Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Έφηβοι μεγάλης ηλικίας

Τα έχουμε πει, να μην τα ξαναλέμε. Το πρωινό του Σαββάτου αρχίζει με επίσκεψη στην Λαϊκή. Διαθέτω καροτσάκι και όλη την ξεφτίλα του μεσήλικα που ζουλάει ντομάτες (μέχρι να βγουν οι δικές μου στον μπαξέ) και χαϊδεύει βερίκοκα.

Χθες λοιπόν έβγαζα το foldable trolley (δεν «οδηγούμε» ότι και ότι) από το αυτοκίνητο για να αρχίσω την εξερεύνηση. Εκεί τους είδα. Ήταν πέντε λεβέντες σε ηλικίες 60-70 χρόνων. Τουλάχιστον τόσο τους έκανε το απροπόνητο μάτι μου. Είχαν μόλις τελειώσει τα ψώνια τους, στις 9:00 και έφευγαν. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι τώρα ξέρω πού πάνε οι συνταξιούχοι όταν δεν περιμένουν στις ουρές της Εθνικής τράπεζας και όταν δεν παίζουν κάτι αηδίες στα ΠΡΟΠΟτζίδικα, ή όπως τα λένε σήμερα.

Πήγαιναν σαν σκόρπια διαδήλωση. Άλλος μπροστά άλλος πίσω. Έκαναν πολλή φασαρία. Ο ένας γκρίνιαζε γιατί δεν είχε καρότσι και του είχαν φύγει τα χέρια να κουβαλάει τις σακούλες. Ο άλλος πείραζε τον μπροστινό του για κάτι που είπε σε αυτήν που πουλούσε τον γαύρο. Γέρικο καμάκι αλλά, έτσι είναι, πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Κάποιος κάτι πέταξε για τα γεμιστά της Φωτίου και θυμήθηκα ότι κάποτε τα παραπολιτικά είχαν την πιπεράτη αξία τους στις συζητήσεις μεταξύ φίλων. Τώρα γενούν μόνο θλίψη και αποκαλύπτουν την μιζέρια και την γύμνια των κυβερνώντων.

Ανέβαιναν ασθμαίνοντας μια ανηφόρα και μου φάνηκε κάπως σα να διαγωνίζονταν ποιος θα φτάσει πρώτος στην κορυφή. Πρέπει να ήταν μαζί για χρόνια πολλά, ίσως από παιδιά. Η εικόνα τους ήταν κάτι ανάμεσα στους «εντιμότατους φίλους μου» και το τραγούδι που έλεγε «βρε πώς μπατιρίσαμε που σαρανταρίσαμε». Ο σπαθάτος ο Ανδρέας έγινε ένα μάτσο κρέας.

Τους καμάρωνα και τους ζήλευα. Θα έχουμε τόση ζωντάνια όταν θα φτάσουμε στην ηλικία τους; Θα φτάσουμε άραγε ποτέ στην ηλικία τους και αν φτάσουμε θα είμαστε συνταξιούχοι ή θα δουλεύουμε σαν Είλωτες μέχρι να αφήσουμε την τελευταία μας πνοή για να πιάσει η χώρα τους δημοσιονομικούς της στόχους;

Τέτοια σκεφτόμουνα όταν καλημέρισα τον τελευταίο από όλους που πέρασε από δίπλα μου. «Αφήσατε τίποτα και για μας ή τα πήρατε όλα;», τον ρώτησα. Γύρισε και μου ανταπέδωσε ξέπνοος την καλημέρα και μου είπε κάτι που δεν κατάλαβα, γελώντας πονηρά. Καμώθηκα ότι κατάλαβα και του χαμογέλασα και εγώ.

Εκείνοι συνέχισαν τον δρόμο τους και εγώ πήγα να ζουλήξω ντομάτες, οι οποίες όμως, όπως είναι γνωστό, δεν κορνάρουν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου