Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Η εκδρομή

Ο κύριος Πέτρος και ο κύριος Τάκης είναι, που λες, συνταξιούχοι. Ψηλός, μονίμως χαμογελαστός, χοντρομπαλάς, πειραχτήρι σαν μικρό παιδί, αλλά με μια μουστάκα βούρτσα ο πρώτος. Αδύνατος, φαλακρός με ελαφριά καμπούρα και ένα αστείο βάδισμα λόγω ενός παλιού προβλήματος στη μέση, «παράσημο» από την εποχή που ήταν αθλητής του στίβου στα νιάτα του, ο δεύτερος.

Φρέσκος συνταξιούχος διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας ο κύριος Πέτρος, έμεινε στο πόστο του αρκετά ώστε να δει από την τρέλα του χρηματιστηρίου μέχρι την ξεφτίλα των capital controls. Απόστρατος πλέον στρατιωτικός γιατρός ο κύριος Τάκης. Ούτε που μπορούσε να υπολογίσει πόσα χέρια, πόδια και γοφούς είχε κάνει καλά στην καριέρα του, αλλά τον εαυτό του δεν κατάφερε ποτέ να τον γιατρέψει.

Φίλοι από παιδιά, συναντιόταν κάθε πρωί στις 7 ακριβώς έξω από την ΧΑΝΘ για να πάνε την πρωινή τους βόλτα στην παραλία. Ούτε κάρτα να χτυπούσαν. Ζέστη, κρύο, βροχή, χιόνι, αυτοί εκεί σταθεροί και ακριβείς στο ραντεβού τους. Μόνο μια μέρα φέτος τον χειμώνα, τότε με τα πολλά τα χιόνια, πήραν υποχρεωτικά ρεπό υποκύπτοντας στην γκρίνια των γυναικών τους. «Πού θα πας βρε ευλογημένε μέσα στα χιόνια. Να πέσεις, να σπάσεις κανένα πόδι να έχουμε και άλλα. Ξέρεις από τι λένε ότι πάει ο γέρος, ε; Καθήστε στα αυγά σας και αύριο μέρα είναι».

Έπαιρναν καφέ σε πλαστικό ποτήρι από ένα φούρνο που τον είχε ένα ευρώ και τους έδινε και δώρο νεράκι. Έπαιρναν και ένα κουλούρι με σουσάμι και το μοιράζονταν στα δύο. Οι ζαμπονοτυρόπιτες και τα κρουασάν ανήκαν στο παρελθόν. Καμάρωναν πολύ για την ανακάλυψη τους. Ο κύριος Πέτρος είχε υπολογίσει και πόσο κέρδος είχαν τον μήνα, σε σχέση με τους καφέδες που πουλούσαν τα μεγάλα μαγαζιά και οι αλυσίδες. Το είχε βάλει στη ζυγαριά με τις μειώσεις στις συντάξεις, αλλά πάλι χαμένος έβγαινε.

Τώρα το καλοκαίρι, με τις ζέστες, ζοριζόταν λίγο παραπάνω στο περπάτημα. Σήμερα το πρωί πήραν την απόφαση να πάνε εκδρομή, σε μέρη δροσερά. Πήραν το οχτάρι από την στάση στον Μεγαλέξανδρο και κατέβηκαν στο τέρμα στο ΙΚΕΑ. Περπάτησαν για λίγο, πάντα με τα καφεδάκια τους στο χέρι, και έφτασαν στο Διαβαλκανικό. Πέρασαν την πύλη με τους γρανίτες, πειράχτηκαν αναμεταξύ τους για την σχέση των σιντριβανιών και του προστάτη τους και πήραν ένα από τα γυάλινα ασανσέρ. Κατέβηκαν στον δεύτερο όροφο και κατευθύνθηκαν στη γωνία με τον μεγάλο δερμάτινο καναπέ. Ευτυχώς ήταν ελεύθερος. Στρογγυλοκάθισαν και είχαν θέα μέχρι τη θάλασσα. Το σημείο το είχε ανακαλύψει ο κύριος Τάκης, πριν από μια βδομάδα που είχε έλθει να δει έναν ξάδελφο του που είχε κάνει εγχείρηση. Η θέα μοναδική. Δροσιά, δεν το συζητάμε, άνετα φορούσες μια ζακετούλα. Η παρέα σταθερή και ο καφές από τον φούρνο ανακάλυψη. Τι άλλο να ζητήσει ο συνταξιούχος για να είναι ευτυχισμένος;

Πέρασαν ένα υπέροχο πρωινό. Κάθε τόσο περνούσε κάποιος και αυτοί τον σχολίαζαν χαμηλοφώνως, σαν μαθητές στο πίσω θρανίο που προσπαθούσαν να μην τραβήξουν την προσοχή του δασκάλου. Είδαν ανθρώπους που έμπαιναν και έβγαιναν στα χειρουργεία, είδαν συγγενείς αγχωμένους ή χαμογελαστούς και ανακουφισμένους. Βαριεστημένους νοσοκόμους και κομψευόμενους γιατρούς που περπατούσαν βιαστικοί μιλώντας στο iphone.

Είδαν διάφορα μέχρι που ήλθε η ώρα να σχολάσουν. Το φαγητό στο σπίτι σερβιριζόταν πάντα την ίδια ώρα και όποιος δεν ήταν συνεπής μπορεί νηστικός να μην έμενε, αλλά υπέφερε από την γκρίνια. Ακολούθησαν λοιπόν το αντίθετο δρομολόγιο. Έπαθαν βέβαια ένα μικρό σοκ όταν βγήκαν από το κρύο του κλιματισμού στην κάψα του μεσημεριού αλλά βέβαια αυτό ήταν αναμενόμενο.


Θα είχαν πολλά να διηγηθούν στις γυναίκες τους καθώς θα εξιστορούσαν την βόλτα τους … στην παραλία. Όταν χωριζόταν ο κύριος Πέτρος γύρισε και είπε στο κύριο Τάκη, μιμούμενος την σκηνή του Μπόγκαρντ με την Μπέρκμαν στην Καζαμπλάνκα «We will always have Diavalkaniko”. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου