Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

Καλοκαιρινό Κυριακάτικο πρωινό

Είναι αστείο να εκπλήσσομε και να κοιτάζω εκστατικός, κάθε πρωί τον μεγάλο πορτοκαλοκόκκινο, εκτυφλωτικά λαμπερό, κρόκο που ανεβαίνει στον ουρανό. Στέκομαι στην άκρη, στο κάγκελο, στο μπαλκόνι ανατριχιάζω με το δροσερό αεράκι του καλοκαιριού και θαυμάζω την λάμψη που χαρίζει καθώς κατεβαίνει το βουνό στο βάθος του ορίζοντα, κουτρουβαλάει σε χωράφια, χαϊδεύεται πάνω σε στέγες σπιτιών, σαν αθλητής του παρκούρ που εκτελεί το πρόγραμμα του αθόρυβα, με ζωντάνια αταίριαστη στην ώρα που οι περισσότεροι κοιμούνται.  

Η θάλασσα βαμμένη σε άπειρες αποχρώσεις του μπλε, ίδιο γυαλισμένο μαρμάρινο δάπεδο αντανακλά το σχήμα που έχει το βαρκάκι που ισορροπεί επάνω της. Σα να βλέπω τον μοναχικό ψαρά που ανεβοκατεβάζει νωθρά την πετονιά. Η ψαριά του, 2-3 σπαράκια, πιο μικρά και από τον φελλό που τυλίγεται η πετονιά, ανασαίνουν με δυσκολία στον πάτο της βάρκας. Σε λίγη ώρα, στο σπίτι, αυτός θα καμαρώνει και η γυναίκα του θα γκρινιάζει που θα πρέπει να τα καθαρίσει και να τα τηγανίσει για το μεσημεριανό ουζάκι. Φοράει γαλάζιο πουκάμισο με σκληρό γιακά και υφασμάτινο παντελόνι, ανοιχτό γκρι. Κάποτε πήγαινε στη δουλειά με αυτά. Τώρα πια όμως αυτά παλιώσανε. Στη δουλειά δεν πάει πλέον και  η γυναίκα του αποφάσισε ότι δεν του χρειάζονται και του τα έδωσε για να πηγαίνει στο ψάρεμα. Ακούει μουσική από ένα αρχαίο τρανζιστοράκι, με σπασμένη κεραία και  μπαντάριασμα από μαύρη μονωτική ταινία για να μη διαλύσει. Ο σταθμός πότε ακούγεται και πότε χάνεται, αλλά εκείνος δεν  πτοείται. Σιγοντάρει σιγοτραγουδώντας ένα τραγούδι του Καζαντζίδη με μάτια μισόκλειστα και ένα τσιγάρο, άφιλτρο, να καπνίζει κολλημένο στο κάτω χείλος του. Κάπου στο βάθος το νερό αρχίζει και σκουραίνει. Θα φρεσκάρει σε λίγο. Τη γαλήνη της στιγμής διαταράσσει, για λίγο, ένα άλλο βαρκάκι, ακόμα πιο μικρό, που περνάει από δίπλα. Έχει και αυτό έναν επιβάτη που κάθεται ακίνητος στο πίσω μέρος και χαράζει πορεία κρατώντας τη λαγουδέρα.  Χάνεται όπως εμφανίστηκε, σαν του ηθοποιούς στο θέατρο, που κάνουν ένα πέρασμα διασχίζοντας τη σκηνή από ένα άκρο στο άλλο χωρίς να πούνε λέξη, έτσι από βίτσιο του σκηνοθέτη χωρίς να καταλάβει κανείς τον λόγο.

Στον μεγάλο δρόμο, αυτοκίνητα πάνε και έρχονται με ταχύτητα, σκεπάζοντας για λίγο το τραγούδι των πουλιών. Πού πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι, τέτοια ώρα; Γιατί βιάζονται;

Στο κοντινό δρομάκι περνάει ένα μηχανάκι. Είναι μικρό αλλά κάνει φασαρία για πέντε μεγάλα. Ίδιο πιτσιρίκι που βάζει τα κλάματα και ξελαρυγγιάζεται  για να το προσέξουν οι μεγάλοι. Ο αναβάτης του, στητός καμαρωτός, φοράει κόκκινη μπλούζα με γιακά και τζιν σορτς, αλλά όχι κράνος. Καπνίζει και κρατάει με το ένα χέρι ένα πλαστικό ποτήρι μέσα από το οποίο ξεπροβάλει ένα στραβό καλαμάκι. Κάνει και αυτό το ξαφνικό του πέρασμα από τη σκηνή και μετά χάνεται.

Ένας κόκορας έχει βγάλει τα σωθικά του να φωνάζει. Δεν μπορώ να φανταστώ πού στο καλό βρίσκεται αυτό το κοκόρι, σε αυτή τη γειτονιά. Προσωπικά προτιμώ το τραγούδι των πουλιών, ο κόκορας με κουράζει και με εκνευρίζει. Επαναλαμβάνει την ίδια κραυγή σαν ξυπνητήρι που περιμένει να φάει μια σφαλιάρα στο κεφάλι, για να κάνει snooze.


Σε λίγη ώρα θα ξυπνήσουν τα παιδιά της γειτονιάς και θα αρχίσουν να μιλάνε και να φωνάζουν όλα μαζί. Θα μετράνε αντίστροφα την ώρα που απομένει από την πρωινή μπουγάτσα και το κακάο, μέχρι να επιτραπεί να πάνε στη θάλασσα. Θα περάσει και ο Δημητράκης, το καλό παιδί, με τα καρπούζια και ο ψαράς ο Νίκος.

Είναι αυτά τα πρωινά της Κυριακής του καλοκαιριού που δεν μπορεί να τα ταράξει τίποτα και κανένας από αυτούς που λερώνουν την καθημερινότητα σου. Όλα αυτά υπήρχαν και θα υπάρχουν και όταν θα αποχωρήσουν, διωγμένοι με τις κλοτσιές, όλοι οι μικροί Καίσαρες που, με την δική μας ανοχή,  καμώνονται τους σπουδαίους και μας κατατρώγουν τα σωθικά.

Καλημέρα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου