Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

Περί ΔΕΘ

Σκέφτηκα να σου πω για το μπάχαλο της πόλης, με τους κλειστούς δρόμους. Για το Μακρόν, τον Αλέξη και τον Οδυσσέα. Αλλά είναι Σάββατο, είναι νωρίς και είναι πολύ όμορφα για να χαλάσω τη διάθεση, τη δική σου και τη δική μου. Λέω, λοιπόν, να κάνω μια επετειακή βουτιά στο παρελθόν.

Οι πιο έντονες αναμνήσεις μου από την ΔΕΘ, την «Έκθεση» όπως την λέγαμε τότε και συνεχίζουμε να την λέμε και σήμερα, έρχονται από την δεκαετία του 70.

Περιμέναμε την έκθεση, σαν μια μεγάλη γιορτή. Προετοιμασίες πολλές. Εμείς βλέπαμε το «απ’ έξω», με τους δρόμους και τις διαβάσεις που αποκτούσαν φρέσκια διαγράμμιση και τα παρτέρια με τα πολύχρωμα λουλούδια που φυτεύονταν μέχρι και τις τελευταίες ώρες πριν τα εγκαίνια. Λεωφορεία με σημαιάκια και πινακίδα «Έκθεση» στο παρμπρίζ.  Στο παιδικό μυαλό μου όλο αυτό εξισωνόταν με τα καλέσματα στο σπίτι και την μητέρα μου που, μέχρι τελευταία στιγμή, έτρεχε να επιμεληθεί και την τελευταία λεπτομέρεια για να υποδεχτεί, όπως έπρεπε, τους επισκέπτες.

Ο πατέρας μου αγόραζε μασούρια με τις περίφημες «χρυσές» μάρκες εισόδου που για μας είχαν μεγαλύτερη αξία και από λίρες χρυσές. Όταν μεγαλώσαμε λίγο, ζητούσαμε και μας άφηναν, να τις βάλουμε εμείς στην ειδική σχισμή του μηχανήματος που μας επέτρεπε την πρόσβαση στο δικό μας παράδεισο. Φορούσαμε τα καλά μας για να πάμε στην Έκθεση και καθώς πλησιάζαμε νιώθαμε ότι τα πάντα γύρω μας φορούσαν και αυτά, τα καλά τους. Τροχονόμοι με περικεφαλαίες και άσπρες στολές, σημαίες στους δρόμους, πλανόδιοι με πολύχρωμα μπαλόνια, οικογένειες πιασμένες χέρι χέρι.

Όταν περνούσες την πύλη ένιωθες λες και μπήκες σε έναν διαφορετικό κόσμο. Μουσική, διαφημίσεις και ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα με ένα χαρακτηριστικό ζευγάρι φωνών και την απαραίτητη ηχώ που δεν θα ξεχάσω ποτέ. «Επισκεφτείτε στο περίπτερο 2 την εταιρεία Παπαδόπουλος» , «Φάτε όσο παγωτό μπορείτε στο κιόσκι του Γλυκού», «Ο μικρός Γιωργάκης έχασε τους γονείς τους και τους περιμένει κάτω από τον πύργο του ΟΤΕ».

Οι επισκέψεις μας είχαν πρόγραμμα και σύστημα. Παίρναμε τα περίπτερα με την σειρά και βλέπαμε τα πάντα. Μαζεύαμε χαρτιά και δείγματα, γεμίζοντας τεράστιες σακούλες που δεν μπορούσαμε να σηκώσουμε. Τις επόμενες ημέρες θα γινόταν το ξεσκαρτάρισμα στο σπίτι, κάτω από την πίεση και τις φωνές της μάνας για «όλη αυτή τη σαβούρα» που κουβαλήσαμε.

Διαγκωνιζόμασταν για μια καλή θέση μπροστά από περίπτερα με κάποιο περίεργο έκθεμα, που παρουσιαζόταν για πρώτη φορά. Με την ίδια θέρμη βλέπαμε αυτοκίνητα, τρακτέρ αλλά και μηχανήματα που έφτιαχναν σακούλες. Μέτρο της επιτυχίας της έκθεσης, αλλά και κράχτης πελατών, η χαρτονένια πινακίδα «Επωλήθη, κύρος Τάδε». Όσες πιο πολλές οι πινακίδες τόσο μεγαλύτερη η επιτυχία.

Στην Έκθεση είδα για πρώτη φορά Κινέζο! Ήταν την χρονιά που είχε πεθάνει ο Μάο και τους θυμάμαι ακόμα, όλους ίδιους και απαράλλαχτους,  με τα μαύρα παντελόνια και τα άσπρα κοντομάνικα πουκάμισα με την μαύρη κορδέλα του πένθους στου χέρι. Σαν βαρυπενθούντα γκαρσόνια ενός μακρινού εστιατορίου. Φέτος έχει γεμίσει ο τόπος Κινέζους, οι οποίοι δεν έχουν κανένα λόγο να πενθούν. Το αντίθετο μάλιστα.

Μαγεμένοι κοιτούσαμε ακροβάτες να περπατούν επάνω στο σχοινί κρατώντας τεράστια κοντάρια ισορροπίας και μοτοσυκλέτες να κάνουν ριψοκίνδυνες επιδείξεις. Στο λούνα παρκ δεν πολυπηγαίναμε γιατί μάλλον νιώθαμε ότι ήταν κάτι που μπορούσαμε να επισκεφτούμε τον υπόλοιπο χρόνο, στην Σαλαμίνα που βρισκόταν τότε.

Οι επισκέψεις μας γινόταν πάντα απόγευμα, μόλις έπεφτε λίγο ο ήλιος, και κρατούσαν μέχρι το βράδυ. Όταν τα περίπτερα έκλειναν, χωρίς πολλές κουβέντες, πηγαίναμε στο self service στην ταράτσα ενός περιπτέρου κοντά στην βόρεια πύλη. Οι «άντρες» της οικογένειας στεκόμασταν στην ουρά με δίσκους και οι «γυναίκες» έπιαναν το πολύτιμο τραπέζι. Το μενού αυστηρά προδιαγεγραμμένο. Σάντουιτς με λουκάνικο και μουστάρδα σε αφράτο ψωμάκι για όλους και μαύρη μπύρα για τους μεγάλους. Δε νομίζω ότι τους άρεζε αυτό το μαύρο ζουμί, απλώς το έπιναν σαν ένα κομμάτι της υπόλοιπης τελετουργίας και σαν κάτι που δεν θα έβρισκαν τον υπόλοιπο χρόνο εκτός εκθέσεως. Σα να τρως μαγειρίτσα την Ανάσταση, ακόμα και αν δεν σου αρέσει. Από την ταράτσα αυτή, βλέπαμε και τα πυροτεχνήματα διαγωνιζόμενοι ποιος θα βγάλει την δυνατότερη κραυγή θαυμασμού.

Η επιστροφή στο σπίτι δύσκολη. Το να βρεις ΤΑΧΙ αδύνατο. Ποδαρόδρομος μέχρι τον Άγιο Δημήτριο. Τότε θυμόμασταν τα παπούτσια που μας χτύπησαν, τις σακούλες με τα έντυπα που ήταν βαριές και τη νύστα που έκλεινε τα μάτια και βάραινε τα πόδια. Έφτανε η απειλή ότι δεν θα ξαναπάμε στην Έκθεση για να μας ζωντανέψει για τα καλά.


Η ζωή τα έφερε έτσι και οι εκθέσεις είναι η δουλειά μου. Τις βλέπω να στήνονται και σπάνια τις επισκέπτομαι όταν λειτουργούν. Εξαίρεση η ΔΕΘ, που αν δεν την επισκεφτώ νιώθω σαν κάτι να μου λείπει. Καλή αρχή!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου