Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Παραμονή Πρωτοχρονιάς

Η Άννα είναι φοιτήτρια. Συμπληρώνει το χαρτζιλίκι της, κάνοντας baby seating σε παιδάκια. Παραμονή Πρωτοχρονιάς με σχέδια μεγάλα για την «πιο λαμπρή νύχτα του χρόνου». Το ετοιμάζουν από την αρχή του μήνα. Δεν την ξαναπαθαίνουν όπως πέρσι, που βρέθηκαν να γυρνούν από μαγαζί σε μαγαζί σαν τις άδικες κατάρες, χωρίς να βρίσκουν κάπου να τους δεχτούν. Φέτος έχουν κλείσει με την παρέα σε ένα μαγαζί που το να βρεις τραπέζι, ισοδυναμεί με πρώτο λαχνό στο τζόκερ. Ο γνωστός, του γνωστού και τελικά Ναι! Συνεννοήσεις, κόντρα συνεννοήσεις. Και «τι θα βάλεις;» και «πώς θα πάμε;» και «θα έλθει τελικά εκείνος;». Θα έλθει!

Την προπαραμονή δέχεται μήνυμα από την κυρία Γεωργία, μαμά ενός από τα παιδιά που «κρατάει» κάποια βράδια. Έχει χάσει το άντρα της πριν από δύο χρόνια και η κορούλα της, η Φοίβη, είναι τεσσάρων χρόνων. «Το ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά μήπως θα μπορούσες να έλθεις για λίγες ώρες, το βράδυ της παραμονής, για να κρατήσεις την Φοίβη; Είναι πολύ σημαντικό για μένα. Δεν θα αργήσω και μετά μπορείς να βγεις. Κερνάω εγώ μετά την έξοδο σου». Το μήνυμα την βρήκε με την κολλητή της την ώρα που έκανε το «εορταστικό μανικιούρ». «Θα αστειεύεται βέβαια». Για όλα τα λεφτά του κόσμου, δεν χάνει την έξοδο αυτή. Θα είναι και «εκείνος».

Πιάνει το τηλέφωνο για να πει «ευχαριστώ, αλλά…». Το σηκώνει η κυρία Γεωργία. «Χρόνια Πολλά, πώς περάσατε τα Χριστούγεννα; Ωπ περίμενε, θέλει να σου μιλήσει η Φοίβη. Μου παίρνει το τηλέφωνο από τα χέρια». «Γιάθου. Χλόνια Πολλά. Θα έλθειθ αύλιο παλέα μου; Θ’αγαπώ πολύ πολύ. Θε λατλεύω!». Όλα αυτά ποτάμι. Εκεί που ήταν έτοιμη να αρνηθεί ευγενικά, έχασε τα λόγια της. Το κάστρο κατελήφθη εξ εφόδου. «Θα έλθω, κούκλα μου». Η φίλη της δεν πίστευε στα αυτιά της. «Καλά εί σαι χα ζίιιι;». Απάντησε κοφτά με τρόπο που δεν σήκωνε πολλά πολλά. «Θα πάτε εσείς και θα έλθω», της είπε κοφτά.

Την επόμενη μέρα, από το μεσημέρι και μετά άρχισαν οι προετοιμασίες. Ούτε νύφη! Κανονικό μποτέ… Είπαμε θα είναι και «ποφτός» το βράδυ. Στολίστηκε και ξεκίνησε για το σπίτι της μικρής. Εκείνη μόλις την είδε έκανε σαν τρελή. Σα να είχε δει τη νεράιδα του παραμυθιού. Εκεί που την είχε συνηθίσει με φόρμες, άβαφη, τώρα την έβλεπε μια κούκλα σημαιοστολισμένη. Δεν χόρταινε να την βλέπει.

Η μαμά έφυγε βιαστικά με την υπόσχεση να γυρίσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Κούκλα και αυτή! Η μικρή ζούσε ένα όνειρο. Έπαιξαν για λίγο. Έκανε ότι την στόλιζε και την έβαφε και εκείνη. Γρήγορα κουράστηκαν. Κάθισαν αγκαλιά στον καναπέ, έσβησαν τα φώτα και απολάμβαναν τα φωτάκια που αναβόσβηναν στο μεγάλο δέντρο. Έβαλαν να δουν το «πολικό εξπρές». Πριν καλά καλά ξεκινήσει το μεγάλο ταξίδι με το τρένο τα μάτια της μικρής έκλεισαν. Κοιμόταν εκεί στην αγκαλιά της γουργουρίζοντας ευτυχισμένη. Η Άννα ισορροπούσε ανάμεσα στην ευτυχία της στιγμής και στην προοπτική του νυχτερινού ξεσαλώματος. Δεν άργησαν να κλείσουν και τα δικά της μάτια.

Δεν ήξερε πόση ώρα είχε καθίσει έτσι. Άνοιξε τα μάτια της και είδε την κουρτίνα του σαλονιού να ανεμίζει. Θα έπαιρνε όρκο ότι την είχε βρει κλειστή. Μπροστά στο δέντρο, σκυμμένος, βρισκόταν ένας νέος άντρας. Πήγε να φωνάξει αλλά δεν της έβγαινε η φωνή. Εκείνος την κατάλαβε και γύρισε, την κοίταξε με ένα ήρεμο χαμόγελο, βάζοντας το δάχτυλο μπροστά στο στόμα, σε σήμα «ήσυχα, μην φωνάξεις». Έγνεψε προς την μικρή που κοιμόταν αμέριμνη. Η μορφή του της φαινόταν γνωστή και δεν της γεννούσε κάποια ανησυχία. Γύρισε και κοίταξε την φωτογραφία από την γάμο της κυρίας Γεωργίας. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος! Σάστισε. Εκείνος φαινόταν να διασκεδάζει με την σαστιμάρα της. Άφησε ένα μεγάλο κουτί, τυλιγμένο «για δώρο» κάτω από το δέντρο και ένα μικρούτσικο σε ένα από τα κλαδιά. Σηκώθηκε ήρεμα, πλησίασε στον καναπέ, πέρασε το χέρι του πάνω από την Φοίβη που κοιμόταν, σε ένα αόρατο χάδι. Εκείνη σα να ανατρίχιασε μέσα στον ύπνο της.

Ύστερα γύρισε και χαμογέλασε στην Άννα. Της έγνεψε «αντίο» και βγήκε από την πόρτα του μπαλκονιού. Πετάχτηκε όρθια, ξυπνώντας για λίγο την μικρή, που κάτι μουρμούρισε και μετά ξαναβολεύτηκε στον καναπέ συνεχίζοντας τον ύπνο της. Η μπαλκονόπορτα ήταν κλειστή. Έξω ακουγόταν πυροτεχνήματα και κόρνες. Ο χρόνος είχε αλλάξει και ο κόσμος πανηγύριζε γεμάτος ελπίδα.

Κάτι δεν πήγαινε καλά. Μήπως είχε ονειρευτεί; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Κοίταξε το δέντρο. Το μεγάλο κουτί βρισκόταν στη βάση του δέντρου. Το μικρό στα κλαδιά. Ακριβώς εκεί που τα είχε αφήσει ο επισκέπτης. Δεν είχε ονειρευτεί λοιπόν. Αλλά πώς;

Κλειδιά ακούστηκαν στην πόρτα. Η κυρία Γεωργία ήταν συνεπής στην υπόσχεση της. Δεν άργησε. Μίλησαν ψιθυριστά για να μην ξυπνήσουν την μικρή. Η Άννα μιλούσε με πάθος περιγράφοντας όσα είχαν συμβεί. Πλησίασε το δέντρο και πήρε στα χέρια της το μικρό κουτάκι. Το άνοιξε και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Μέσα σε αυτό βρισκόταν μια βέρα. Ίδια με αυτή που φορούσε στο χέρι της και ένα χαρτί γραμμένο με ένα καλλιγραφικά γράμματα «συνέχισε». Κάθισαν δίπλα δίπλα στον καναπέ, σαν παλιές φίλες, και της είπε για έναν άντρα που είχε γνωρίσει στη δουλειά και που φαινόταν ότι θα ήταν καλός σύντροφος για εκείνη και πατέρας για την κόρη της. Είχε πολλούς ενδοιασμούς, γιατί θεωρούσε ότι ήταν πολύ νωρίς για να κάνει αυτό το βήμα…

«Τώρα ξέρεις…» της είπε με μια σοβαρότητα δυσανάλογη προς την ηλικία της. Σηκώθηκε την φίλησε και της είπε ότι ήταν σίγουρη πως η νέα χρονιά θα ήταν μια καλή χρονιά για εκείνη και την κόρη της. Έδωσε ένα φιλί και στην μικρή, φόρεσε το παλτό της και έφυγε χαμογελαστή για να πάει να βρει την παρέα της και … τον «ποφτό».


Θα είναι μια πραγματικά καλή χρονιά. Το εύχομαι για όλους μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου