι του, είχαν περάσει γενιές ολόκληρες, ξανθών βόρειων αγγέλων. Έκανε και δύο γάμους που δεν ευδοκίμησαν. Πρώτα με την Μπριγκίτε, μια τρελοροκού από το Ανόβερο και μετά την Έλσυ, ένα καλό κορίτσι, από την Στοκχόλμη. Θυελλώδεις έρωτες, που κατέληξαν σε εξίσου θυελλώδη διαζύγια, αφού αυτός δεν ήταν για νοικοκυρέματα.

Μπορεί για νοικοκυρέματα να μην ήταν, αλλά μυαλό είχε. Έτσι κατάφερε και κράτησε μερικά από τα λεφτά που πέρασαν από τα χέρια του. Στην κατάλληλη στιγμή μπόρεσε και «έσπρωξε» το θρυλικό μαγαζί σε δύο παιδιά που δούλευαν γι αυτόν και έτσι έκανε ένα εξαιρετικό retirement plan, που θα του επέτρεπε να ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια του, ζάχαρη.

Δυστυχώς, όμως, ήλθε το εγκεφαλικό και αυτός που δεν μάσησε μπροστά σε κανέναν στη νύχτα, βρέθηκε να περπατάει υποβασταζόμενος και να κατουράει σε πάπιες μέχρι τελικά να τα καταφέρει, μετά από πολύ προσπάθεια, να εξυπηρετεί τον εαυτό του. Τώρα περνάει τον χρόνο του σε ένα δωμάτιο κέντρου αποκατάστασης, κάνει τις φυσιοθεραπείες του, την πέφτει «for the good old times shake» στις νοσοκόμες και ακούει την αγαπημένη του heavy metal μουσική από το κινητό και βαριέται αφάνταστα.

Ασυμβίβαστος και μάλλον αυτοκαταστροφικός, έχει στήσει ολόκληρο κύκλωμα που θα το ζήλευαν ακόμα και φυλακόβιοι. Έναντι αμοιβής καταφέρνει και μπάζει μέσα στην κλινική από «αθώα» πιτόγυρα που παρακάμπτουν το αυστηρό διαιτολόγιο, μέχρι σκληρά ποτά και χόρτο. Συνένοχος του και διεκπαιρεωτής ο Ιγκόρ, ένας νοσηλευτής από τον Καύκασο και η Αγνή, μια μάλλον αγαθή πιτσιρίκα νοσοκόμα που έχει φάει τόσο παραμύθι από αυτόν, που του κάνει όλα τα χατίρια και χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα μάλιστα.

Ο κύριος Παύλος, ο Παυλάκης όπως τον αποκαλούσαν φίλοι και συνάδελφοι, έχει καβατζάρει τα εξήντα αλλά μοιάζει μεγαλύτερος. Μπασμένος, με μαλλιά κάτασπρα και γυαλάκια με συρμάτινο σκελετό. Ο Παυλάκης ήταν δημόσιος υπάλληλος. Γεννήθηκε σε ένα χωριό έξω από την Έδεσσα. Το γυμνάσιο (το εξατάξιο) τελείωσε αλλά ο πατέρας του υποχρεώθηκε σε έναν συγχωριανό του, που έλυνε και έδενε στο κόμμα, και κατάφερε και τον διόρισε στην εφορία.

Εκεί πέρασε ολόκληρο τον επαγγελματικό του βίο. Ήταν ήσυχος, δεν δημιουργούσε προβλήματα αλλά ούτε μπορούσες να περιμένεις πολλά από αυτόν. Τον είχαν βάλει σε μια θέση διεκπεραίωσης και τον είχαν ξεχάσει. Κυβερνήσεις έρχονταν και έφευγαν, προϊστάμενοι και διευθυντές άλλαζαν, αλλά ο Παυλάκης, εκεί, στην θέση του. Εξέλιξη καμία, αλλά σταθερότητα. Μήνας έμπαινε, μήνας έβγαινε ο μισθουλάκος έμπαινε και ο Παυλάκης ζούσε την ζωή του ήσυχα χωρίς κανένας να ξέρει ποια ακριβώς ήταν αυτή η ζωή.

Δεν παντρεύτηκε, ποτέ του. Δεν έκανε οικογένεια. Μια κοπέλα, από το χωριό, του είχαν κάνει κάποτε προξενιό αλλά τελικά δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν μαζί. Ήταν και η μακαρίτισσα, πλέον, μάνα του που καμιά δεν έβρισκε άξια για τον κανακάρη της και ότι πήγαινε να φτιαχτεί το χαλούσε. Τα χειρότερα έργα, με τις καλύτερες προθέσεις.

Ο Παυλάκης είχε ένα ψώνιο, που κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί όταν τον έβλεπε, ήσυχο ήσυχο να κάθεται στο γραφείο του και να σφραγίζει έγγραφα. Του άρεσε η heavy metal μουσική. Αν τον έβλεπες, από το παρουσιαστικό του, θα έλεγες ότι αυτός μετά βίας να άκουγε Σοπέν και στο Τσακίρ κέφι Τσαϊκόφσκι. Τα φαινόμενα, όμως, απατούν. Από τότε που ήταν νέος, μάζευε δίσκους από τα πιο περίεργα και άγρια συγκροτήματα. Παράγγελνε από το εξωτερικό μπλούζες συγκροτημάτων και αξεσουάρ. Όταν έβγαινε από το σπίτι ντυμένος με την ροκάδικη περιβολή του, δεν υπήρχε περίπτωση να τον αναγνωρίσει συνάδελφος από το γραφείο, ακόμα και αν ερχόταν μούρη με μούρη. Κάπως σα να ζούσε διπλή ζωή.

Ο Παυλάκης, ζούσε ζωή μετρημένη, έκανε υγιεινή διατροφή, περπατούσε με τις ώρες στην παραλία, παρ’όλα αυτά μια μέρα, λίγο μετά την συνταξιοδότηση του, τον βρήκε το εγκεφαλικό. Είδαν και έπαθαν οι γιατροί να τον συνεφέρουν. Από τα διάφορα που έπαθε, το μόνο εμφανές πλέον ήταν ένα στράβωμα στο στόμα, προς την αριστερή πλευρά. Μιλούσε που μιλούσε σιγά μέσα στα δόντια του, το κακό είχε πλέον παραγίνει. Ήθελε μεγάλη προσπάθεια για να τον καταλάβεις.

Μέσα στην ατυχία του, στάθηκε και κάπου τυχερός. Πριν από χρόνια, είχε υποκύψει στις πιέσεις ενός συναδέλφου στην υπηρεσία, που έκανε και τον ασφαλιστή για να εξοικονομήσει τον κάτι παραπάνω. Είχε κάνει ένα πρόσθετο ασφαλιστικό πρόγραμμα και τώρα, στην δύσκολη στιγμή, μπορούσε να απολαύσει τις ακριβές υπηρεσίες ενός κέντρου αποκατάστασης.

Έβαλαν λοιπόν τον Παυλάκη, δίπλα στον Χόρχε. Από την αρχή ήταν ένα αταίριαστο ζευγάρι. Ο ένας ήταν το αντίθετο του άλλου. Μόνη, αστεία, σύνδεση ανάμεσα τους φαινόταν να είναι τα συμμετρικά στραβωμένα, από τα εγκεφαλικά, στόματά τους. Το ένα προς τα δεξιά και το άλλο προς τα αριστερά. Ένας γιατρός που το παρατήρησε μια μέρα, τους είπε γελώντας ότι ήταν σαν τον Παπαδόπουλο και τον Καρνέζη. Τα δύο «μπουζούκια» που κάποτε έπαιζαν και με τον Θεοδωράκη και κρατούσαν τα μπουζούκια τους ανάποδα, ο ένας προς. Το θέαμα της συμμετρίας που παρουσίαζαν ήταν πολύ όμορφο και ασυνήθιστο, ενώ αν τους άκουγες χωρίς να τους βλέπεις, ήταν σα να άκουγες ένα μπουζούκι.

Βέβαια οι δύο φίλοι μας, δεν είχαν καμία σχέση με τα μπουζούκια. Με ηλεκτρικές κιθάρες και μπάσα, μάλιστα. Αλλά με μπουζούκια, όχι. Έμαθαν τυχαία ο ένας για τις μουσικές προτιμήσεις του άλλου. Ο Παυλάκης δεν γέμιζε με τίποτα το μάτι του Χόρχε. «Όχι και ροκάς αυτό το σαμιαμίδι…». Χρειάστηκαν ώρες συζητήσεων, για να φανεί ότι τελικά είχαν τα ίδια μουσικά γούστα και μάλιστα ότι ο Παυλάκης ήξερε πολύ καλά για τι μιλούσε. Από εκεί και πέρα, τακιμιάσανε. Είχε πλάκα να τους ακούς να συζητούν με εκείνη την μυστήρια προφορά, στην οποία τους ανάγκαζε το στραβωμένο στόμα. Μοιράζονταν τα ακουστικά και τις μουσικές και ο καθένας έλεγε τις ιστορίες του.

Ο Χόρχε του διηγούταν ιστορίες για να νύχτες γεμάτες ροκ, σεξ και αλκοόλ επάνω στις μπάρες του μαγαζιού. Ο Παυλάκης άκουγε και ρουφούσε κάθε λέξη, ζώντας μέσα από τις διηγήσεις του ανέλπιστου φίλου του, την ζωή που δεν αξιώθηκε ή δεν τόλμησε να ζήσει. Συμπλήρωνε ιστορίες  που είχε διαβάσει για τα αγαπημένα τους συγκροτήματα και τους ροκ σταρς και τις μοιραζόταν με τον φίλο του, όπως μοιράζονται τους βίους των αγίων στο κατηχητικό.

Η ζωή τους κυλούσε ήρεμα και βαρετά, μέχρι που ο Ιγκόρ μια μέρα, μεταξύ σοβαρού και αστείου τους είπε «Έρχονται οι Judas Priest στην Αθήνα. Θα παίξουν στο Καλλιμάρμαρο. Θα πάτε;». Έπεσε μια ελαφριά παγωμάρα και οι δύο φίλοι αντάλλαξαν πονεμένα βλέμματα. Όταν έφυγε ο Ιγκόρ, ο Παυλάκης γύρισε στον Χόρχε και του είπε «πάμε;». Ήταν σαν κάλεσμα του μικρού αδελφού προς τον μεγάλο. Επιτέλους, για πρώτη φορά στη ζωή του, είχε έναν φίλο και μάλιστα έναν φίλο μπασμένο στα κόλπα που του άρεσαν τα ίδια πράγματα με εκείνον.

Στην αρχή ο Χόρχε γέλασε αλλά γρήγορα σοβαρεύτηκε. Πήρε μια φάτσα παιδιού, που ετοιμάζεται να κάνει σκανταλιά. «Και δεν πάμε; Ποιος θα μας σταματήσει;». «Το πράγμα όμως θέλει οργάνωση». Από εκείνη την ώρα σκεφτόταν μόνο αυτό. Θα πήγαιναν και μάλιστα, θα κατέβαιναν στην Αθήνα, με την αρχαία βέσπα του Παυλάκη! Για να επισφραγίσουν την απόφαση τους έβαλαν και άκουσαν, στην διαπασών, στα μικρά ασύρματα ηχεία του κινητού, το “breaking the law” των αγαπημένων τους Judas Priest.

Η κομπίνα στήθηκε με βοήθεια από τα έξω. Τα εισιτήρια αγοράστηκαν με την βοήθεια του Ιγκόρ και ενός ξαδέλφου του (ο Ιγκόρ είχε πάντα τον κατάλληλο «ξάδελφο» για ότι μαμουνιά ήθελα να κάνει ο Χόρχε). Την παραμονή της μεγάλης μέρας, συμμαζεύτηκαν νωρίς στο δωμάτιο. Είχαν κάνει συνένοχο στο κόλπο και την Αγνή, το θυματάκι του Χόρχε. Αυτή θα βεβαίωνε ότι τα δύο πουλάκια είχαν πέσει για ύπνο από νωρίς. Την επόμενη μέρα ήταν Σάββατο και το πρόγραμμα ήταν διαφορετικό. Δεν είχε ούτε θεραπεία, ούτε ασκήσεις. Κανένας δεν θα τους αναζητούσε, μέχρι το πρωί της Δευτέρας, αν η Αγνή δεν έλεγε κάτι. Είπαν να κάνουν και το κόλπο με τα μαξιλάρια, που σχηματίζουν κάτι σαν ανθρώπινο σώμα κάτω από τα σκεπάσματα, όπως κάνουν στις ταινίες αλλά μετά τα παράτησαν. Δεν υπήρχε λόγος.

Βγήκαν με δυσκολία από το παράθυρο. Το δωμάτιο ήταν ισόγειο αλλά πόδια και χέρια δεν είχαν την δύναμη και την ευλυγισία άλλων εποχών. Από έξω τους περίμενε ο Ιγκόρ με την άσπρη βέσπα. Ανέβηκε μπροστά ο Παυλάκης και από πίσω ο Χόρχε. Φόρεσαν και εκείνα τα αστεία κράνη, που βλέπεις μόνο σε κάτι παλιές Ιταλικές ταινίες. Ξεκίνησαν για το μεγάλο ταξίδι. Όχι αυτό που … θα περίμεναν οι άλλοι για αυτούς, αλλά αυτό που λαχταρούσε η ψυχή τους.

Τους πήρε δέκα ώρες να φτάσουν στην Αθήνα. Στον δρόμο έμειναν από βενζίνη, μάλωσαν με τις κοπέλες στα πάμπολλα διόδια, έπαθαν μια αβαρία με την μηχανή αλλά ευτυχώς έπεσαν σε ομοϊδεάτη βεσπόβιο βενζινά που τους έδωσε λύση μέσα σε λίγη ώρα, κόντεψαν να τσακιστούν όταν του έκλεισε τον δρόμο ένας Βούλγαρος νταλικατζής με ένα θηριώδες SCANIA, αλλά τελικά έφτασαν. Κατάκοποι αλλά τα κατάφεραν.

Ο Χόρχε είχε κάτι φιλαράκια από τα παλιά που έμεναν σε μια μονοκατοικία στην Ερυθραία. Τους καλοδέχτηκαν και πέρασαν το μεσημέρι του Σαββάτου, ψήνοντας σουβλάκια και πίνοντας πολλά λίτρα μπύρας. Το βράδυ θα πήγαιναν όλοι μαζί στην συναυλία. Ένα από τα λίγα καλά της ηλικίας είναι ότι ξέρεις πρόσωπα και πράγματα. Οι φίλοι λοιπόν γνώριζαν αυτούς που είχαν να αναλάβει την φύλαξη των χώρων της συναυλίας. Αυτοί θα τους έμπαζαν από την πίσω μεριά και θα βρισκόταν ακριβώς κάτω από την σκηνή χωρίς να χρειαστεί να ξεκινήσουν από το μεσημέρι ή να στριμωχτούν με τους πιτσιρικάδες.

Λίγο μετά τη δύση του ηλίου ξεκίνησαν. Ο Χόρχε είχε πιεί αρκετά και λαγοκοιμόταν στο πίσω κάθισμα ενός αρχαίου LandRover με βαφή παραλλαγής. Ο Παυλάκης ήταν σαν παιδί που έχει πάει στην Disneyland. Φορούσε και την «στολή». Την μπλούζα, του συγκροτήματος, που τέντωνε λίγο στην κοιλιά από τα γεροντόπαχα, μαύρο δερμάτινο παντελόνι (που έκλεισε με δυσκολία), την ζώνη και το περικάρπιο με τα καρφιά και μια μπαντάνα, για να μην πολυφαίνεται και το άσπρο μαλλί. Οδηγούσε ένας γερόλυκος με αντίστοιχη περιβολή και ένα σκουλαρίκι κρίκο στο αυτί, σαν πειρατής.

Έφτασαν στον χώρο της συναυλίας. Βρέθηκαν με τους άλλους πουροροκάδες και φυγαδεύτηκαν με συνοδεία μέχρι την εξέδρα, πριν ακόμα ανοίξουν οι πόρτες για το κοινό. Η εικόνα τους ήταν αστεία. Σα να τους είχαν ξεχάσει εκεί και να περίμεναν να αρχίσει η συναυλία από πάντα.

Οι πόρτες άνοιξαν και ο κόσμος ξεχύθηκε μέσα. Η νύχτα  είχε αρχίσει να πέφτει. Τα συγκρότημα βγήκε και ήταν σα να έβλεπες τους φίλους μας, τους γερόλυκους πάνω στην σκηνή. Η συναυλία είχε δύναμη και ζωντάνια, παρά την ηλικία των μουσικών. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκαν την ομάδα των δικών μας, που χοροπηδούσε με φρεσκάδα μικρών παιδιών κάτω από τη σκηνή. Με δυσκολία και με την βοήθεια των σεκιουριτάδων, τους ανέβασαν πάνω. Μοιράστηκαν μαζί τους το μικρόφωνο για να τραγουδήσουν αγαπημένα ρεφρέν. Οι γιγαντοόθονες έδειχναν τον Χόρχε από τη μια και τον Παυλάκη από την άλλη, ίδιους Παπαδόπουλο και Καρνέζη, να ροκάρουν. Το κοινό παραληρούσε.

Η συναυλία τελείωσε. Τα φώτα έκλεισαν. Οι φίλοι μας κατάφεραν να περάσουν λίγη ώρα στα παρασκήνια με τα είδωλα τους. Μαζί ξαναβρήκαν τις ανάσες τους και αντάλλαξαν ιδρωμένα μπλουζάκια. Μοιράστηκαν μπύρες και ένα μεγάλο «τσιγάρο».

Ήλθε η ώρα της επιστροφής. Οι φίλοι με το Land Rover τους μίλησαν με την φωνή της λογικής. Δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν πάλι με τη βέσπα. Όχι μετά από το ταξίδι της καθόδου και την κραιπάλη πριν και μετά την συναυλία. Συμφώνησαν απρόθυμα. Πήγαν καρφί στο αεροδρόμιο. Πήραν το τελευταίο αεροπλάνο για Θεσσαλονίκη, απαξιώντας να ασχοληθούν με τα όλο περιέργεια βλέμματα, τα γελάκια και τα ψουψου που σχολίαζαν την εμφάνισή τους. Ο Παυλάκης γελούσε, μέσα του, σκεπτόμενος την φάτσα που θα έκαναν, αν τον έβλεπαν τώρα, οι συνάδελφοι του που τον θεωρούσαν «πιλάφι».

Έφτασαν στο αεροδρόμιο λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Ο πανταχού παρόν Ιγκόρε είχε ειδοποιηθεί και τους περίμενε με ένα αρχαίο Ford Cortina. Δεν είπαν πολλά, αλλά έκαναν το χάι φάιβ του θριάμβου. Τους πήγε γραμμή στο Κέντρο. Δεν χρειάστηκε να ακολουθήσουν την διαδρομή από το παράθυρο. Ευτυχώς, διότι τα πόδια τους δεν τους κρατούσαν πλέον. Στο «επιλοχάδικο», όπως έλεγαν μεταξύ τους το γραφείο της προϊσταμένης, διανυκτέρευε η Αγνή. Δικός τους άνθρωπος. Ο Χόρχε της έδωσε μια κονκάρδα του συγκροτήματος και της έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο. Εκείνη κοκκίνισε σαν κοριτσόπουλο και είναι αλήθεια ότι και εκείνος κάτι ένιωσε. Κάτι από τα παλιά, που κόντευε να το ξεχάσει.  Ο Ιγκόρ είχε φύγει. Ζήτησε από τον Παυλάκη να κοιμηθεί στο διπλανό δωμάτιο που ήταν άδειο και την κάλεσε παρέα του.

Το άλλο πρωί, ήταν ένα ακόμα βαρετό πρωί Δευτέρας. Κόσμος πήγαινε και ερχόταν. Ο Χόρχε και ο Παυλάκης πήγαν με χοροπηδηχτό βήμα για την προγραμματισμένη φυσιοθεραπεία. Θα έλεγαν την ιστορία τους και κανένας δεν θα τους πίστευε. Τόσο το καλύτερο…

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Στους Ιμάμ


Έρχεται, που λες, την περασμένη εβδομάδα η κόρη μου και με ρωτάει:

-          Θα πάμε τη Δευτέρα Ιμάμ Μπαϊλντί;

Εγώ, ο καημένος, παράκουσα και αντί για «πάμε», άκουσα «φάμε»… και βιάστηκα να απαντήσω:

-          Φυσικά! Ποιος τυφλός δεν θέλει το φως του.

-          ΟΚ, κανονίστηκε!

Όταν κατάλαβα το λάθος ήταν αργά. Τέλος πάντων, λέω, να βγάλουμε εισιτήρια.

-          Α, δεν έχει εισιτήρια. Είναι δωρεάν. Μόνο θα πάμε κάτι τρόφιμα, για καλό σκοπό.

-          Και καλά. Αφού εμείς δεν είμαστε ούτε αγρότες, ούτε μπακάληδες, τι νόημα έχει να πάμε τρόφιμα και να μην πληρώσουμε εισιτήριο, αφού και εμείς θα  τα αγοράσουμε από το σούπερ μάρκετ. Κάτι δεν έχουν καταλάβει από την ανταλλακτική οικονομία ή κάτι άλλο «παίζει».

Τίποτα παραπάνω δεν είπα, διότι δεν είχε και νόημα. Έτσι βρέθηκα, χθες, να ξεκινάω το μεγάλο ταξίδι από την Καλαμαριά προς τη Μονή Λαζαριστών, φορτωμένος με λάδια, φασόλια και ντοματόζουμα, σα να πήγαινα στο Master Chef μοναστηριακής κουζίνας. Δευτέρα, σκέφτηκα, κλειστή η αγορά, δεν θα έχει κίνηση. Λογάριασα χωρίς τον ξενοδόχο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ξενοδόχος,  ήταν η «μεγαλειώδης» συγκέντρωση 32 ψηφοφόρων κάποιου Μιταφίδη, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα στη ΔΕΘ και μερικών εκατοντάδων από έξω που έπαιζαν ξύλο με τα ΜΑΤ, που προστάτευαν τους 32.

Σε τέτοιες περιπτώσεις βάζω να ακούσω Ράδιο Καταστροφή. Είναι ένας σταθμός (προφανώς δεν είναι αυτό το όνομα του), ο οποίος συνήθως δεν αντέχεται αλλά σε περιπτώσεις σαν την χθεσινή κάνει καλή δουλειά. Με την βοήθεια λοιπόν των ραδιοφωνικών φίλων, ξεκίνησα να διασχίσω την πόλη, η οποία ήταν ποτισμένη με την εσάνς εκατοντάδων δακρυγόνων.
Κάποτε και μετά από πολλές δυσκολίες και καθυστερήσεις φτάσαμε. Παραδώσαμε τα τρόφιμα-εισιτήρια σε έναν χαμογελαστό ιερέα στην είσοδο και πήγαμε στην επόμενη ουρά, για να μπούμε μέσα.

-          Λυπάμαι αλλά είναι γεμάτο. Δεν μπορείτε να μπείτε.

Τι λες ρε φίλε. Πέρασα δέκα πίστες, σα να ήμουν ο Σούπερ Μάριο και ο Πακ Μαν μαζί, για να φτάσω εδώ και με λες δεν χωράω; Καταρχήν η δήλωση είναι ρατσιστική. Τόσο πολύ χόντρυνα πια;
Δεν χωράμε; Δεν χωράμε. Τι να κάνουμε. Ανέβα από εδώ, στρίψε από εκεί, κρεμάσου παραπέρα, τελικά βρεθήκαμε να παρακολουθούμε την συναυλία «σκαλομαρία», τώρα στα γεράματα.

Η συναυλία καλή. Ο κόσμος ενθουσιώδης. Τα τραγούδια του Χιώτη, πασπαλισμένα με ασημόσκονη της δεύτερης δεκαετίας μετά το 2000, πάντα ευπρόσδεκτα. Κόσμος, κόσμος, κόσμος. Δίπλα μας είχαμε κάτι πιτσιρίκες που έβγαζαν selfie και μετά τις ποστάριζαν στα social media με αγωνιώδεις ερωτήσεις για την ορθογραφία του ονόματος του συγκροτήματος. Ένα ζευγάρι παραδίπλα, έκανε φιλότιμες προσπάθειες να τεκνοποιήσει, μπροστά στα μάλλον απορημένα μάτια ενός πεντάχρονου κοριτσιού και τα δικά μου. Κινητά παντού. Κόσμος που χόρευε. Κάποιοι, με το σύνδρομο του Γιαπωνέζου τουρίστα,  μαγνητοσκοπούσαν την συναυλία την οποία δεν πρόκειται να ξαναδούν.

Ωραία βραδιά! Έπρεπε να ζοριστούμε για να καταλάβουμε την αξία της.  Μας έφαγε λίγο η ορθοστασία, αλλά χαλάλι. «Διώξαμε το κακό», που θα έλεγε και ένας τυπάκος με μαλλί ράστα (αν μπόρεσα να διακρίνω καλά από την απόσταση που βρισκόμουν), που χοροπηδούσε στην σκηνή ουρλιάζοντας κάνοντας θλιβερά αποτυχημένες προσπάθειες να ραπάρει.

Και εις άλλα με υγεία.

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Στο παρκάκι


Σε ένα μικρό παρκάκι, εκεί στο ρέμα της Τούμπας, τους βλέπω κάθε πρωί, τώρα το καλοκαίρι.

Σε μια άκρη του στρογγυλού κόμβου, που τα αυτοκίνητα μπερδεύονται και οι οδηγοί βρίζονται αναμεταξύ τους, έχουν φτιάξει το στέκι τους. Μην φανταστείς τίποτα φοβερό. Ένα μπετονένιο κυκλικό τραπέζι, παλιό, βρώμικο, άβαφο και δύο κόκκινα παγκάκια αντικριστά.

Η παρέα είναι δύο άντρες, στην ηλικία που ονομάζουμε «συνταξιούχοι». Πρωί πρωί πάει ο πρώτος και περιμένει τον άλλο. Αμφίεση καλοκαιρινή. Ο ένας, ο πιο μεγαλόσωμος, με μπλε ανοιχτό «κασκορσέ» να τεντώνει στη κοιλιά και μαλλί λιγοστό, λευκό αλλά μακρύ, σαν τον τρελό επιστήμονα στο «Back to the future». Το στυλ φωνάζει ότι, όταν δούλευε, ήταν «μάστορας». Ο άλλος αδύνατος, πιο μικροκαμωμένος με πουκάμισο άσπρο με σκληρό γιακά φορεμένο έξω από το παντελόνι και πλούσια περιποιημένη λευκή κόμη. Επάγγελμα, αδιευκρίνιστο.

Κάθονται από την ίδια μεριά, αφού ο θόρυβος των αυτοκινήτων που περνούν από δίπλα τους, δυσκολεύει την επικοινωνία. Κοιτάζουν το κενό και συζητούν ήσυχα. Επάνω στο τραπέζι από μια κούπα με καφέ. Κανονική κούπα, φερμένη από τη σπίτι. Πορσελάνη, όχι πλαστικά μιας χρήσης και αηδίες. Παραδίπλα ένα αρχαίο «τρανζίστορ» σεβαστών διαστάσεων, φασκιωμένο με άσπρη μονωτική ταινία, «παράσημο» μάλλον από κάποιο πέσιμο και μια σπασμένη κεραία. Την δουλειά του, όμως, φαίνεται να την κάνει και έτσι μεταφέρεται καθημερινά σπίτι – στέκι, στέκι – σπίτι. Σα να ακούω την κυρά του, να τον μαλώνει κάθε πρωί που φεύγει από το σπίτι. Περίεργο πώς τα ζευγάρια, όσο μεγαλώνουν, μαζί δεν κάνουν και χώρια δεν μπορούν. «Πού πας ευλογημένε με αυτή την αρχαιολογία; Θα σε βλέπει ο κόσμος και θα μας κοροϊδεύει». Αυτός θα πετάει κανένα «έτσι πώς μας κατάντησαν, τι περίμενες να έχω, στερεοφωνικό με ηχεία;» και θα φεύγει βροντώντας την πόρτα έχοντας κάνει την μικρή του επανάσταση εναντίον του ζυγού της «Σατράπισσας» αλλά και «αυτών, που μας κατάντησαν έτσι». Όχι πολλά πράγματα βέβαια, γιατί ξέρει ότι δεν τον παίρνει. Θα πρέπει να γυρίσει πίσω το μεσημέρι και να βρει και το φαγί έτοιμο.

Μερικές μέρες, παίζουν σκάκι. Άλλες πάλι συζητούν, ήρεμα. Χωρίς εξάρσεις και φωνές. Γι αυτούς, αυτά είναι τα δικά τους social media. Τοίχος μικρός κλειστός με λίγους φίλους… Φαντάζομαι την θεματολογία. Τα παιδιά, ο Τσίπρας, ο Μητσοτάκης και πολλές ιστορίες από τότε που δούλευαν. Καθημερινή πικρή μνεία στις συντάξεις που πετσοκόβονται, τον ΕΝΦΙΑ για το σπιτάκι που αγόρασαν με αιματηρές οικονομίες, στην αδυναμία να αντιδράσουν για όσα γίνονται γι αυτούς, χωρίς αυτούς. Σημαντική θέση, στις καθημερινές κουβέντες, κατέχουν και οι διάφοροι δημοσιογράφοι, της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, τους οποίους έχουν αναγάγει σε δικούς τους υπερήρωες. Σούπερμεν με μαρκούτσι αντί για μπέρτα. «Είδες πώς του τα ψαλε, του υπουργού;». Είναι αυτοί που θα πουν κατάμουτρα στους «μεγάλους» όσα αυτοί δεν τόλμησαν ή δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να πουν.

Είναι όμορφα εκεί στη δροσιά κάτω από τα πεύκα και ας έχει λίγη φασαρία και καυσαέριο από τα αυτοκίνητα. Το μεσημέρι, την ίδια πάντα ώρα σαν σχόλασμα από την δουλειά, θα σηκωθούν, θα αποχαιρετήσουν, αφού δώσουν ραντεβού για την επόμενη μέρα και θα αναχωρήσουν για το σπίτι. Πρώτα, βέβαια, θα περάσουν από το «σούπερ» για τα απαραίτητα ψώνια, αυστηρά βγαλμένα από την λίστα. Δεν είναι να μπλέκεις τώρα, με την κυρά...

Τους ζηλεύω, διότι φαίνεται ότι έχουν ισορροπήσει σε ένα δικό τους μονωμένο σύστημα. Τους ζηλεύω διότι κάνουν αυτό που δεν θα μπορέσουμε εμείς, της γενιάς μου, να κάνουμε ποτέ. Ο Θεός να τους έχει καλά.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Το λεωφορείο


Από οικονομικά, δεν καταλαβαίνω πολλά. Εμείς οι μηχανικοί δεν είμαστε πολύ έξυπνοι, αλλά είμαστε πρακτικοί άνθρωποι. Θα σου το πω, λοιπόν, όπως το καταλαβαίνω.

Ήταν που λες ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ από τα παλιά, εκείνα με την στρογγυλεμένη μούρη, το καπιτονέ κουτί δίπλα στον οδηγό και την πόρτα που την συγκρατούσε ένα ζωνάρι όταν άνοιγε. Φουλ γεμάτο κατέβαινε στην Αθήνα από τον δρόμο τον παλιό, τον καοκτράχαλο, που ήταν γεμάτος και με ακριβά διόδια.

Ντούκου ντούκου, ο κόσμος υπέφερε και διαμαρτυρόταν. Ένας νεαρός επιβάτης φώναζε ότι αν του δώσουν το τιμόνι, το λεωφορείο θα γίνει σύγχρονο, θα έχει μεγάλες θέσεις και κλιματισμό για όλους και θα τους πήγαινε από έναν αυτοκινητόδρομο, που μόνο εκείνος ήξερε.

Πολύ δεν ήθελε. Πέταξαν έξω από το λεωφορείο τον παλιό οδηγό και πήραν το νέο. Χαζοί δεν ήταν.

Από την πρώτη στιγμή κάτι σα να μην πήγαινε καλά, αλλά σκέφτηκαν «νέος είναι, θα μάθει». Αυτός λοιπόν όχι μόνο δεν τους πήγε με σύγχρονο λεωφορείο αλλά άφησε να ρημάξει και το παλιό (κάτι σαν την ιστορία με τον ΟΑΣΘ). Ο δρόμος δεν έφτιαξε, οι συνθήκες του ταξιδιού κάθε μέρα και χειρότερες. Ο οδηγός, μαζί με κάτι φίλους τους, ήταν οι μόνοι που περνούσαν καλά. Εκεί μπροστά που καθόταν, είχε κλιματισμό, άνετες καρέκλες και χαϊλίκια που δεν είχαν ξαναδεί στην ζωή τους.

Από τους επιβάτες που ήταν στην καρότσα, ο νέος οδηγός, ζητούσε συνεχώς πρόσθετο εισιτήριο, γιατί, καθώς έλεγε, η βενζίνη και τα διόδια είχαν ακριβύνει και εκείνος δυστυχώς δεν το είχε υπολογίσει. Κατά ένα περίεργο τρόπο, από τότε που πήρε το τιμόνι, η Αθήνα συνεχώς ξεμάκραινε (όπως γίνεται σε κάτι κακά όνειρα, που τα λένε εφιάλτες).

Η διαδρομή αυτή ήταν κάτι σαν ράλι. Μια επιτροπή παρακολουθούσε κάθε κίνηση του λεωφορείο και όποτε πίστευε ότι κάτι δεν έκανε καλά, του έβαζε βαθμούς ποινής.

Κάποτε έφτασαν στην Αθήνα. Ο νεαρός οδηγός έβαλε τα καλά του και άρχισε να πανηγυρίζει, σα να είχε τερματίσει πρώτος στο γραντ πρι του Μόντε Κάρλο. Έβαλε και μια γραβάτα σαν θερμόμετρο, και καμώθηκε τον πιλότο. Γέλια και χαρές με τους φίλους του, που έτσι και αλλιώς περνούσαν καλά. Οι επιβάτες από την καρότσα, ετοιμάστηκαν να κατέβουν, τσαλακωμένοι, κουρασμένοι και πεινασμένοι.  Ταλαιπωρία, αλλά είχαν φτάσει.

Μια άσχημη έκπληξη τους περίμενε. Η επιτροπή του ράλι, που είπαμε, τους σταματάει και τους λέει με μια περίεργη ξενική προφορά. «Φτάσατε, αλλά δεν τεγματήσατε. Έχετε τόσους πολλούς βαθμούς ποινής, που για να τεγματήσετε θα πγέπει να κάνετε την διαδγομή πάνω κάτω πέντε φογές πάνω κάτω. Και θα την κάνετε από τον ίδιο δγόμο με τις ίδιες συνθήκες». Κάποιος ψέλλισε «και εμείς τι φταίμε, αν αυτός δεν ήξερε να οδηγεί». Οι άνθρωποι της επιτροπής τον αγνόησαν επιδεικτικά. Οι επιβάτες δεν πίστευαν στα αυτιά τους. Αν ήταν έτσι, τότε γιατί πανηγύριζε ο νεαρός οδηγός και οι φίλοι του; Η εξήγηση ήταν απλή. Εκείνοι περνούσαν μια χαρά, όπως δεν είχαν ελπίδα να περάσουν ποτέ, είτε το ταξίδι ήταν με καλό λεωφορείο σε σύγχρονο, δρόμο είτε όχι.

Ξαναμπήκαν στο λεωφορείο, στριμώχτηκαν στις θέσεις και περίμεναν υπομονετικά, ο νεαρός οδηγός να τελειώσει με τους πανηγυρισμούς για να ξεκινήσουν το ταξίδι της ταλαιπωρίας.

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Στη Μοδιάνο

Θα ήμασταν εκεί γύρω στα δέκα και τέτοια εποχή που τελείωναν τα σχολεία, πριν φύγουμε για την παραθέριση, ρωτούσε η μητέρα μου.
- Θα πάω στην αγορά. Θέλετε να έλθετε;
Μόνιμη απάντηση, με ερώτηση…
- Σε ποια αγορά; Στην «καλή» ή στην «κακή».
Όπου καλή ήταν αυτή με τα εμπορικά μαγαζιά, που ψώνιζες ρούχα παπούτσια και κανένα παιχνίδι. Κακή, αυτή που ψώνιζες τρόφιμα. Δηλαδή «Μοδιάνο» ή «Καπάνι». Για την πρώτη κουνούσαμε την ουρά μας χαρούμενα, σαν τρελαμένα κουτάβια. Για την δεύτερη, ούτε λόγος. Άσε που μπορεί να περιελάβανε και κουβάλημα των «ωνίων» μέχρι τα Agiou Dimitriou heights!
Αυτά σκεφτόμουν, σήμερα το απόγευμα, που τα βήματα μου με έφεραν στην υπό εκκένωση Μοδιάνο. Κάποιες μυρωδιές έχουν μείνει από τα παλιά. Η βαριά μυρωδιά του κρέατος, ανάμιχτη με αυτή των ψαριών και των σάπιων φρούτων. Μπορεί να ήταν και η ιδέα μου. Η δύναμη της συνήθειας, βλέπεις.
Περνάω έξω από τα ψαράδικα. Παρατημένα όπως, όπως κουτιά φελιζόλ, επάνω σε κεκλιμένους πάγκους. Κάποτε ήταν γεμάτοι ψάρια, επάνω σε πάγο που έλειωνε και τα νερά έτρεχαν σε καναλάκια, αλλά και στον διάδρομο, βρέχοντας τα πόδια μας που κολυμπούσαν μέσα σε ανοιχτά πέδιλα από το Μούγερ, αγορασμένα λίγο μεγαλύτερα για να χωρέσουν τουλάχιστον μια σεζόν τα πόδια που μεγάλωναν ασταμάτητα.
Τσιγκέλια παντού, βαμμένα με λευκή γυαλιστερή λαδομπογιά. Σήμερα στέκουν άχαρα, μελαγχολικά. Σε άλλες εποχές, που δεν γνώριζαν από HACP, από αυτά κρεμόταν αιματοβαμμένα σφάγια και οι χασάπηδες πάλευαν να τα πουλήσουν στις νοικοκυρές.
Πινακίδες από άλλες εποχές ή και νεότερες ρεπλίκες εκείνων των παλαιών. «Τροχείον» που κάποτε έκανε χρυσές δουλειές, αφού όλοι εκεί, με ένα μαχαίρι είχαν να κάνουν και αυτό έπρεπε να κόβει ξυράφι. Μεγαλομανείς τίτλοι «το Λουξ» και «τα ψάρια που επεκράτησαν». Σήμερα στέκουν δίπλα σε πρόχειρες εκτυπώσεις που πληροφορούν για το πού μεταφέρονται τα καταστήματα, τώρα που κλείνει η στοά.
Παντού λάμπες φθορισμού. Κάπου είχα διαβάσει ότι, αν δεις το πρόσωπο σου φωτισμένο από μια λάμπα φθορισμού, θα ξέρεις ακριβώς πώς θα δείχνεις την ημέρα που θα αποχωρίσεις από τον μάταιο τούτο κόσμο. Η σκέψη δένει όμορφα με την μελαγχολία που γεννάει ο χώρος σήμερα.
Ταβέρνες που έχουν πάρει την θέση των καταστημάτων με τρόφιμα. Κάποιες από αυτές έχουν γράψει ιστορία με τα γλέντια που γινόταν εκεί. Γλέντια, έρωτες, γκομενιλίκια, παρέες, ακόμα και πολιτικές ζυμώσεις. Παραδίπλα, άλλωστε ήταν και τα γραφεία του κάποτε παντοδύναμου ΠΑΣΟΚ. Σήμερα η παρακμή του, δένει με την παρακμή του χώρου.
Το μαγαζί του Καλογιάννη στην Ερμού, με καφέ BRAVO για τους μεγάλους, τότε που ακόμα ο καφές δεν είχε γίνει επιστήμη, και καραμέλες σε σακιά, για μας τα παιδιά. Οι δεύτερες λειτουργούσαν και ως δέλεαρ για να συνοδεύσουμε την μητέρα μας στην «κακή» αγορά.
Δεν σου τα γράφω αυτά, μιξοκλαίγονταν για τα μαγαζιά που χάνονται. Δεν έχω το δικαίωμα, καθώς εδώ και παρά πολλά χρόνια, πλην σπανίων περιπτώσεων, δεν ψώνιζα από εκεί. Τα γράφω με την ιδιότητα του περιπατητή που πέρασε κατά τύχη από παλιά λημέρια και του ξύπνησαν μνήμες.
Μοιράζομαι μαζί σου και τις φωτογραφίες που έβγαλα, με τον ταπεινό Κινέζο μου.






































Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Κωνσταντίνου και Ελένης, Update


Σήμερα γιορτάζει ο Κωνσταντίνος και η Ελένη.

Κωνσταντίνος ή Κώστας είναι αυτός που δεν είναι Γιάννης ή Γιώργος. Είναι, ας πούμε, ο τρίτος πόλος και κάπου εδώ τελειώνουμε με τα mainstream ονόματα. Είναι το όνομα που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε προαπαιτούμενο για την αναρρίχηση στα υψηλά αξιώματα της Κληρονομικής Δημοκρατίας μας. Είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι πρόεδροι της δημοκρατίας και πρωθυπουργοί της μεταπολίτευσης έφεραν αυτό το όνομα. Για να μην μπερδευόμαστε και επειδή στην δημοκρατία δεν προβλέπεται επισήμως διαδοχή, δεν λέμε πχ Κωνσταντίνος Β’ αλλά δίνουμε υποκοριστικό, τύπου «Κωστάκης». Αυτό βέβαια ίσως να έχει να κάνει και με την αξία του ως πολιτικού. Σίγουρα όμως δεν έχει να κάνει με το μέγεθος του.

Κωνσταντίνος, όνομα λομπίστικο, κατάφερε και παρέμεινε στις επιλογές των Ελλήνων ακόμα και όταν άρχισαν να ονομάζουν τα αγόρια τους Φρίξο, Φοίβο, Ιάκινθο. Αντικατέστησαν τον Κωστάκη με τον Κωνσταντίνο, δίνοντας του το απολεσθέν εκ της συντμήσεως λούστρο και συνέχισαν κανονικά την ονοματοδοσία προς μεγάλη ευχαρίστηση παππούδων και παππάδων.

Σας έχω και μια πληροφορία που έχει και αυτή την αξία της, όταν ο Κώστας αποκαλείται Κωστάκης, είναι μερακλής και γουστάρει την χωριάτισσα.

Η Ελένη πάλι κρατάει μια αξιοπρεπή θέση στην δημοφιλία των γυναικείων ονομάτων. Μπορεί να μην είναι Μαρία αλλά σίγουρα έχει και αυτή την δυναμική της. Πρωταγωνίστρια στα προβλήματα της αριθμητικής στο δημοτικό μαζί με τον Γιαννάκη και τον Κωστάκη (Η μαμά έδωσε στην Ελενίτσα 10 πορτοκάλια, στον Γιαννάκη πέντε και στον Κωστάκη δύο. Τα μάζεψαν όλα σε ένα πανέρι. Από πόσα πορτοκάλια θα πάρει ο καθένας αν πάρουν όλοι τα ίδια;).

Ισόβια παρτενέρ του Τοτού στα ανέκδοτα που τον έχουν πρωταγωνιστή και σίγουρα ένα από τα ονόματα για τα οποία καλό είναι να μην αναρωτηθούμε. «Ποια Ελένη;». Για κάποιους βέβαια θιασώτες των πρωινών και μεσημεριανών τηλεοπτικών θεαμάτων η απάντηση αβίαστα αναφέρεται στην αιώνια βασίλισσα αυτών των ζωνών.

Η Ελένη μπορεί να ξυπνά πάθη και αποκαλείται και Νίτσα Ελενίτσα Ελενάκι μου και είναι όνειρο μου και το μεράκι μου ή να είναι της επαρχία και της Αθήνας κοιμωμένη. Μυστήριο πλάσμα η Ελένη.

Χρόνια πολλά.

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Ο καφές του μάστορα


Ερχόταν που λες ο μάστορας τα παλιά χρόνια στο σπίτι. «Μάστο Νίκο να φτιάξω καφεδάκι», ρωτούσε η νοικοκυρά. «Βαρύ γλυκό, να πάνε τα φαρμάκια κάτω», απαντούσε ο μαστροΝίκος. Έφτιαχνε η νοικοκυρά, του έβαζε και κουλουράκι μαζί και καθόταν, πίνανε τον καφέ μαζί και τα λέγανε. Αν δούλευε στο γιαπί, έβγαζε το μπρίκι, έβαζε τα υλικά που είχε σε γυάλινο βαζάκι, νερό από το λάστιχο και τον «φούσκωνε» μερακλίδικο με το φλόγιστρο του υδραυλικού.

Περάσανε τα χρόνια και ο μάστορας άρχισε να πίνει φραπέ. Αν δούλευε σε σπίτι, του τον φτιάχναν σε γυάλινο ποτήρι, βάζαν και παγάκια και μπόλικη ζάχαρη και ποτέ γάλα και ένα καλαμάκι, χοντρό μπουρί της σόμπας, που έβγαινε από λευκή χάρτινη συσκευασία.  Ο μάστορας το πίνει γλυκό τον καφέ και χωρίς πολλές τσιριτσάντζουλες.

Αν δούλευε στην οικοδομή, έπαιρνε από το περίπτερο «σπαστό» φραπεδάκι, έριχνε μέσα κρύο νερό και το χτυπούσε με μανία, κάνοντας συνήθως τον κόσμο χάλια από τις «διαρροές» του καπακιού. Οι ζάχαρες, σε χάρτινο παραλληλόγραμμο φακελάκι, έβγαιναν σε πλειστηριασμό. Τα είπαμε αυτά. «Ο μάστορας το πίνει γλυκό τον καφέ του».  

Ύστερα ήλθαν τα «φραπέΣ σε πακέτο». Στην αρχή πήγαινε στην «μπουγάτσα» και του φτιάχναν τον καφέ σε πλαστικό άσπρο ποτηράκι. Το καλαμάκι πάντα σε άσπρη χάρτινη συσκευασία. Να το ανοίγεις με το στόμα και να κολλάει το μισό στα χείλια. Ήθελε προσοχή η μεταφορά γιατί τότε τα ποτηράκια δεν είχαν καπάκι και αν ήταν καλός ο μαζί σου ο μπουγατσατζής, σου το γέμιζε μέχρι πάνω.

Έβλεπες στον δρόμο να πλησιάζει το βανάκι  και μετρούσες πόσα καλαμάκια εξείχαν από το ταμπλό για να δεις πόσα μαστόρια είχε μέσα…

Και μετά ήλθε ο καιρός, του «όλα σε πακέτο». Τα ποτήρια έγιναν διαφανή, εντυποσιακά, διπλασιάστηκαν σε μέγεθος, απέκτησαν καπάκι και καλαμάκι μπουρί πολύχρωμο σε διάφανη πλαστική συσκευασία. Ήταν ο καιρός της ευμάρειας και ο φραπές πια δεν μας έκανε. Ο μάστορας έπρεπε να πίνει φρέννντττο. Έμαθε και την καστανή την ζάχαρη, έμαθε και το σιροπάκι, και καμιά φορά τον πίνει και «αντικαφεινέ» να μην τον πειράζει στο στομάχι. Τον πλήρωνε κάτι παραπάνω αλλά ήταν «στάτους σύμπολ» στην οικοδομή. Πρώτοι το ξεκίνησαν οι πιτσιρικάδες και σιγά σιγά το έμαθαν και οι μεγάλοι. «Πάνε ρε Γιωργάκι στο Νίκο στη γωνία να φέρεις φραπεδάκια και κανά κρύο νερό». «Να φέρω φρέντο μάστορα;». Μια δύο τρεις το έμαθε και ο μάστορας το φρέντο και δεν έκανε πλέον χωρίς αυτό. Το καλαμάκι στένεψε και κόντυνε. Ρουφάει, ρουφάει ο μάστορας και ο καφές ακόμα μέσα μένει.

Και ήλθε και η κρίση και ο καφές ο ακριβός, έγινε φτηνός και δίνουν δώρο και το νερό και καμιά φορά και τυρόπιτα μαζί. Δεν χρειάζεται να πηγαίνει ο Γιωργάκης στο Νίκο στην γωνία γιατί ο «Νικός» έχει πλέον ντελίβερι, με μηχανάκι που πάει κόντρα στον μονόδρομο και καβαλάει το πεζοδρόμιο για να φέρει εγκαίρως τον φρένννττττο του μάστορα, σε τσαντάκι thermos για να μην λιώσουν τα παγάκια. Το ποτήρι πάντα ανθοδοχείο, με καπάκι καμπάνα και καλαμάκι μακαρόνι Νο10 σε χρώμα μαύρο.

Και έρχεται το κράτος και ΣΕ λέει καταργώ τα καλαμάκια. Και τώρα τι θα κάνει ο μάστορας χωρίς καλαμάκι!

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Ο Γιώργος


Σήμερα γιορτάζει ο Γιώργος. Γιώργος είναι αυτός που δεν είναι Γιάννης ή Κώστας. Οι υπόλοιποι είμαστε μειονότητες με τις οποίες ουδείς ασχολείται.

Εσχάτως ο Γιώργος απαντάται πλέον ως Γεώργιος, αποτέλεσμα της αίσθησης μεγαλείου γονέων που αποφάσισαν να μην ονομάσουν τα παιδάκια τους με τα μοντέρνα ονόματα Υάκινθος, Φοίβος κλπ αλλά να κρατήσουν το όνομα του παππού. Μόνο που ο Κωστάκης έγινε Κωνσταντίνος, ο Γιαννάκης, Ιωάννης και ο Γιωργάκης, Γεώργιος και η ζωή κυλάει χαρούμενα στην όμορφη χώρα μας.

Κάθε Γιώργος είναι άτομο με μεγάλη αξία κάτι σαν ευγενές μέταλλο, αφού «όπου Γιώργος και μάλαμα». Προσωπικά γνωρίζω και μια Μάλαμα αλλά δεν την έχω δει ποτέ με Γιώργο, γι αυτό μην πιστεύετε ότι λένε τα τραγούδια. Τραγούδια γράφει και ο Σωκράτης Μάλαμας αλλά ας μην πιαστούμε και με αυτό γιατί η κουβέντα ξεστρατίζει επικίνδυνα και έχουμε να ευχηθούμε σε πολύ κόσμο.

Ατυχώς είναι τόσοι πολλοί αυτοί που φέρουν το όνομα αυτό που είναι εύκολο να γίνουν μπερδέματα. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά χρειάζονται διευκρινίσεις του τύπου «δεν είμαι εγώ ο Γιώργος που αγαπούσες μια φορά». Κάτι σαν το «δεν είναι αυτό που νομίζεις αγάπη μου».

Η σύζυγος του Γιώργου ονομάζεται Γιώργαινα και καλείται να απαντήσει στην ερώτηση «ο Γιώργος της πού πάει, για πού το βαλε και πού το ξενυχτάει» τώρα που «άναψε το πούρο του, έβαλε το σκούρο του, μπήκε στο αμάξι του». Τώρα με την κρίση και την αριστερή κυβέρνηση που σώζει τον τόπο, ο Γιώργος άναψε ένα στριφτό, φόρεσε σκισμένο τζιν και ανέβηκε σε ένα παπάκι. Αλλά η Γιώργαινα εξακολουθεί να μην μπορεί να απαντήσει στην ερώτηση. «πού πάει». Σε κάθε περίπτωση και αφού μιλάμε για νυχτερινή διασκέδαση, Γιώργο και για την ακρίβεια Γιωργάκη, θα βρούμε αν δεχτούμε την πρόσκληση και πάμε απόψε στου Θωμά. Η δοξαριά του εορτάζοντος σήμερα Γιωργάκη θα σου κόψει την μιλιά και η Μαρίκα με το ντέφι θα γελάει και θα σου γνέφει. Το ότι χρειάστηκε να μπει Γιώργος και η Μαρία, σφήνα σε τραγούδι για τον καημένο τον Θωμά, δείχνει το πρόβλημα του υπερπληθυσμού που αναγκάζει τους στιχουργούς να τους περνάνε στη ζούλα, σε τραγούδια για άλλα ονόματα.

Για κάποιο περίεργο λόγο και χωρίς να ερωτηθεί, ο Γιώργος, νιώθει ότι πρέπει να δηλώσει δημοσίως ότι το πώς τον λένε και ότι ποτέ δεν τραγουδάει, για της αγάπης το γλυκό πικρό καημό. Είναι ο ίδιος που αναγκάζει τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα να αναρωτηθεί δημοσίως «μα τι είναι αυτός, μα τι είναι αυτός ο Γιώργος».

Ο Άγιος Γεώργιος, πάντως, ήταν έφιππος στρατιωτικός, που όχι μόνο τα λέει τσεκουράτα αλλά βρίσκει και το φίδι και του κάνει το κεφάλι κρέας, προς μεγάλη τέρψη των Ασιατών που έχουν κατακλίσει τον κόσμο και βρίσκουν μια γκρουρμεδιά για το εορταστικό τραπέζι της ημέρας.  

Η γιορτή του Αγίου Γεωργίου ήταν από πάντα κινητή. Για να καταλάβεις πόσο μπροστά είναι, ήταν κινητή πριν ακόμα και από την τηλεφωνία.

Οι Γιώργηδες είναι τόσοι πολλοί, που τους βρίσκεις παντού. Γεώργιο είχαμε βασιλιά, πρωθυπουργό, ακόμα και δικτάτορα. Στα χρόνια της δημοκρατίας το όνομα είναι συνυφασμένο με την ήττα, εξ ου και η έκφραση «Γιώργο χάσαμε». Βέβαια  αν μιλάμε για «Γιωργάκη» και χάσαμε και θα πληρώσουμε και θα συνεχίζουμε να πληρώνουμε εις το διηνεκές.

Η θηλυκή εκδοχή του ονόματος δεν είναι τόσο δημοφιλής αλλά είναι πάρα πολύ ισχυρή. Απαντάται συνήθως ως χώρα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης καθώς και ως κλάδος της οικονομίας. Βέβαια δεν πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι για πολλά, πάρα πολλά χρόνια είχε το δικό της υπουργείο. Το Υπουργείο Γεωργίας.

Χρόνια Πολλά στους Γιώργηδες και τις Γεωργίες.

Βόλτα με το ποδήλατο

Ήλθε η άνοιξη, δεχτήκαμε και την επίθεση της θερμιδίασης στα ρούχα, λέω και εγώ ώρα για μια βόλτα με το ποδήλατο στην παραλία. Άμα το κάνεις, κάνε το καλά. Βάζω λοιπόν και το «απλικέσιο» στο κινητό, που μου λέει πώς πάει το work out και βουρ για … work out.

Ξεκινάω Σάββατο απογευματάκι. Να έχει πέσει λίγο ο ήλιος, που μας λέγανε όταν ήμασταν παιδιά. Εξαιρετικά κακή ιδέα. Όλος ο κόσμος το ίδιο είχε σκεφτεί. Μποτιλιάρισμα κανονικό.

Κοντά στο Μέγαρο Μουσικής πέφτω επάνω σε ζευγάρι γονέων περιπατητών με το παιδάκι τους, επάνω σε ποδήλατο. Το ποδήλατο έχει βοηθητικές ρόδες. Το παιδί φοράει χοντρό μπουφάν ενώ σκάει ο τζίτζικας, κράνος, επιγονατίδες, προστατευτικά για τους αγκώνες και γυαλιά ηλίου μεγέθους παρμπρίζ λεωφορείου. Αυτό δεν είναι παιδί. ΜΑΤατζής στα Εξάρχεια είναι. Ατυχώς δεν έκανα έλεγχο να δω αν ακολουθούσε ασθενοφόρο για κάθε ενδεχόμενο…

Τους προσπερνάω μουρμουρώντας κάτι από μέσα μου. Δεν μας πρόσεχαν αρκετά οι γονείς μας ... Έχω απομακρυνθεί αρκετά από το σπίτι και ακούω στα ακουστικά μια ανακοίνωση τύπου μετρό (από διηγήσεις τα ξέρω αυτά γιατί εμείς εδώ μετρό δεν έχουμε) από έναν τύπου που μου λέει στα Εγγλέζικα ότι έκανα το πρώτο χιλιόμετρο, σε πόση ώρα το έκανα και ποιος είναι ο πιο καλός χρόνος. Απλικέσιο δεν ήθελες; Πάρε έναν ακόμα στα αυτιά σου να σε ελέγχει.

Είμαι πλέον στον ποδηλατόδρομο της νέα Νέας Παραλίας. Κάθε τόσο συναντώ τετράτροχα ποδήλατα, με πέντε έξι νοματαίους επάνω, να κάνουν βαριεστημένα πετάλι, μιλώντας στο κινητό.

Η ώρα είναι ιδανική για βόλτα στην παραλία. Ούτε ζέστη ούτε κρύο και ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα στο βάθος. Κόσμος περπατάει. Συνταξιούχοι συν δυο, συν τρεις, συζητάνε για πολιτική. Μαμάδες μπαμπάδες σπρώχνουν καρότσια με μωρά, ή με όχι τόσο μωρά που όμως βαριούνται να περπατήσουν.

Η Σούλα που έβαλε την ψηλή την γόβα, βάφτηκε σαν τρανσέξουαλ, φόρεσε και τα ρούχα της κουμπάρας στον γάμο και βγήκε όλο καμάρι με τον αρραβωνιάρη με το τσερόκι μαλλί και το κολλητό τζιν το ξεβαμμένο στα κατάλληλα σημεία, βόλτα αλα μπρατσέτα, στην «βόλτα του χωριού».

Ένα μπαρ επάνω σε ρόδες, έχει στηθεί σε μια άκρη και προσφέρει καφέδες και ποτά, υπό τους ήχους της μουσικής που παίζει dj παρακαλώ! Παραδίπλα λιγότερο φάνσι τύποι πουλούν μπουκαλάκια με κρύο νερό, ποπ κορν και μαλλί της γριάς.

Έχω αναπτύξει ταχύτητα και αισθάνομαι αθληταράς, καθώς ο τύπος με τις ανακοινώσεις μετρό στα αυτιά μου, κάθε τόσο μου ανακοινώνει ότι ο χρόνος μου βελτιώθηκε. Σκύβω μπροστά για να βελτιώσω την αεροδυναμική μου. Όλα καλά μέχρι που με περνάει σαν σταματημένο, καλλίπυγος κορασίδα που ποδηλατεί με χαρακτηριστική άνεση, χωρίς να κρατάει το τιμόνι αφού τρώει σπόρια και πίνει ένα energy drink με περίεργο χρώμα. Προσγειώνομαι απότομα… αλλά συνεχίζω!

Κάθε τόσο συναντάω και έναν μουσικό που έβγαλε την τέχνη του στην παραλία και την παρουσιάζει στους περιπατητές που τον ανταμείβουν με κέρματα. Η τάση της εποχής τα θέλει όλα ηλεκτρικά και έτσι διαθέτουν ενισχυτές και ηχεία και ο ήχος τους επιβάλλεται βιαίως. Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι ακούγονται ευχάριστα. Λαμπρή και διαχρονική εξαίρεση ο βλαμμένος που τραγουδάει σκυλάδικα μπροστά στις ομπρέλες, καταστρέφοντας ρομαντζάδες σε ηλιοβασιλέματα γεμάτα αναμνήσεις.

Περνάω το άγαλμα του Μεγαλέξανδρου και πέφτω επάνω σε παρέα Τούρκων που βγαίνουν αναμνηστικές φωτογραφίες κάνοντας φασαρία. Μιλούν πολύ και κάθε δεύτερη λέξη, πετούν και ένα malllaka. When in Rome act like Romans. Εξάγουμε πολιτισμό!

Φτάνω στον Λευκό Πύργο. Εδώ πλέον επικρατεί το αδιαχώρητο. Μικροπωλητές κάθε είδους με γεννήτριες φασαριόζες και πολύχρωμα φώτα, κόσμος που πάει να ανέβει στα καραβάκια για βόλτα στον Θερμαϊκό, κάποιοι έχουν ραντεβού και ψάχνονται με την βοήθεια των κινητών, παιδάκια τρέχουν, κάτι μαυρούληδες κάνουν φασαρία φωνάζοντας και γελώντας, οικογένειες μεταναστών με γυναίκες μαντυλοφορούσες. Ένας χαμός.

Κρίνω ότι είναι επικίνδυνο να μπω στο κομμάτι της παλιάς παραλίας και παίρνω τον δρόμο της επιστροφής. Ο Αμερικάνος με τις ανακοινώσεις του μετρό στα αυτιά μου, με εμψυχώνει. Αύριο πάλι.

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Θερμιδίαση

Έχω ένα μεγάλο πρόβλημα και χρειάζομαι τη βοήθεια σας. Ίσως κάποιος από εσάς να μπορεί να με βοηθήσει.

Ο καιρός έφτιαξε. Σήμερα το πρωί, ανέβηκα στο πατάρι να κατεβάσω κανένα καλοκαιρινό ρούχο. Με τρόμο διαπίστωσα ότι όλα τα ρούχα μου είχαν πάθει θερμιδίαση.

Για όσους δεν γνωρίζουν, θερμιδίαση είναι αυτό που παθαίνουν τα ρούχα όταν δέχονται επίθεση από τις θερμίδες.

Θερμίδες, είναι κάτι πολύ μικρά ζωύφια (δεν φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού) μοδιστρούλες που όσο εσύ κοιμάσαι, μπαίνουν μέσα στην ντουλάπα και στενεύουν τα ρούχα σου. Συμπαθέστατες, κατά τα άλλα. Περνάς υπέροχα μαζί τους. Γλυκιές, σαν την αμαρτία, δούλευαν ακούραστα όλο τον χειμώνα και να τώρα τα ολέθρια αποτελέσματα. Κατάφεραν να φέρουν εις πέρας το τεράστιο project και να μικρύνουν όλα τα ρούχα μου.

Δεν μου μπαίνει τί-πο-τα. Χιούστον έχουμε πρόβλημα.

Γκουκλάρισα και είδα ότι καταπολεμούνται μόνο με «κελεμπία». Μια τέτοια πρόκειται να προμηθευτώ αμέσως και με αυτή θα κοιμάμαι, με αυτή θα ξυπνάω. Με αυτή θα πάω και στην παραλία και θα με δείτε στην Χαλκιδική, που σαν αυτή δεν έχει, να κάνω μπάνιο σα να βαφτίζομαι στον Ιορδάνη τον ποταμό.

Κάποια άλλη ιδέα; Κάθε βοήθεια δεκτή.

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Ο Θωμάς

Σήμερα γιορτάζει ο Θωμάς. Ο Θωμάς είναι άπιστος. Αλλά «άπιστος» που δεν πιστεύει και όχι σαν τον Γιώργο που είναι πονηρός και αυτά που λέει μην τα τρως και από τις έντεκα και μπρος κυκλοφοράει σαν γαμπρός. Να τα λέμε αυτά γιατί πλησιάζει και του Αγίου Γεωργίου και θα έχουμε παρεξηγήσεις.

Άπιστος ξεάπιστος, ο Θωμάς είναι άνθρωπος φιλόξενος. Έλα απόψε στου Θωμά (Chez Thomas, που λένε και στα Παρίσια), να σου παίξω μπαγλαμά, σου λέει ο άλλος. Στο νόημα για να μπεις θα σου εξηγήσει ο Μπάμπης (που μάλλον είναι Χαράλαμπος), του Γιωργάκη (νατος πάλι ο Γιώργος) η δοξαριά θα σου κόψει την μιλιά και η Μαρίκα με το ντέφι θα γελάει και θα σου γνέφει. Πολλοί μαζευόμαστε και δε μου αρέσει. Τέλος πάντων. Ευτυχώς, στου Θωμά, τα πράγματα είναι ήσυχα και όχι σαν την ταβέρνα του Μανώλη που έπεσε μια ντουφεκιά και τρυπήσαν τα βαρέλια και χυθήκαν τα κρασιά. Και το λες τώρα αυτό εσύ παιδικό τραγούδι μέσα στη βία. Σε τι κόσμος μεγαλώνουμε τα παιδιά μας! Και μεγαλώνει το παιδί και ψηφίζει τον Τραμπ και να τα κουμπούρια γεμισμένα, μπαμ και μπουμ οι κουμπουριές φυτεύεις βόλια μέσα στις καρδιές. Αυτά βέβαια τα κάνει η Μαλάμω που μοσχοβολά θυμάρι, αλλά ας μην πιαστώ και με αυτήν.

Ο Θωμάς, άλλως Tom, είναι το αντίπαλο δέος του Jerry. Ο ένας είναι γάτος και αν πούμε τον πλήρη τίτλο Tom Cat γίνεται πολεμικό αεροσκάφος αλλά καλύτερα να μην τα θυμώμαστε αυτά, μέρες που είναι και ο άλλος ποντίκι. Ας αρκεστούμε στο άκακο τηγάνι με το οποίο ο Jerry περιμένει τον Tom στις γωνίες.

Αυτά είχα να σας πω για τον Θωμά και χρόνια του πολλά. Το ίδιο και στην Θωμαή για την οποία όμως δεν έχουμε ακούσει κάτι.