Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Η Ειρήνη καθόταν στο κρεβάτι της, στον όγδοο όροφο του Memorial και έβλεπε από το παράθυρο το χιόνι να πέφτει πυκνό. Όμορφες χοντρές λευκές νιφάδες, που στροβιλίζονταν σαν τρελές μπαλαρίνες καθώς τις πήγαινε από εδώ και από εκεί ο δυνατός αέρας.  Χιόνιζε από το προηγούμενο βράδυ, ασταμάτητα, και τα πρώτα προβλήματα στις συγκοινωνίες είχαν ήδη αρχίσει να φαίνονται. Ήταν νύχτα αλλά στα νοσοκομεία δεν σταματάει ποτέ η κίνηση. Τα φώτα δεν σβήνουν ποτέ εντελώς και όλο και κάποιος πάει και έρχεται.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, η πτέρυγα για την αρρώστια που είχε το όνομα ζωδίου, και έφερνε έναν μορφασμό θλίψης σε όποιον άκουγε το όνομα της, είχε γίνει το δεύτερο σπίτι της. Για την ακρίβεια περνούσε εκεί περισσότερο χρόνο από όσο στο σπίτι της. Ήταν τυχερή, της λέγανε, γιατί εκεί βρισκόταν η καλύτερη ομάδα για την περίπτωση της. Είχαν γνωριστεί από την καλή και από την ανάποδη. Ο μαύρος πενηντάρης γιατρός με τα χρυσά γυαλάκια, το ξυρισμένο κεφάλι και το αγέλαστο πρόσωπο, ανέβαινε καθημερινά θέσης στην κλίμακα των σημαντικών ανθρώπων στη ζωή της. Ήταν οργανωτικός και αυστηρός στην τήρηση του προγράμματος και φαινόταν να ξέρει πολύ καλά τι έκανε. Το πρόγραμμα του λοιπόν την έφερε να βρίσκεται εκεί μέσα για την τελευταία θεραπεία της χρονιάς, παραμονή Χριστουγέννων. Κανονικά το απόγευμα θα έπρεπε να βγει αλλά με τα προβλήματα που δημιούργησε το χιόνι, όλο το πρόγραμμα είχε πάει πίσω και τώρα πια την είχε χάσει την ημέρα. Θα έβγαινε το πρωί των Χριστουγέννων.

Από έξω ακούστηκε φασαρία. Η νοσοκόμα μάλωνε με έναν άντρα. Μαύρη, τεραστίων διαστάσεων, με το πληθωρικό της σώμα να ασφυκτικά μέσα στην άσπρη ρόμπα. Είχε μια χαρακτηριστική νέγρικη φωνή, φτιαγμένη για να τραγουδάει γκόσπελ στην εκκλησία και τον τσαμπουκά αυτού που έχει ζήσει μια ζωή στο Μπρούκλιν. Ήταν ο απόλυτος άρχοντας της πτέρυγας και κανένας δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί της. Αποτελεσματική στη δουλειά της, κανονικός επιλοχίας. Φόβος και τρόμος υφισταμένων, ασθενών, ακόμα και γιατρών. Μα να τώρα, που εκείνη του μιλούσε στα αγγλικά, και εκείνος της απαντούσε στα Ελληνικά. Δεν την γελούσαν τα αυτιά της, όντως άκουγε ελληνικά εκεί μέσα και δεν ήταν από δικό της επισκέπτη. Οι φωνές δυνάμωσαν και το φως του δωματίου άναψε. “Αυτός μιλάει μόνο την γλώσσα σου. Thats Greek to me», βρυχήθηκε η αδικημένη τραγουδίστρια των γκόσπελ. Εκείνος ήταν ένας τυπάκος κοντούλης, στρογγυλός με ροδαλό πρόσωπο, μύτη μελιτζάνα σαν του Γουόλτερ Ματάου και το μουστάκι βούρτσα του Γκράουτσο Μαρξ από κάτω. Ντύσιμο απλό, ως και φτωχικό. Κρατούσε σφιχτά μια σακούλα με ένα ξύλινο κουτί μέσα. Την κοιτούσε με θυμό και φόβο. Όταν κατάλαβε ότι θα μπορούσε να τον βοηθήσει για να συνεννοηθεί, λίγο σα να ηρέμησε. Ήταν Αρμένιος στην καταγωγή. Ζούσε στην Ελλάδα πολλά χρόνια και τώρα είχε βρεθεί εκεί για τον λόγο που βρισκόταν και όλοι οι άλλοι. Μόνο που με το πρόβλημα της γλώσσας είχε μπερδέψει το ραντεβού και είχε έλθει βράδυ αντί για πρωί και είχε χάσει την σειρά του. Η Ελληνική κουλτούρα, του έλεγε πώς «έλα βρε αδελφέ, όλα γίνονται». Η Αμερικάνα νοσοκόμα όμως δεν χαμπάριαζε από τέτοια. Αφού δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις είπε ότι θα προσπαθούσε να βρει νέο ραντεβού. Ίσως να υπήρχε κάποια ακύρωση. Ήταν και ο καιρός…

Τώρα που όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί, ηρέμησαν. Έξω χιόνιζε πολύ και ένας Θεός ξέρει πώς είχε καταφέρει αυτός ο τυπάκος να έλθει μέχρι εκεί.  Το σίγουρο ήταν ότι πια δεν θα μπορούσε να φύγει. Τα παπούτσια του ήταν βρεμένα και είχαν αλλάξει χρώμα. Το ίδιο και τα μπατζάκια του μαύρου τζην, βρεμένα και λασπωμένα μέχρι το γόνατο. Ζήτησε αν γίνεται να τον αφήσει να καθίσει για λίγο μαζί της. Να της κάνει παρέα. «After all, today its Christmas». Η αφέντρα της πτέρυγας αμφιταλαντεύτηκε λίγο και τελικά αποφάσισε να τον αφήσει. Δεν χαμπάριαζαν αυτοί οι Έλληνες από κανόνες, αλλά και εκείνη ήθελε να περάσει ήσυχα την βάρδια της αυτή την δύσκολη νύχτα. Κούνησε το χέρι με μια κίνηση παραίτησης «Oh what the hell. Let him stay». Έκλεισε και πάλι το κεντρικό φως και επέστρεψε στον πάγκο της μουρμουρίζοντας.

Τον έλεγαν Κιρκόρ και είχε γυναίκα και δύο παιδιά, που είχαν μείνει στην Ελλάδα. Εκείνος μόνο, είχε καταφέρει να έλθει στις Ηνωμένες πολιτείες για θεραπεία, χάρη στην οικονομική βοήθεια των συναδέλφων του στο εργοστάσιο που δούλευε, κάπου στα Οινόφυτα, και την βουβή φιλανθρωπία του αφεντικού του που είχε βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη για να συμπληρώσει το ποσό που είχε μαζευτεί με τον συναδελφικό έρανο. Κόντευε να τελειώσει την θεραπεία και το άθλιο ζουζούνι φαινόταν να έχει νικηθεί. Τώρα που είχε πάρει θάρρος και είχε ζεσταθεί λίγο, μιλούσε ασταμάτητα. Όταν τέλειωσαν με τα ιατρικά άρχισε να της λέει για τα νεανικά του χρόνια στην Σιβηρία όπου είχε πάει φαντάρος και είχε συνεχίσει ως κρατικός ξυλοκόπος, στα χρόνια του κομμουνισμού. Τι φοβερή ειδικότητα! Της είπε για την περεστρόικα και την Σοβιετική ένωση που έγινε κομμάτια. Για την χώρα του που έγινε ανεξάρτητο κράτος. Για την φτώχια, που τον έσπρωξε να αναζητήσει την τύχη του στην Ελλάδα. Για την κατάσταση εκεί που ήταν τώρα χάλια. Κοιτούσε το χιόνι έξω από το παράθυρο και διηγούταν ιστορίες με βότκα, σουτζούκια και παστουρμάδες. Φτώχια και καλοπέραση, όπως μόνο ένα άνθρωπος βασανισμένος ξέρει να συνδυάζει.

Μιλούσε αυτός, άκουγε αυτή, χωρίς να μιλάει για αρκετή ώρα. Φωνές και πάλι έξω στον διάδρομο. Αυτή τη φορά, μια δροσερή νεανική φωνή με γνώριμη προφορά. Οι φωνές και πάλι δυνάμωσαν και το φως και πάλι άναψε. Στην πόρτα εμφανίστηκε ξανά η τεράστια νοσοκόμα συνοδευόμενη αυτή τη φορά από μια νεαρή όμορφη ξανθιά κοπέλα με ένα λαμπερό χαμόγελο στο πρόσωπο της. Κρατούσε μια πιατέλα με μελομακάρονα και κουραμπιέδες, που ξεπρόβαλε μέσα από μια ανοιγμένη συσκευασία με διαφανές σελοφάν σε κόκκινο χρώμα, ενώ μια πράσινο κορδέλα ήταν περασμένη στον καρπό της. Έλα Χριστέ και κύριε, πώς βρέθηκαν μελομακάρονα και κουραμπιέδες σε ένα νοσοκομείο στη Νέα Υόρκη! Η μαυρούλα είχε γλυκάνει, λίγο. Αν την έβλεπαν οι συνάδελφοι της δεν θα την αναγνώριζαν.  «Τα πάθατε οι Έλληνες σήμερα; Δεν βλέπετε τον καιρό; Όλοι εδώ θα μου μαζευτείτε; Αυτή η ομορφούλα, νοσηλεύτηκε το καλοκαίρι εδώ για λίγες μέρες, την κάναμε καλά και ήλθε να μας κεράσει γλυκά από την πατρίδα σας. Επειδή είναι Χριστούγεννα και επειδή ένιωσε ότι έτσι πρέπει να κάνει. Σκέφτηκα ότι έπρεπε να την φέρω εδώ σε σας. Να είσαστε φρόνιμοι και να μην κάνετε φασαρία. Νοσοκομείο είναι εδώ, not a Greek Tavern. Τα γλυκά είναι πολύ νόστιμα αν και με μπέρδεψε η άσπρη σκόνη. If you see what I mean», είπε και έφυγε γελώντας μόνη της με το αστείο της.

Η κοπελίτσα, τους συστήθηκε, την έλεγαν Μαριάνθη. Ήταν Ελληνίδα και είχε έλθει εδώ και δύο χρόνια με τους γονείς της, νεομετανάστες πολυτελείας, θύματα της κρίσης, που δίδασκαν αμφότεροι στο NYU. Εκεί την είχε βρει η διάγνωση. Κινήθηκαν γρήγορα και κατάφεραν σε λίγο χρόνο να νικήσουν το κακό. Ακούμπησε την πιατέλα με τα γλυκά επάνω στο τραπεζάκι με τις ρόδες που χρησιμοποιούσαν για τα γεύματα στο κρεβάτι και τους προέτρεψε να δοκιμάσουν. Κατέθεσε και αυτή την ιστορία της, στους μπουκωμένους με μέλια, καρύδια και άχνη ζάχαρη, νέους φίλους της. Αν μοιράζεσαι την χαρά είναι διπλή χαρά. Αν μοιράζεσαι την λύπη, είναι μισή η λύπη. Τώρα ήταν πλέον καλά και είχε αποφασίσει να πάει για να κεράσει και να ευχηθεί αυτούς που την είχαν βοηθήσει. Ένιωθε ότι έτσι έβαζε μια τελεία στο κεφάλαιο αυτό της ζωής της και το σφράγιζε ερμητικά με την γλύκα των Χριστουγεννιάτικων γλυκών.

Ο Κιρκόρ παραπονέθηκε που δεν είχαν μια βότκα να πιούν για να ευχηθούν, αν και ήξερε καλά ότι και να είχαν εκείνος δεν θα μπορούσε να πιεί. Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει με την ίδια ένταση. Κάθε τόσο μια σειρήνα ακουγόταν και μπλε ή κόκκινοι φάροι αυτοκινήτων φώτιζαν τη νύχτα.  Πρώτη ξεκίνησε να τραγουδάει εκείνη. Ω έλατο, ω έλατο… Μπήκε μετά και η πιτσιρίκα. Εκείνος τους τους άκουγε στη αρχή χωρίς να συμμετέχει. Χάιδευε το μουστάκι του και κοιτούσε στο κενό. Παιδιάστικα πράγματα. Μετά από λίγο άρχισε και εκείνος να σιγοντάρει στο ίδιο ρυθμό αλλά σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαιναν. Και μετά ήλθαν και τα χιόνια στο καμπαναριό… «Κι όλοι παν στην εκκλησιά, των Χριστό να προσκυνήσουν, κι όλοι παν στην εκκλησιά, λάμπει απόψε η Παναγιά».

Η ώρα περνούσε όμορφα. Όταν είχε κάνει την εισαγωγή το πρωί, τίποτα δεν προμήνυε αυτό που συνέβαινε τώρα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Η κοπελίτσα που είχε μπει πριν από λίγη ώρα στην συντροφιά, σταμάτησε το τραγούδι. Σοβάρεψε, σηκώθηκε με αποφασιστικότητα και είπε «Πάμε. Είναι ώρα!» και ένα λαμπερό χαμόγελο φώτισε το όμορφο πρόσωπο της. Την κοίταξαν παραξενεμένοι αλλά μέσα τους πια ήξεραν. Γύρισε στο κομοδίνο δίπλα της και το είδε. Το μικρό ξύλινο κουτί πρέπει να ήταν εκεί, όλη την ώρα. Πώς και δεν το είχε προσέξει; Ποιος το είχε βάλει εκεί; Όχι ότι είχε σημασία, πλέον. Σηκώθηκε, το πήρε και το κράτησε με τα δυο της χέρια. Ο Κιρκόρ, χωρίς να πει κουβέντα, έβγαλε και αυτός το δικό του από την παλιά σακούλα. Το κράτησε και αυτός με τα δυο του χέρια. Η Μαριάνθη κρατούσε ήδη το δικό της. Πού το βρήκε; Όταν είχε έλθει κρατούσε μόνο την πιατέλα με τα γλυκά.

Βγήκαν σιωπηλοί από το δωμάτιο. Μπροστά η Μαριάνθη, πίσω ο Κιρκόρ και παραπίσω εκείνη. Πέρασαν μπροστά από την μαυρούλα νοσοκόμα, που καθόταν μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή στο γκισέ της υποδοχής. «Second floor”, τους είπε, με ένα αινιγματικό  χαμόγελο, χωρίς να την ρωτήσουν τίποτα. Πήραν το ασανσέρ. Στους διαδρόμους, ψυχή. Πάτησαν το κουμπί και ένα καμπανάκι ακούστηκε όταν έφτασαν στον δεύτερο όροφο. Οι πόρτες άνοιξαν και βρέθηκαν έξω από την αίθουσα των νεογνών. Δεκάδες μωράκια, άσπρα, μαύρα, κίτρινα, τυλιγμένα με φασκιές,στα καλαθάκια τους. Άλλα  κοιμόταν, άλλα κλαίγανε. Στο βάθος του διαδρόμου ήταν οι αίθουσες τοκετού. Πάνω από την πόρτα σε μια από αυτές, υπήρχε ένα μεγάλο ψηφιακό ρολόι με κόκκινα ψηφία. Δύσκολα μπορούσες να πάρεις τα μάτια από πάνω του. Προχώρησαν προς τα εκεί. Στο κέντρο του δωματίου, επάνω σε ένα κρεβάτι ήταν ξαπλωμένη μια μανούλα που κρατούσε το νεογέννητο παιδί στην αγκαλιά της. Φαινόταν κουρασμένη, τα μαλλιά της είχαν βραχεί από τον ιδρώτα, της υπερπροσπάθειας και είχαν κολλήσει στο μέτωπο στους κροτάφους και στα μάγουλα. Φαινόταν πολύ αδύναμη αλλά κυριολεκτικά έλαμπε. Όρθιος δίπλα στο κρεβάτι, ένας ψηλός άντρας. Είχε μακριά μαλλιά και μούσια και ήταν κακοντυμένος. Της κρατούσε το χέρι και κοιτούσε και αυτός το μωράκι με λατρεία, σα να μην υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο γι αυτόν. Εκείνο δεν είχε καλοκαθαριστεί από τα «βούτυρα» αλλά αναπαυόταν με κλειστά τα μάτια και φάτσα ευχαριστημένη στην αγκαλιά της μανούλας του.

Προχώρησαν προς το εσωτερικό του δωματίου χωρίς να μιλήσουν. Πρώτη η Μαριάνθη. Σταμάτησε μπροστά στο κρεβάτι, άνοιξε το κουτί και ένα καθρεφτάκι, έδειξε το πρόσωπο της. Στο καπάκι έγραφε μόνο μια λέξη. «Θάρρος». Το ακούμπησε στα πόδια της μάνας, έκανε μια βαθιά υπόκλιση και απομακρύνθηκε οπισθοχωρώντας δίνοντας την θέση της στον Κιρκόρ. Εκείνος πλησίασε και άνοιξε το δικό του κουτί. Το καθρεφτάκι έδειξε το δικό του πρόσωπο και το καπάκι έγραφε την λέξη «Ελπίδα». Προσπάθησε να κάνει και εκείνος μια υπόκλιση, που είχε κάτι το αστείο στης εκτέλεσή της, και οπισθοχώρησε δίνοντας την θέση τους σε εκείνη. Πλησίασε και άνοιξε και το δικό της κουτί. Το καθρεφτάκι έδειξε το πρόσωπο της και με μια γρήγορη ματιά είδε ένα δάκρυ να κυλάει από τα μάτια της. Το δικό της καπάκι έγραφε «Υπομονή». Υποκλίθηκε, με τον τρόπο που είχε μάθει μικρή όταν έκανε μαθήματα μπαλέτου, και βγήκε έξω από το δωμάτιο, οπισθοχωρώντας. Κοίταξε γύρω της αλλά οι άλλοι δύο ήταν άφαντοι. Φώναξε τα ονόματα τους αλλά δεν πήρε απάντηση.

Παράξενο. Απογοητεύτηκε, λίγο, που την είχαν αφήσει έτσι μόνη αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Προχώρησε στους άδειους διαδρόμους και έφτασε στο ασανσέρ. Πάτησε το κουμπί με το νούμερο οκτώ. Ένα «ντιν» και οι πόρτες άνοιξαν. Η μαυρούλα νοσοκόμα, που θα μπορούσε να τραγουδάει γκόσπελ, καθόταν εκεί που την είχε αφήσει. Έβλεπε την αντανάκλαση της οθόνης στα γυαλιά της. Πέρασε από μπροστά της, αλλά εκείνη δεν σήκωσε το κεφάλι της να την κοιτάξει. Σα να μην την κατάλαβε. Προχώρησε προς το δωμάτιο. Το ελάχιστο φως, της επέτρεπε να βλέπει έξω προς το μεγάλο πάρκινγκ. Το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει, αλλά όλα γύρω ήταν άσπρα σα μια μεγάλη τούρτα, που φωτίζονταν από το φως των κίτρινων προβολέων. Τίποτα μέσα στο δωμάτιο δεν μαρτυρούσε όλα όσα είχαν συμβεί εκεί λίγη ώρα πριν. Τι στο καλό; Μήπως τα είχε φανταστεί; Ξαφνικά την κυρίεψε μια απίστευτη κούραση. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και ο ύπνος την πήρε αμέσως. Ένας ύπνος βαθύς, λυτρωτικός με όνειρα γλυκά που μπέρδευαν μελομακάρονα, με χριστουγεννιάτικα τραγούδια και ροδαλά νεογέννητα μωρά.


Όταν ξύπνησε είχε ήδη ξημερώσει. Ένας λαμπερός ήλιος έμπαινε από το παράθυρο. Το χιόνι που κάλυπτε τα πάντα, αντανακλούσε το φως και το έκανε να φαίνεται πιο λαμπρό. Εκείνος καθόταν σε μια καρέκλα στην άκρη του κρεβατιού και την κοιτούσε, που ξυπνούσε. Πόση ώρα να ήταν εκεί άραγε. «Καλημέρα και χρόνια πολλά». «Χρόνια πολλά», απάντησε εκείνη, νυσταγμένα. «Μίλησα με τον γιατρό. Μετά τις τελευταίες εξετάσεις, είναι πλέον πολύ αισιόδοξος. Λίγη υπομονή ακόμα και θα νικήσουμε». Χαμογέλασε γλυκά. «Great. Πού να σου πω τι έγινε εδώ χθες βράδυ»…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου