Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Παραμονή Πρωτοχρονιάς

Η Άννα είναι φοιτήτρια. Συμπληρώνει το χαρτζιλίκι της, κάνοντας baby seating σε παιδάκια. Παραμονή Πρωτοχρονιάς με σχέδια μεγάλα για την «πιο λαμπρή νύχτα του χρόνου». Το ετοιμάζουν από την αρχή του μήνα. Δεν την ξαναπαθαίνουν όπως πέρσι, που βρέθηκαν να γυρνούν από μαγαζί σε μαγαζί σαν τις άδικες κατάρες, χωρίς να βρίσκουν κάπου να τους δεχτούν. Φέτος έχουν κλείσει με την παρέα σε ένα μαγαζί που το να βρεις τραπέζι, ισοδυναμεί με πρώτο λαχνό στο τζόκερ. Ο γνωστός, του γνωστού και τελικά Ναι! Συνεννοήσεις, κόντρα συνεννοήσεις. Και «τι θα βάλεις;» και «πώς θα πάμε;» και «θα έλθει τελικά εκείνος;». Θα έλθει!

Την προπαραμονή δέχεται μήνυμα από την κυρία Γεωργία, μαμά ενός από τα παιδιά που «κρατάει» κάποια βράδια. Έχει χάσει το άντρα της πριν από δύο χρόνια και η κορούλα της, η Φοίβη, είναι τεσσάρων χρόνων. «Το ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά μήπως θα μπορούσες να έλθεις για λίγες ώρες, το βράδυ της παραμονής, για να κρατήσεις την Φοίβη; Είναι πολύ σημαντικό για μένα. Δεν θα αργήσω και μετά μπορείς να βγεις. Κερνάω εγώ μετά την έξοδο σου». Το μήνυμα την βρήκε με την κολλητή της την ώρα που έκανε το «εορταστικό μανικιούρ». «Θα αστειεύεται βέβαια». Για όλα τα λεφτά του κόσμου, δεν χάνει την έξοδο αυτή. Θα είναι και «εκείνος».

Πιάνει το τηλέφωνο για να πει «ευχαριστώ, αλλά…». Το σηκώνει η κυρία Γεωργία. «Χρόνια Πολλά, πώς περάσατε τα Χριστούγεννα; Ωπ περίμενε, θέλει να σου μιλήσει η Φοίβη. Μου παίρνει το τηλέφωνο από τα χέρια». «Γιάθου. Χλόνια Πολλά. Θα έλθειθ αύλιο παλέα μου; Θ’αγαπώ πολύ πολύ. Θε λατλεύω!». Όλα αυτά ποτάμι. Εκεί που ήταν έτοιμη να αρνηθεί ευγενικά, έχασε τα λόγια της. Το κάστρο κατελήφθη εξ εφόδου. «Θα έλθω, κούκλα μου». Η φίλη της δεν πίστευε στα αυτιά της. «Καλά εί σαι χα ζίιιι;». Απάντησε κοφτά με τρόπο που δεν σήκωνε πολλά πολλά. «Θα πάτε εσείς και θα έλθω», της είπε κοφτά.

Την επόμενη μέρα, από το μεσημέρι και μετά άρχισαν οι προετοιμασίες. Ούτε νύφη! Κανονικό μποτέ… Είπαμε θα είναι και «ποφτός» το βράδυ. Στολίστηκε και ξεκίνησε για το σπίτι της μικρής. Εκείνη μόλις την είδε έκανε σαν τρελή. Σα να είχε δει τη νεράιδα του παραμυθιού. Εκεί που την είχε συνηθίσει με φόρμες, άβαφη, τώρα την έβλεπε μια κούκλα σημαιοστολισμένη. Δεν χόρταινε να την βλέπει.

Η μαμά έφυγε βιαστικά με την υπόσχεση να γυρίσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Κούκλα και αυτή! Η μικρή ζούσε ένα όνειρο. Έπαιξαν για λίγο. Έκανε ότι την στόλιζε και την έβαφε και εκείνη. Γρήγορα κουράστηκαν. Κάθισαν αγκαλιά στον καναπέ, έσβησαν τα φώτα και απολάμβαναν τα φωτάκια που αναβόσβηναν στο μεγάλο δέντρο. Έβαλαν να δουν το «πολικό εξπρές». Πριν καλά καλά ξεκινήσει το μεγάλο ταξίδι με το τρένο τα μάτια της μικρής έκλεισαν. Κοιμόταν εκεί στην αγκαλιά της γουργουρίζοντας ευτυχισμένη. Η Άννα ισορροπούσε ανάμεσα στην ευτυχία της στιγμής και στην προοπτική του νυχτερινού ξεσαλώματος. Δεν άργησαν να κλείσουν και τα δικά της μάτια.

Δεν ήξερε πόση ώρα είχε καθίσει έτσι. Άνοιξε τα μάτια της και είδε την κουρτίνα του σαλονιού να ανεμίζει. Θα έπαιρνε όρκο ότι την είχε βρει κλειστή. Μπροστά στο δέντρο, σκυμμένος, βρισκόταν ένας νέος άντρας. Πήγε να φωνάξει αλλά δεν της έβγαινε η φωνή. Εκείνος την κατάλαβε και γύρισε, την κοίταξε με ένα ήρεμο χαμόγελο, βάζοντας το δάχτυλο μπροστά στο στόμα, σε σήμα «ήσυχα, μην φωνάξεις». Έγνεψε προς την μικρή που κοιμόταν αμέριμνη. Η μορφή του της φαινόταν γνωστή και δεν της γεννούσε κάποια ανησυχία. Γύρισε και κοίταξε την φωτογραφία από την γάμο της κυρίας Γεωργίας. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος! Σάστισε. Εκείνος φαινόταν να διασκεδάζει με την σαστιμάρα της. Άφησε ένα μεγάλο κουτί, τυλιγμένο «για δώρο» κάτω από το δέντρο και ένα μικρούτσικο σε ένα από τα κλαδιά. Σηκώθηκε ήρεμα, πλησίασε στον καναπέ, πέρασε το χέρι του πάνω από την Φοίβη που κοιμόταν, σε ένα αόρατο χάδι. Εκείνη σα να ανατρίχιασε μέσα στον ύπνο της.

Ύστερα γύρισε και χαμογέλασε στην Άννα. Της έγνεψε «αντίο» και βγήκε από την πόρτα του μπαλκονιού. Πετάχτηκε όρθια, ξυπνώντας για λίγο την μικρή, που κάτι μουρμούρισε και μετά ξαναβολεύτηκε στον καναπέ συνεχίζοντας τον ύπνο της. Η μπαλκονόπορτα ήταν κλειστή. Έξω ακουγόταν πυροτεχνήματα και κόρνες. Ο χρόνος είχε αλλάξει και ο κόσμος πανηγύριζε γεμάτος ελπίδα.

Κάτι δεν πήγαινε καλά. Μήπως είχε ονειρευτεί; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Κοίταξε το δέντρο. Το μεγάλο κουτί βρισκόταν στη βάση του δέντρου. Το μικρό στα κλαδιά. Ακριβώς εκεί που τα είχε αφήσει ο επισκέπτης. Δεν είχε ονειρευτεί λοιπόν. Αλλά πώς;

Κλειδιά ακούστηκαν στην πόρτα. Η κυρία Γεωργία ήταν συνεπής στην υπόσχεση της. Δεν άργησε. Μίλησαν ψιθυριστά για να μην ξυπνήσουν την μικρή. Η Άννα μιλούσε με πάθος περιγράφοντας όσα είχαν συμβεί. Πλησίασε το δέντρο και πήρε στα χέρια της το μικρό κουτάκι. Το άνοιξε και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Μέσα σε αυτό βρισκόταν μια βέρα. Ίδια με αυτή που φορούσε στο χέρι της και ένα χαρτί γραμμένο με ένα καλλιγραφικά γράμματα «συνέχισε». Κάθισαν δίπλα δίπλα στον καναπέ, σαν παλιές φίλες, και της είπε για έναν άντρα που είχε γνωρίσει στη δουλειά και που φαινόταν ότι θα ήταν καλός σύντροφος για εκείνη και πατέρας για την κόρη της. Είχε πολλούς ενδοιασμούς, γιατί θεωρούσε ότι ήταν πολύ νωρίς για να κάνει αυτό το βήμα…

«Τώρα ξέρεις…» της είπε με μια σοβαρότητα δυσανάλογη προς την ηλικία της. Σηκώθηκε την φίλησε και της είπε ότι ήταν σίγουρη πως η νέα χρονιά θα ήταν μια καλή χρονιά για εκείνη και την κόρη της. Έδωσε ένα φιλί και στην μικρή, φόρεσε το παλτό της και έφυγε χαμογελαστή για να πάει να βρει την παρέα της και … τον «ποφτό».


Θα είναι μια πραγματικά καλή χρονιά. Το εύχομαι για όλους μας.

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Crash Test δέκα σημείων. Santa Claus VS Άγιος Βασίλης

Τελικά Άγιος Βασίλης ή Santa Claus; Κάναμε crash test δέκα σημείων και σας το παραθέτουμε.

Προσωπικά ψηφίζω τον πρώτο.

1. Ο Άγιος Βασίλης είναι βεντέτα, όπως ταιριάζει σε έναν άγιο του βεληνεκούς του. Έρχεται και δεν μας καταδέχεται. Μην βλέπεις που οι άλλοι έχουν το Hollywood από πίσω και τους κάνει αβάντες.

2. Έρχεται από την Καισαρεία και λογικά φέρνει μαζί του παστουρμάδες και σουτζούκια, που είναι πιο κοντά στη γεύση και την κουλτούρα μας. Όχι από τον Βόρειο Πόλο φέρνοντας που στο τσακίρ κέφι, παράγει … παγάκια.

3. Είναι σεμνά ντυμένος και φυσικά δεν φοράει ερυθρόλευκα που αγριεύουν την ΠΑΟΚτσίδικη ψυχή μας.

4. Μας αγαπάει. Δεν βάζει όρους και προαπαιτούμενα. Δεν είναι σαν το Eurogroup, ας πούμε. Δεν ρωτάει, ας πούμε, να μάθει “who’s been naughty and who’s been nice”. Δώρα σε όλο τον κόσμο. 

5. Δεν έρχεται από την καμινάδα σαν τον κλέφτη. Μπορεί λοιπόν να καλύψει το target group όλων ημών που δεν έχουμε τζάκι και χρησιμοποιούμε φυσικό αέριο για την θέρμανση μας και αδίκως περιμένουμε τόσα χρόνια, τον χοντρό να κατέβει.

6. Σέβεται τον θεσμό της οικογένειας. Δεν είναι κανένας μπερμπάντης. Δεν θα ακούσεις ποτέ ένα παιδί να λέει “I saw mommy kissing Άγιος Βασίλης”. Δεν κάνει τέτοια ο δικός μας.

7. Έρχεται με τα πόδια και γι αυτό είναι στυλάκι. Ούτε έλκηθρα, ούτε Ρούντολφ με κόκκινες μύτες, φωτεινές. Ούτε γάλατα, ούτε μπισκότα, δίπλα στο δέντρο. Santa μου, αν είναι για ένα δωράκι να με πιείς το γάλα και να με φας τα μπισκότα, δεν κάναμε τίποτα…

8. Έχει όνομα σοβαρό. «Άγιος Βασίλειος». Όχι Σάντα. Εμείς την Σάντα την έχουμε έξω από την Θεσσαλονίκη και δεν την προτιμούμε. Δεν είναι τυχαίο το παλαιό φανταρίστικο σύνθημα «καλύτερα κομάντα παρά στη Νέα Σάντα».

9. Ο Άγιος Βασίλης είναι μορφωμένος, «Μέγας», διδάσκαλος. Ο Santa ένα ΧΟ ΧΟ ΧΟ ξέρει να λέει. Ούτε καν Χ.Ο. που θα μας έβρισκε τα τηλέφωνα που ψάχνουμε.


10. Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό. Όταν εμείς λέμε ότι «ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει», εννοούμε φυσικά το πόσο υπέροχος είναι και όχι ότι το ότι κυριολεκτικά «δεν υπάρχει». Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον Santa. Sorry folks

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Δεύτερα μέρα Χριστουγεννων

Pacta sunt servanda, όσα συμφωνήσαμε τηρήθηκαν. Ήταν μια όμορφη Χριστουγεννιάτικη γιορτή στο σπίτι, παρέα με τους ανθρώπους που αγαπούμε. Το μεσημεριανό εορταστικό τραπέζι τελείωσε κατά τις εννέα το βράδυ!

Κάθομαι στο σαλόνι με μόνο φως τα φωτάκια του δέντρου που αναβοσβήνουν. Από ότι μπορώ να δω, η διακόσμηση έχει αλλάξει. Δύο μεγάλα τραπέζια με λευκά λινά τραπεζομάντηλα, στέκονται στη μέση το σαλονιού. Επάνω τους, υπολείμματα Χριστουγεννιάτικης διακόσμησης και λεκέδες από κρασί. Κάτι σαν το “before” στην διαφήμιση του Essex, την συνδρομή του οποίο σύντομα θα ζητήσουμε.

Όλοι κοιμούνται και εγώ πάω πασπατεύοντας, μέσα στα σκοτάδια, για να βρω το laptop, χωρίς να τους ξυπνήσω. Με χίλια ζόρια το βρίσκω. Ήταν κάτω από κάτι μαξιλάρια με Χριστουγεννιάτικό κέντημα. Πού να είναι άραγε τα γυαλιά μου; Αδύνατο να βρεθούν. Θα την παλέψω μεγαλώνοντας τα γράμματα σε διάσταση που τα κάνει ορατά και από το φεγγάρι.

Πηγαίνω στην κουζίνα και βλέπω το ποτηρόδασος. Βρίσκεται λίγο πριν από την κοιλάδα με τα ταψιά και την γάστρα, δυτικά των υψωμάτων των πιάτων. Στο βάθος του ορίζοντα τα «καλά» μαχαιροπίρουνα, αντανακλούν το φως της λάμπας και βιώνουν την δική τους ανατολή. Ωραία γεωγραφία!

Επιστρέφω στο σαλόνι. Μέσα στο κεφάλι μου ακούγεται Βοσκόπουλος! «Απόψε Χριστούγεννα στην πόλη, παιδιά και ονειροπόλοι». Special note to myself. Το τραγούδι που ακουγόταν την ώρα που σε πήγε ο ύπνος χθες βράδυ, όταν ξεράθηκες στην πολυθρόνα, είναι αυτό το οποίο θα παίζει στο κεφάλι σου, το επόμενο πρωί. Γι αυτό να είσαι προσεχτικός.

Πρέπει να πω ότι η απόφαση του Eurogroup του σπιτιού που έθετε ως προαπαιτούμενο, την βρώση τουλάχιστον μιας μερίδας άνοστου πουλιού για την εκταμίευση της δόσης της γέμισης, τηρήθηκε με αυστηρότητα. Ίσως στο μέλλον να πρέπει να φανούμε πιο ελαστικοί δίνοντας έκτακτο συμπληρωματικό επίδομα γέμισης στους συνδαιτημόνες μας που δοκιμάστηκαν ακόμα σκληρότερα τρώγοντας λευκό στήθος αντί για μπούτι. Είναι κάτι που χρήζει διερεύνησης. Σκέφτομαι επίσης από του χρόνου, να εντάξουμε στα προαπαιτούμενα και τις σαλάτες. Δύο στρέμματα περιβόλι έπλυνα και έκοψα με το χέρι, όπως κάνουν οι Chef στα καλά εστιατόρια και τις τηλεοράσεις. Τα χέρια μου έγιναν σαν της νοικοκυράς πριν εφευρεθεί το AVA special – ένα καλλυντικό στην κουζίνα σας. Σε αυτό το σημείο πρέπει να σας ενημερώσω ότι αυτό το post περιέχει τοποθέτηση προϊόντων. Πολλά τα έξοδα τα εορτών και δεν βγαίνω μάνα μου…

Σήμερα είναι η παγκόσμια ημέρα περισσευμάτων. Τρως τα ίδια με την γιορτή, μόνο που το κάνεις φορώντας μπιτζάμες, φόρμες, ρόμπες. Βλέπεις πώς δείχνει η γαλοπούλα (Θεέ μου δεν θα τελειώσει ποτέ;) όταν την τρως στο πιάτο το καθημερινό και τι γεύση έχει το κρασί, όταν το πίνεις στο ταπεινό κολονάτο ποτήρι της κουζίνας.

Φέτος εμπλουτίζω την ημέρα αυτή, με βίντεο στο Youtube από συναυλίες του Ντέμη Ρούσσου. Ο άνθρωπος αυτός έκανε μερικές εξαιρετικές ενδυματολογικές επιλογές, οι οποίες, μετά το πέρας των εορτών, πιστεύω ότι θα μου φανούν πολύ χρήσιμες…

Η ώρα περνάει. Πάω να φτιάξω καφέ, για να έχω κάπου να βουτήξω το panettone μου. Ναι εμείς, από μικροί, δεν νιώθαμε Χριστούγεννα αν δεν τρώγαμε panettone. Μετά θα βάλω να ακούσω τον μεγάλο τενόρο Mario Lanza και θα κατευθυνθώ προς την κουζίνα για τα περαιτέρω.


Και του χρόνου να είμαστε όλοι καλά και αν γίνεται και καλύτερα.

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Να τα πούμε;

Κάλαντα δεν έλεγα όταν ήμουν πολύ μικρός. Λίγο η γειτονιά που δεν ήταν ακριβώς γειτονιά, ήμουν και ντροπαλός, το project δεν δούλευε. Τα είπα μόνο στην πέμπτη και έκτη του δημοτικού, ξεψαρώνοντας λίγο με την βοήθεια των φίλων μου.

Ήμασταν μια υπέροχη τριάδα. Βρεθήκαμε και πάλι μετά από πάρα πολλά χρόνια μέσα στο fb. Δεν τους tagάρω γιατί έχουν γίνει πια μεγάλοι και τρανοί και μπορεί να μην θέλουν να μαθαίνει ο κόσμος τι έκαναν στα νιάτα τους… Ήμασταν, που λες,  μαζί στο σχολείο, μαζί στο ποδόσφαιρο δίπλα από τα μάρμαρα του Διοικητηρίου, μαζί και στα κάλαντα. Η ομάδα είχε μόνο ένα προβληματάκι. Ο ένας από τους τρεις ήταν καλλίφωνος και ήξερε να παίζει και μουσικό όργανο. Την εποχή εκείνη το μουσικό όργανο στο δημοτικό, ήταν η μελώδικα. Πρόβλημα μεγάλο καθώς αυτός που μπορούσε να τραγουδήσει καλά, έπρεπε να φυσάει και το κακόφωνο όργανο. Ο δεύτερος της παρέας είχε επίσης αρκετά καλή φωνή και έτσι λίγο το έσωζε το πράγμα. Η αφεντιά μου ήταν και είναι ότι πιο φάλτσο έχετε ακούσει στη ζωή σας. Μπορώ να φαλτσάρω ακόμα και στον εθνικό ύμνο. Έψαλα τα κάλαντα όμως με όλη μου την δύναμη και όποιον έπαιρνε ο χάρος.

Παραμονή Χριστουγέννων, καλή ώρα σαν και σήμερα, κάναμε την προσυγκέντρωση στο σπίτι μου. Η μαμά μου μας κερνούσε γλυκά, να πάρουμε δύναμη, κατά πώς έλεγε, και κάναμε όπως όπως μια πρόβα ακούγοντας κάλαντα από ένα σαρανταπεντάρι δισκάκι, στο αρχαίο Philips πικαπ, που γινόταν και βαλιτσάκι! Εξορμούσαμε μετά στο μεγάλο ταξίδι για το χαρτζιλίκι των γιορτών. Πρώτα στην πολυκατοικία. Σιγουράκι. «Αχ, Παναγιωτάκη, τι ωραία που τα λέτε με τους φίλους σου. Συμμαθητές είσαστε;» και να ένα καλό μπαξίσι αφού ήμασταν και γνωστοί και μάλλον ντρέπονταν τους γονείς μου. Μετά βγαίναμε στον δρόμο. Ανεβαίναμε στον τελευταίο όροφο κάθε πολυκατοικίας με το ασανσέρ και κατεβαίναμε με τα πόδια χτυπώντας κουδούνια και λέγοντας κάλαντα. Οι περισσότεροι  μας άνοιγαν. Κάποιες φορές ακούγαμε πίσω από την πόρτα «μην ανοίγεις, μην ανοίγεις». «Να τα πούμε;» «Πείτε τα, πείτε τα» και σπάνια «Μας τα είπαν»…  Απαράβατος κανόνας «να τα λέμε όλα». No short version. Ήμασταν τίμιοι προς τους «πελάτες».

Καμιά φορά διασταυρωνόμασταν με άλλες ομάδες «καλαντάριδων». «Στον πέμπτο να πάτε, είναι μια γιαγιά, δίνει πολλά!». Κάποιοι όντως έδιναν καλό χαρτζιλίκι, κάποιοι άλλοι φραγκοδίφραγκα και καμιά καραμέλα. Θυμάμαι παππούδες και γιαγιάδες ανήμπορους να σέρνονται μέχρι την είσοδο και να βλέπουν συγκινημένοι σε εμάς, τα εγγόνια τους που ήταν μακριά. Νέους γονείς με το μωράκι στην αγκαλιά, να στέκουν όλο καμάρι και να ακούν για τον νοικοκύρη του σπιτιού, που του ευχόμαστε να ζήσει χίλια χρόνια.

Το μεσημέρι κουρασμένοι και παγωμένοι γυρίζαμε στο σπίτι. Σε μια είσοδο πολυκατοικίας κάναμε την μοιρασιά. Οι τσέπες βροντούσαν και ανακοινώναμε όλο καμάρι τον τζίρο του «μαγαζιού».


Καλά Χριστούγεννα με πολλά χαρούμενα κάλαντα στην πόρτα σας.

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Η Χριστουγεννιάτικη Συλλογή

Μια συλλογή από Χριστουγεννιάτικες ιστορίες που μοιράστηκα μαζί σας, τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Κάποιες τις αγάπησα περισσότερο και έβαψα τον τίτλο τους κόκκινο.

Αν άρεσαν και σε σας μπορείτε να την μοιραστείτε με τους φίλους σας.

Μην ξεχάσετε να διαβάσετε την τελευταία σελίδα.


View Online and Share



Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Η Ειρήνη καθόταν στο κρεβάτι της, στον όγδοο όροφο του Memorial και έβλεπε από το παράθυρο το χιόνι να πέφτει πυκνό. Όμορφες χοντρές λευκές νιφάδες, που στροβιλίζονταν σαν τρελές μπαλαρίνες καθώς τις πήγαινε από εδώ και από εκεί ο δυνατός αέρας.  Χιόνιζε από το προηγούμενο βράδυ, ασταμάτητα, και τα πρώτα προβλήματα στις συγκοινωνίες είχαν ήδη αρχίσει να φαίνονται. Ήταν νύχτα αλλά στα νοσοκομεία δεν σταματάει ποτέ η κίνηση. Τα φώτα δεν σβήνουν ποτέ εντελώς και όλο και κάποιος πάει και έρχεται.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, η πτέρυγα για την αρρώστια που είχε το όνομα ζωδίου, και έφερνε έναν μορφασμό θλίψης σε όποιον άκουγε το όνομα της, είχε γίνει το δεύτερο σπίτι της. Για την ακρίβεια περνούσε εκεί περισσότερο χρόνο από όσο στο σπίτι της. Ήταν τυχερή, της λέγανε, γιατί εκεί βρισκόταν η καλύτερη ομάδα για την περίπτωση της. Είχαν γνωριστεί από την καλή και από την ανάποδη. Ο μαύρος πενηντάρης γιατρός με τα χρυσά γυαλάκια, το ξυρισμένο κεφάλι και το αγέλαστο πρόσωπο, ανέβαινε καθημερινά θέσης στην κλίμακα των σημαντικών ανθρώπων στη ζωή της. Ήταν οργανωτικός και αυστηρός στην τήρηση του προγράμματος και φαινόταν να ξέρει πολύ καλά τι έκανε. Το πρόγραμμα του λοιπόν την έφερε να βρίσκεται εκεί μέσα για την τελευταία θεραπεία της χρονιάς, παραμονή Χριστουγέννων. Κανονικά το απόγευμα θα έπρεπε να βγει αλλά με τα προβλήματα που δημιούργησε το χιόνι, όλο το πρόγραμμα είχε πάει πίσω και τώρα πια την είχε χάσει την ημέρα. Θα έβγαινε το πρωί των Χριστουγέννων.

Από έξω ακούστηκε φασαρία. Η νοσοκόμα μάλωνε με έναν άντρα. Μαύρη, τεραστίων διαστάσεων, με το πληθωρικό της σώμα να ασφυκτικά μέσα στην άσπρη ρόμπα. Είχε μια χαρακτηριστική νέγρικη φωνή, φτιαγμένη για να τραγουδάει γκόσπελ στην εκκλησία και τον τσαμπουκά αυτού που έχει ζήσει μια ζωή στο Μπρούκλιν. Ήταν ο απόλυτος άρχοντας της πτέρυγας και κανένας δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί της. Αποτελεσματική στη δουλειά της, κανονικός επιλοχίας. Φόβος και τρόμος υφισταμένων, ασθενών, ακόμα και γιατρών. Μα να τώρα, που εκείνη του μιλούσε στα αγγλικά, και εκείνος της απαντούσε στα Ελληνικά. Δεν την γελούσαν τα αυτιά της, όντως άκουγε ελληνικά εκεί μέσα και δεν ήταν από δικό της επισκέπτη. Οι φωνές δυνάμωσαν και το φως του δωματίου άναψε. “Αυτός μιλάει μόνο την γλώσσα σου. Thats Greek to me», βρυχήθηκε η αδικημένη τραγουδίστρια των γκόσπελ. Εκείνος ήταν ένας τυπάκος κοντούλης, στρογγυλός με ροδαλό πρόσωπο, μύτη μελιτζάνα σαν του Γουόλτερ Ματάου και το μουστάκι βούρτσα του Γκράουτσο Μαρξ από κάτω. Ντύσιμο απλό, ως και φτωχικό. Κρατούσε σφιχτά μια σακούλα με ένα ξύλινο κουτί μέσα. Την κοιτούσε με θυμό και φόβο. Όταν κατάλαβε ότι θα μπορούσε να τον βοηθήσει για να συνεννοηθεί, λίγο σα να ηρέμησε. Ήταν Αρμένιος στην καταγωγή. Ζούσε στην Ελλάδα πολλά χρόνια και τώρα είχε βρεθεί εκεί για τον λόγο που βρισκόταν και όλοι οι άλλοι. Μόνο που με το πρόβλημα της γλώσσας είχε μπερδέψει το ραντεβού και είχε έλθει βράδυ αντί για πρωί και είχε χάσει την σειρά του. Η Ελληνική κουλτούρα, του έλεγε πώς «έλα βρε αδελφέ, όλα γίνονται». Η Αμερικάνα νοσοκόμα όμως δεν χαμπάριαζε από τέτοια. Αφού δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις είπε ότι θα προσπαθούσε να βρει νέο ραντεβού. Ίσως να υπήρχε κάποια ακύρωση. Ήταν και ο καιρός…

Τώρα που όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί, ηρέμησαν. Έξω χιόνιζε πολύ και ένας Θεός ξέρει πώς είχε καταφέρει αυτός ο τυπάκος να έλθει μέχρι εκεί.  Το σίγουρο ήταν ότι πια δεν θα μπορούσε να φύγει. Τα παπούτσια του ήταν βρεμένα και είχαν αλλάξει χρώμα. Το ίδιο και τα μπατζάκια του μαύρου τζην, βρεμένα και λασπωμένα μέχρι το γόνατο. Ζήτησε αν γίνεται να τον αφήσει να καθίσει για λίγο μαζί της. Να της κάνει παρέα. «After all, today its Christmas». Η αφέντρα της πτέρυγας αμφιταλαντεύτηκε λίγο και τελικά αποφάσισε να τον αφήσει. Δεν χαμπάριαζαν αυτοί οι Έλληνες από κανόνες, αλλά και εκείνη ήθελε να περάσει ήσυχα την βάρδια της αυτή την δύσκολη νύχτα. Κούνησε το χέρι με μια κίνηση παραίτησης «Oh what the hell. Let him stay». Έκλεισε και πάλι το κεντρικό φως και επέστρεψε στον πάγκο της μουρμουρίζοντας.

Τον έλεγαν Κιρκόρ και είχε γυναίκα και δύο παιδιά, που είχαν μείνει στην Ελλάδα. Εκείνος μόνο, είχε καταφέρει να έλθει στις Ηνωμένες πολιτείες για θεραπεία, χάρη στην οικονομική βοήθεια των συναδέλφων του στο εργοστάσιο που δούλευε, κάπου στα Οινόφυτα, και την βουβή φιλανθρωπία του αφεντικού του που είχε βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη για να συμπληρώσει το ποσό που είχε μαζευτεί με τον συναδελφικό έρανο. Κόντευε να τελειώσει την θεραπεία και το άθλιο ζουζούνι φαινόταν να έχει νικηθεί. Τώρα που είχε πάρει θάρρος και είχε ζεσταθεί λίγο, μιλούσε ασταμάτητα. Όταν τέλειωσαν με τα ιατρικά άρχισε να της λέει για τα νεανικά του χρόνια στην Σιβηρία όπου είχε πάει φαντάρος και είχε συνεχίσει ως κρατικός ξυλοκόπος, στα χρόνια του κομμουνισμού. Τι φοβερή ειδικότητα! Της είπε για την περεστρόικα και την Σοβιετική ένωση που έγινε κομμάτια. Για την χώρα του που έγινε ανεξάρτητο κράτος. Για την φτώχια, που τον έσπρωξε να αναζητήσει την τύχη του στην Ελλάδα. Για την κατάσταση εκεί που ήταν τώρα χάλια. Κοιτούσε το χιόνι έξω από το παράθυρο και διηγούταν ιστορίες με βότκα, σουτζούκια και παστουρμάδες. Φτώχια και καλοπέραση, όπως μόνο ένα άνθρωπος βασανισμένος ξέρει να συνδυάζει.

Μιλούσε αυτός, άκουγε αυτή, χωρίς να μιλάει για αρκετή ώρα. Φωνές και πάλι έξω στον διάδρομο. Αυτή τη φορά, μια δροσερή νεανική φωνή με γνώριμη προφορά. Οι φωνές και πάλι δυνάμωσαν και το φως και πάλι άναψε. Στην πόρτα εμφανίστηκε ξανά η τεράστια νοσοκόμα συνοδευόμενη αυτή τη φορά από μια νεαρή όμορφη ξανθιά κοπέλα με ένα λαμπερό χαμόγελο στο πρόσωπο της. Κρατούσε μια πιατέλα με μελομακάρονα και κουραμπιέδες, που ξεπρόβαλε μέσα από μια ανοιγμένη συσκευασία με διαφανές σελοφάν σε κόκκινο χρώμα, ενώ μια πράσινο κορδέλα ήταν περασμένη στον καρπό της. Έλα Χριστέ και κύριε, πώς βρέθηκαν μελομακάρονα και κουραμπιέδες σε ένα νοσοκομείο στη Νέα Υόρκη! Η μαυρούλα είχε γλυκάνει, λίγο. Αν την έβλεπαν οι συνάδελφοι της δεν θα την αναγνώριζαν.  «Τα πάθατε οι Έλληνες σήμερα; Δεν βλέπετε τον καιρό; Όλοι εδώ θα μου μαζευτείτε; Αυτή η ομορφούλα, νοσηλεύτηκε το καλοκαίρι εδώ για λίγες μέρες, την κάναμε καλά και ήλθε να μας κεράσει γλυκά από την πατρίδα σας. Επειδή είναι Χριστούγεννα και επειδή ένιωσε ότι έτσι πρέπει να κάνει. Σκέφτηκα ότι έπρεπε να την φέρω εδώ σε σας. Να είσαστε φρόνιμοι και να μην κάνετε φασαρία. Νοσοκομείο είναι εδώ, not a Greek Tavern. Τα γλυκά είναι πολύ νόστιμα αν και με μπέρδεψε η άσπρη σκόνη. If you see what I mean», είπε και έφυγε γελώντας μόνη της με το αστείο της.

Η κοπελίτσα, τους συστήθηκε, την έλεγαν Μαριάνθη. Ήταν Ελληνίδα και είχε έλθει εδώ και δύο χρόνια με τους γονείς της, νεομετανάστες πολυτελείας, θύματα της κρίσης, που δίδασκαν αμφότεροι στο NYU. Εκεί την είχε βρει η διάγνωση. Κινήθηκαν γρήγορα και κατάφεραν σε λίγο χρόνο να νικήσουν το κακό. Ακούμπησε την πιατέλα με τα γλυκά επάνω στο τραπεζάκι με τις ρόδες που χρησιμοποιούσαν για τα γεύματα στο κρεβάτι και τους προέτρεψε να δοκιμάσουν. Κατέθεσε και αυτή την ιστορία της, στους μπουκωμένους με μέλια, καρύδια και άχνη ζάχαρη, νέους φίλους της. Αν μοιράζεσαι την χαρά είναι διπλή χαρά. Αν μοιράζεσαι την λύπη, είναι μισή η λύπη. Τώρα ήταν πλέον καλά και είχε αποφασίσει να πάει για να κεράσει και να ευχηθεί αυτούς που την είχαν βοηθήσει. Ένιωθε ότι έτσι έβαζε μια τελεία στο κεφάλαιο αυτό της ζωής της και το σφράγιζε ερμητικά με την γλύκα των Χριστουγεννιάτικων γλυκών.

Ο Κιρκόρ παραπονέθηκε που δεν είχαν μια βότκα να πιούν για να ευχηθούν, αν και ήξερε καλά ότι και να είχαν εκείνος δεν θα μπορούσε να πιεί. Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει με την ίδια ένταση. Κάθε τόσο μια σειρήνα ακουγόταν και μπλε ή κόκκινοι φάροι αυτοκινήτων φώτιζαν τη νύχτα.  Πρώτη ξεκίνησε να τραγουδάει εκείνη. Ω έλατο, ω έλατο… Μπήκε μετά και η πιτσιρίκα. Εκείνος τους τους άκουγε στη αρχή χωρίς να συμμετέχει. Χάιδευε το μουστάκι του και κοιτούσε στο κενό. Παιδιάστικα πράγματα. Μετά από λίγο άρχισε και εκείνος να σιγοντάρει στο ίδιο ρυθμό αλλά σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαιναν. Και μετά ήλθαν και τα χιόνια στο καμπαναριό… «Κι όλοι παν στην εκκλησιά, των Χριστό να προσκυνήσουν, κι όλοι παν στην εκκλησιά, λάμπει απόψε η Παναγιά».

Η ώρα περνούσε όμορφα. Όταν είχε κάνει την εισαγωγή το πρωί, τίποτα δεν προμήνυε αυτό που συνέβαινε τώρα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Η κοπελίτσα που είχε μπει πριν από λίγη ώρα στην συντροφιά, σταμάτησε το τραγούδι. Σοβάρεψε, σηκώθηκε με αποφασιστικότητα και είπε «Πάμε. Είναι ώρα!» και ένα λαμπερό χαμόγελο φώτισε το όμορφο πρόσωπο της. Την κοίταξαν παραξενεμένοι αλλά μέσα τους πια ήξεραν. Γύρισε στο κομοδίνο δίπλα της και το είδε. Το μικρό ξύλινο κουτί πρέπει να ήταν εκεί, όλη την ώρα. Πώς και δεν το είχε προσέξει; Ποιος το είχε βάλει εκεί; Όχι ότι είχε σημασία, πλέον. Σηκώθηκε, το πήρε και το κράτησε με τα δυο της χέρια. Ο Κιρκόρ, χωρίς να πει κουβέντα, έβγαλε και αυτός το δικό του από την παλιά σακούλα. Το κράτησε και αυτός με τα δυο του χέρια. Η Μαριάνθη κρατούσε ήδη το δικό της. Πού το βρήκε; Όταν είχε έλθει κρατούσε μόνο την πιατέλα με τα γλυκά.

Βγήκαν σιωπηλοί από το δωμάτιο. Μπροστά η Μαριάνθη, πίσω ο Κιρκόρ και παραπίσω εκείνη. Πέρασαν μπροστά από την μαυρούλα νοσοκόμα, που καθόταν μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή στο γκισέ της υποδοχής. «Second floor”, τους είπε, με ένα αινιγματικό  χαμόγελο, χωρίς να την ρωτήσουν τίποτα. Πήραν το ασανσέρ. Στους διαδρόμους, ψυχή. Πάτησαν το κουμπί και ένα καμπανάκι ακούστηκε όταν έφτασαν στον δεύτερο όροφο. Οι πόρτες άνοιξαν και βρέθηκαν έξω από την αίθουσα των νεογνών. Δεκάδες μωράκια, άσπρα, μαύρα, κίτρινα, τυλιγμένα με φασκιές,στα καλαθάκια τους. Άλλα  κοιμόταν, άλλα κλαίγανε. Στο βάθος του διαδρόμου ήταν οι αίθουσες τοκετού. Πάνω από την πόρτα σε μια από αυτές, υπήρχε ένα μεγάλο ψηφιακό ρολόι με κόκκινα ψηφία. Δύσκολα μπορούσες να πάρεις τα μάτια από πάνω του. Προχώρησαν προς τα εκεί. Στο κέντρο του δωματίου, επάνω σε ένα κρεβάτι ήταν ξαπλωμένη μια μανούλα που κρατούσε το νεογέννητο παιδί στην αγκαλιά της. Φαινόταν κουρασμένη, τα μαλλιά της είχαν βραχεί από τον ιδρώτα, της υπερπροσπάθειας και είχαν κολλήσει στο μέτωπο στους κροτάφους και στα μάγουλα. Φαινόταν πολύ αδύναμη αλλά κυριολεκτικά έλαμπε. Όρθιος δίπλα στο κρεβάτι, ένας ψηλός άντρας. Είχε μακριά μαλλιά και μούσια και ήταν κακοντυμένος. Της κρατούσε το χέρι και κοιτούσε και αυτός το μωράκι με λατρεία, σα να μην υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο γι αυτόν. Εκείνο δεν είχε καλοκαθαριστεί από τα «βούτυρα» αλλά αναπαυόταν με κλειστά τα μάτια και φάτσα ευχαριστημένη στην αγκαλιά της μανούλας του.

Προχώρησαν προς το εσωτερικό του δωματίου χωρίς να μιλήσουν. Πρώτη η Μαριάνθη. Σταμάτησε μπροστά στο κρεβάτι, άνοιξε το κουτί και ένα καθρεφτάκι, έδειξε το πρόσωπο της. Στο καπάκι έγραφε μόνο μια λέξη. «Θάρρος». Το ακούμπησε στα πόδια της μάνας, έκανε μια βαθιά υπόκλιση και απομακρύνθηκε οπισθοχωρώντας δίνοντας την θέση της στον Κιρκόρ. Εκείνος πλησίασε και άνοιξε το δικό του κουτί. Το καθρεφτάκι έδειξε το δικό του πρόσωπο και το καπάκι έγραφε την λέξη «Ελπίδα». Προσπάθησε να κάνει και εκείνος μια υπόκλιση, που είχε κάτι το αστείο στης εκτέλεσή της, και οπισθοχώρησε δίνοντας την θέση τους σε εκείνη. Πλησίασε και άνοιξε και το δικό της κουτί. Το καθρεφτάκι έδειξε το πρόσωπο της και με μια γρήγορη ματιά είδε ένα δάκρυ να κυλάει από τα μάτια της. Το δικό της καπάκι έγραφε «Υπομονή». Υποκλίθηκε, με τον τρόπο που είχε μάθει μικρή όταν έκανε μαθήματα μπαλέτου, και βγήκε έξω από το δωμάτιο, οπισθοχωρώντας. Κοίταξε γύρω της αλλά οι άλλοι δύο ήταν άφαντοι. Φώναξε τα ονόματα τους αλλά δεν πήρε απάντηση.

Παράξενο. Απογοητεύτηκε, λίγο, που την είχαν αφήσει έτσι μόνη αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Προχώρησε στους άδειους διαδρόμους και έφτασε στο ασανσέρ. Πάτησε το κουμπί με το νούμερο οκτώ. Ένα «ντιν» και οι πόρτες άνοιξαν. Η μαυρούλα νοσοκόμα, που θα μπορούσε να τραγουδάει γκόσπελ, καθόταν εκεί που την είχε αφήσει. Έβλεπε την αντανάκλαση της οθόνης στα γυαλιά της. Πέρασε από μπροστά της, αλλά εκείνη δεν σήκωσε το κεφάλι της να την κοιτάξει. Σα να μην την κατάλαβε. Προχώρησε προς το δωμάτιο. Το ελάχιστο φως, της επέτρεπε να βλέπει έξω προς το μεγάλο πάρκινγκ. Το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει, αλλά όλα γύρω ήταν άσπρα σα μια μεγάλη τούρτα, που φωτίζονταν από το φως των κίτρινων προβολέων. Τίποτα μέσα στο δωμάτιο δεν μαρτυρούσε όλα όσα είχαν συμβεί εκεί λίγη ώρα πριν. Τι στο καλό; Μήπως τα είχε φανταστεί; Ξαφνικά την κυρίεψε μια απίστευτη κούραση. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και ο ύπνος την πήρε αμέσως. Ένας ύπνος βαθύς, λυτρωτικός με όνειρα γλυκά που μπέρδευαν μελομακάρονα, με χριστουγεννιάτικα τραγούδια και ροδαλά νεογέννητα μωρά.


Όταν ξύπνησε είχε ήδη ξημερώσει. Ένας λαμπερός ήλιος έμπαινε από το παράθυρο. Το χιόνι που κάλυπτε τα πάντα, αντανακλούσε το φως και το έκανε να φαίνεται πιο λαμπρό. Εκείνος καθόταν σε μια καρέκλα στην άκρη του κρεβατιού και την κοιτούσε, που ξυπνούσε. Πόση ώρα να ήταν εκεί άραγε. «Καλημέρα και χρόνια πολλά». «Χρόνια πολλά», απάντησε εκείνη, νυσταγμένα. «Μίλησα με τον γιατρό. Μετά τις τελευταίες εξετάσεις, είναι πλέον πολύ αισιόδοξος. Λίγη υπομονή ακόμα και θα νικήσουμε». Χαμογέλασε γλυκά. «Great. Πού να σου πω τι έγινε εδώ χθες βράδυ»…

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Εσένα σε βρήκε το πνεύμα των Χριστουγέννων;

Είναι πλέον επίσημο. Το είπαν και στις ειδήσεις. Σε 10 μέρες από σήμερα είναι Χριστούγεννα. Αν εσένα δεν σε έχει βρει το πνεύμα των Χριστουγέννων, τράβα και βρες το εσύ. Αν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό τότε πρέπει να πάει το βουνό στον Μωάμεθ. Το ότι ανακατεύω τον Μωάμεθ σε μια καθαρά Χριστιανική γιορτή μπορεί να τρελάνει όλους αυτούς που μιλούν για την αλλοτρίωση που έχουμε υποστεί από την επαφή μας με τους Μουσουλμάνους. Εγώ πάλι το θυμήθηκα γιατί το έλεγε η γιαγιά μου, η οποία μεγάλωσε σε ένα Τούρκικο μαχαλά στην Πάνω πόλη με Τουρκούδια και Ελληνάκια γύρω της που στα μάτια της ήταν όλα παιδάκια.
Τι σου είναι η γλώσσα! Από πού ξεκινήσαμε και πού το πήγαμε. Έλεγα λοιπόν ότι πρέπει να πας να βρεις το πνεύμα των Χριστουγέννων. Αυτό μπορείς να το πετύχεις ακολουθώντας μερικά απλά βήματα.
Προσδιόρισε τι είναι για σένα Χριστούγεννα, για να ξέρεις και πού να ψάξεις δηλαδή.
Αν για σένα Χριστούγεννα είναι λαμπερά φωτάκια, χιονισμένα τοπία, έλατα, λαμπερά καλέσματα και κοσμικές έξοδοι, τότε ξέρεις πού θα τα βρεις. Μέτρα τι έχει μέσα το πορτοφόλι σου και βουρ σε εμπορικά κέντρα, κοσμικά εστιατόρια και σαλέ στο βουνό.
Αν για σένα Χριστούγεννα είναι η οικογένεια μαζεμένη γύρω από τραπέζια ή αραγμένη σε καθιστικά και καναπέδες, οι ξενιτεμένοι που έρχονται, οι αναμνήσεις αυτών που λείπουν και που δεν θα τους ξαναδείς, οι φίλοι που αυτές τις μέρες θα βρεις λίγο χρόνο να συναντήσεις, τότε και για αυτό σου έχω λύση. Κοίτα να τα έχεις καλά με την οικογένεια, να κρατάς έστω και μια στοιχειώδη επαφή με τους φίλους και τους ξενιτεμένους και να έχεις φροντίσει να έχεις κλείσει τους λογαριασμούς σου με αυτούς που έφυγαν και δεν θα ξανάρθουν. Μάζεψε τους όλους κοντά σου και άσε την καρδιά σου να αγαλλιάσει.
Αν για σένα Χριστούγεννα είναι να βοηθήσεις τον συνάνθρωπο που υποφέρει, να προστρέξεις σε αυτόν που είναι πιο αδύναμος και σε χρειάζεται, τότε και πάλι υπάρχει λύση. Ανάγκες γύρω μας πάρα πολλές και κάθε μέρα αυξάνονται. Κάνε αυτό που θέλεις και μπορείς. Αν δεν έχεις λεφτά να δώσεις, μπορείς σίγουρα να αναλώσεις λίγο ή πολύ από τον χρόνο σου. Αρκεί να το θέλεις.
Αν για σένα Χριστούγεννα είναι όλα τα παραπάνω, βάλτα σε ένα σέικερ, ανακάτεψε τα και προσπάθησε να φτιάξεις το κοκτέιλ των γιορτών που σου ταιριάζει. Μόνο κάνε γρήγορα γιατί πότε θα περάσουν οι δέκα μέρες και πότε θα βρεθείς στην νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια, ούτε που θα το καταλάβεις.

Καλημέρα και καλά Χριστούγεννα.

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Μένουμε Menu

Ετοιμάζουμε που λες το μενού για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Δόξα να έχει ο Θεός μαζευόμαστε αρκετοί γύρω από αυτό, είναι και τα παιδιά που μεγάλωσαν και δεν είναι τόσο παιδιά και οι απαιτήσεις, που ήταν πάντα υψηλές, ανεβαίνουν περισσότερο.

«Να μην κάνουμε πάλι, τα ίδια», μου λέει η  Έφη.

«Άντε καλά να μην κάνουμε», λέω και εγώ. Βέβαια όλοι θέλουν ανανέωση αλλά αν καθίσουν στο Χριστουγεννιάτικό τραπέζι και δεν φάνε γαλοπούλα, λαχανοντολμάδες, χοιρινό, πότε θα τα φάνε; Το Πάσχα;

«Να δούμε τα εορταστικά μενού των μεγάλων ξενοδοχείων να πάρουμε καμμιά ιδέα». Μου ξαναλέει η Έφη.

Πρώτοι κατάσκοποι. Η τεχνολογία πλέον μας επιτρέπει να έχουμε όποια πληροφορία θέλουμε με το πάτημα ενός κουμπιού. Πατάς ένα κουμπί και βγαίνει μια χοντρή, λέγαμε μικροί. Ε τώρα πατάς το κουμπί και η χοντρή γίνεται χοντρή μετά από αυτά που θα φάει στις γιορτές.

Μπαίνουμε σε γνωστό μεγάλο ξενοδοχείο φημισμένο για την κουζίνα του και διαβάζω την πρόταση του για τα ορεκτικά. Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται.

Χτένια ceviche με χαβιάρι osiestra, σπαράγγια και ζελέ εσπεριδοειδών “sandwich” με μανιτάρια “Cepe”, καραμελωμένα κάστανα και κρέμα τρούφας Éclair με μαρμελάδα μήλο-τζίντζερ, τερίνα φουά γκρα και ξύδι βαλσάμικο.

Αν εξαιρέσεις τις πολλές άγνωστες, σε μένα, λέξεις καλό ακούγεται. Φυσικά στην υψηλή μαγειρική αυτό που χρειάζεται τρεις σειρές κειμένου για να περιγράψεις, είναι μια βουκιά σε ένα πιάτο ένα στρέμμα. Άντε να χορτάσει η θεία Ελπινίκη και το μάτι της με χαβιάρι osiestra. Χιούστον, έχουμε πρόβλημα.

Δεν πτοούμε. Πάμε παρακάτω.

Μπλε αστακός με μαγιονέζα αχινού, μανταρίνι και κρέμα κουνουπίδι.

Εδώ θα τα χαλάσουμε. Δεν μου αρέσει το κουνουπίδι. Βρωμάει βρε παιδία. Από την άλλη μπλε αστακό με μαγιονέζα αχινού τρώμε στο σπίτι μας κάθε Παρασκευή. Τι το γιορτινό έχει; Αυτό το πιάτο σίγουρα απορρίπτεται.

Χειροποίητο ραβιόλι με ελάφι, κέδρο, σέλινο και σάλτσα λευκής σοκολάτας.

Και εδώ έχουμε πρόβλημα. Αν σκοτώσουμε το ελάφι, ξαδελφάκι του Ρούντολφ, μπορεί να θυμώσει ο Αι Βασίλης και να μη μας φέρει δώρα. Μόνο με το κοινωνικό πουρμπουάρ του Αλέξη θα την βγάλουμε; Την μυρωδιά του σέλινου δεν την αντέχω και μας μένει ο κέδρος που μυρίζει υπέροχα έξω από το μπαλκόνι μου και λέω να τον αφήσουμε εκεί και η λευκή σοκολάτα, που μάλλον θα πάει στο επιδόρπιο.

Αντιλαμβάνομαι ότι η κουζίνα των μεγάλων εστιατορίων δεν έχει σχέση με την κουζίνα του σπιτιού μας.  Αντιλαμβάνομαι ότι αν αυτοί οι ναοί της υψηλής γαστρονομίας φτιάξουν λαχανοντολμάδες δεν θα μπορέσουν να δικαιολογήσουν το σχεδόν πεντακοσάρικο που κοστίζει το γεύμα ανά μασέλα, αλλά ούτε θα ικανοποιήσουν αυτούς που ψάχνουν άλλου είδους γευστικές απολαύσεις.

Γι αυτό σου λέω αγάπη μου, πάμε με αυτά που ξέρουμε και μας ξέρουν, μην περάσουν τα Χριστούγεννα και εμείς ακόμα τα περιμένουμε αφού δεν θα έχουμε φάει λαχανοντολμάδες, χοιρινά και γαλοπούλες.


Καλημέρες αγωνιστικές, μέρα που είναι.