Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Να τα πούμε;

Κάλαντα δεν έλεγα όταν ήμουν πολύ μικρός. Λίγο η γειτονιά που δεν ήταν ακριβώς γειτονιά, ήμουν και ντροπαλός, το project δεν δούλευε. Τα είπα μόνο στην πέμπτη και έκτη του δημοτικού, ξεψαρώνοντας λίγο με την βοήθεια των φίλων μου.

Ήμασταν μια υπέροχη τριάδα. Βρεθήκαμε και πάλι μετά από πάρα πολλά χρόνια μέσα στο fb. Δεν τους tagάρω γιατί έχουν γίνει πια μεγάλοι και τρανοί και μπορεί να μην θέλουν να μαθαίνει ο κόσμος τι έκαναν στα νιάτα τους… Ήμασταν, που λες,  μαζί στο σχολείο, μαζί στο ποδόσφαιρο δίπλα από τα μάρμαρα του Διοικητηρίου, μαζί και στα κάλαντα. Η ομάδα είχε μόνο ένα προβληματάκι. Ο ένας από τους τρεις ήταν καλλίφωνος και ήξερε να παίζει και μουσικό όργανο. Την εποχή εκείνη το μουσικό όργανο στο δημοτικό, ήταν η μελώδικα. Πρόβλημα μεγάλο καθώς αυτός που μπορούσε να τραγουδήσει καλά, έπρεπε να φυσάει και το κακόφωνο όργανο. Ο δεύτερος της παρέας είχε επίσης αρκετά καλή φωνή και έτσι λίγο το έσωζε το πράγμα. Η αφεντιά μου ήταν και είναι ότι πιο φάλτσο έχετε ακούσει στη ζωή σας. Μπορώ να φαλτσάρω ακόμα και στον εθνικό ύμνο. Έψαλα τα κάλαντα όμως με όλη μου την δύναμη και όποιον έπαιρνε ο χάρος.

Παραμονή Χριστουγέννων, καλή ώρα σαν και σήμερα, κάναμε την προσυγκέντρωση στο σπίτι μου. Η μαμά μου μας κερνούσε γλυκά, να πάρουμε δύναμη, κατά πώς έλεγε, και κάναμε όπως όπως μια πρόβα ακούγοντας κάλαντα από ένα σαρανταπεντάρι δισκάκι, στο αρχαίο Philips πικαπ, που γινόταν και βαλιτσάκι! Εξορμούσαμε μετά στο μεγάλο ταξίδι για το χαρτζιλίκι των γιορτών. Πρώτα στην πολυκατοικία. Σιγουράκι. «Αχ, Παναγιωτάκη, τι ωραία που τα λέτε με τους φίλους σου. Συμμαθητές είσαστε;» και να ένα καλό μπαξίσι αφού ήμασταν και γνωστοί και μάλλον ντρέπονταν τους γονείς μου. Μετά βγαίναμε στον δρόμο. Ανεβαίναμε στον τελευταίο όροφο κάθε πολυκατοικίας με το ασανσέρ και κατεβαίναμε με τα πόδια χτυπώντας κουδούνια και λέγοντας κάλαντα. Οι περισσότεροι  μας άνοιγαν. Κάποιες φορές ακούγαμε πίσω από την πόρτα «μην ανοίγεις, μην ανοίγεις». «Να τα πούμε;» «Πείτε τα, πείτε τα» και σπάνια «Μας τα είπαν»…  Απαράβατος κανόνας «να τα λέμε όλα». No short version. Ήμασταν τίμιοι προς τους «πελάτες».

Καμιά φορά διασταυρωνόμασταν με άλλες ομάδες «καλαντάριδων». «Στον πέμπτο να πάτε, είναι μια γιαγιά, δίνει πολλά!». Κάποιοι όντως έδιναν καλό χαρτζιλίκι, κάποιοι άλλοι φραγκοδίφραγκα και καμιά καραμέλα. Θυμάμαι παππούδες και γιαγιάδες ανήμπορους να σέρνονται μέχρι την είσοδο και να βλέπουν συγκινημένοι σε εμάς, τα εγγόνια τους που ήταν μακριά. Νέους γονείς με το μωράκι στην αγκαλιά, να στέκουν όλο καμάρι και να ακούν για τον νοικοκύρη του σπιτιού, που του ευχόμαστε να ζήσει χίλια χρόνια.

Το μεσημέρι κουρασμένοι και παγωμένοι γυρίζαμε στο σπίτι. Σε μια είσοδο πολυκατοικίας κάναμε την μοιρασιά. Οι τσέπες βροντούσαν και ανακοινώναμε όλο καμάρι τον τζίρο του «μαγαζιού».


Καλά Χριστούγεννα με πολλά χαρούμενα κάλαντα στην πόρτα σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου