Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Στις φάμπρικες της Γερμανίας...

Μικρή πόλη στη Γερμανία, δορυφόρος μιας μεγαλύτερης. Πληθυσμός, διακόσιες χιλιάδες ψυχές. Ακολουθούμε τις υποδείξεις του Γερμανού ιδιοκτήτη, του σπιτιού που μας φιλοξενεί και επισκεπτόμαστε Ελληνικό εστιατόριο στο κέντρο. Θα μας το πρότεινε ανεξαρτήτως της καταγωγής μας, όπως μας είπε. Το όνομα αυτού, ας πούμε, «Αριστοτέλης». Είναι αργά το βράδυ (για Γερμανία) αλλά το μαγαζί έχει ακόμα κόσμο. Ο καιρός έξω αγριεμένος με δέκα βαθμούς, φοβερίζει τους Έλληνες που ήλθαν από τους τριανταφεύγα.  Ο γύρος κοντεύει να τελειώσει αλλά συνεχίζει να γυρίζει ακούραστα.

Δεν μιλάμε και καθόμαστε. Έρχεται να πάρει παραγγελία, κυρία γύρω στα πενήντα. Η εμφάνιση της φωνάζει από μακριά «είμαι Ελληνίδα και Πόντια!». Προσπάθεια για συνεννόηση στα Γερμανικά μέχρι να το γυρίσουμε στα Ελληνικά μέσα σε γέλια και πειράγματα. Τι σας φέρνει εδώ; Ήλθατε από Ελλάδα ή από άλλη πόλη της Γερμανίας. Για δουλειά; Θα μείνετε ή είσαστε για λίγες μέρες; Κανονικό registration στην κοινότητα.

Εμείς ικανοποιήσαμε την περιέργειά της και εκείνη την πείνα μας. Ο γύρος άνω του μετρίου. Η μπύρα άφθονη. Οι τιμές λογικές ακόμα και για τους φτωχούς Έλληνες. Μια μεγάλη τηλεόραση παίζει ποδόσφαιρο. Κάθε τόσο έρχεται και κάποιος πελάτης. Μπαίνει στο μαγαζί. Συνήθως μιλάει Ελληνικά. Μα καλά, λες, όλοι γνωρίζονται; Κάποιοι κάθονται μόνοι μπροστά στον πάγκο και πίνουν ήσυχα την μπύρα τους, αλλάζοντας πού και πού από καμιά κουβέντα με τους ιδιοκτήτες.

Εκεί γνωρίσαμε και τον, ας πούμε πάλι, Αριστοτέλη, που έρχεται στο τραπέζι μας. Είναι ο γιος της οικογένειας των ιδιοκτητών. Δεν ξέρω αν το μαγαζί πήρε το όνομα του από αυτόν ή αυτός από το μαγαζί που είχε ονομαστεί έτσι προς τιμήν του αρχαίου μας πρόγονου. Νέο παλικάρι, ευγενέστατο. Πιάνουμε κουβέντα. Τι σας φέρνει εδώ, κλπ. Εκείνος έχει σπουδάσει ψυχολογία για τέσσερα χρόνια στη Θεσσαλονίκη.

Πώς βλέπεις τα πράγματα, τον ρωτάω. Φαίνεται προβληματισμένος. Η Ελλάδα του αρέσει. Φαίνεται η αγάπη του σε κάθε λέξη που λέει. Πάει στην Ελλάδα δύο φορές τον χρόνο. Όταν όμως πήγε για να σπουδάσει, τον πρώτο καιρό όλα του φαινόταν περίεργα. Άμα έχεις συνηθίσει στην Γερμανική οργάνωση, η Ελλάδα σε βγάζει από τα νερά σου. Μετά από λίγο καιρό συνήθισε. Μπορεί να ήταν το αίμα που έτρεχε στις φλέβες και το περιβάλλον που μεγάλωσε, αλλά από την άλλη μπορεί και όλα να συνηθίζονται τελικά. Ακόμα και το να ζεις στην σημερινή Ελλάδα. Άγριο θηρίο ο άνθρωπος, έλεγε ο πατέρας μου, όλα τα μπορεί.

Τελικά ο Αριστοτέλης επέστρεψε στη Γερμανία για να μείνει. Κρατάει τους δεσμούς με την Ελλάδα αλλά φαίνεται ότι η Γερμανία του παρέχει καλύτερες προοπτικές. Δεν μου φαίνεται περίεργο. Βέβαια είναι δύσκολη η ζωή του μετανάστη, ακόμα περισσότερο αυτού της δεύτερης γενιάς. Ξένος στην Ελλάδα, ξένος και στη Γερμανία. Του μένει μόνο η ασφαλιστική δικλίδα της ψυχής. Όταν τον ζορίζουν στη Γερμανία ονειρεύεται την Ελλάδα, των καλοκαιριών, των τρελών ανθρώπων και των ιστοριών της γιαγιάς του.  Όταν η Ελλάδα τον βγάζει από τα ρούχα του, έχει πάντα την δικλίδα διαφυγής της οργανωμένης, ευημερούσας και ίσως λίγο βαρετής Γερμανίας.

Απόλαυσα την κουβέντα με αυτό το καλό παιδί. Ένας όμορφος πρεσβευτής της Ελλάδας, χωρίς καν να το καταλαβαίνει ή να το επιδιώκει ο ίδιος. Προσφέρθηκε να μας βρει και νες καφέ, πηγαίνοντας για λογαριασμό μας σε ένα μαγαζί στην άλλη άκρη της πόλης, για να μην κόψουμε ούτε για λίγο τον ομφάλιο λώρο με το Ελληνικό θεριακλίκι του φραπέ.


Ο Αριστοτέλης θα παραμείνει στη Γερμανία. Εμείς σε λίγο θα γυρίσουμε σε αυτό που ο Σαββόπουλος αποκαλεί «του Ελληνισμού το χειρότερο κομμάτι», στην Ελλάδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου