Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Το γεύμα της κυρίας Αλεξάνδρας

Η κυρία Αλεξάνδρα είναι ενενήντα χρονών. Τη μια στιγμή το λέει με καμάρι και την άλλη βάζει τα κλάματα γιατί πρόσφατα έπεσε και έσπασε τον γοφό της και «καλά πήγε η εγχείρηση αλλά δεν μπορεί να κάνει πια όσα έκανε». Μένει σε ένα μικρό σπιτάκι στην πάνω πόλη με το οποίο συναγωνίζονται στην παλαιότητα. Παλιό σπίτι αλλά περιποιημένο, όπως και εκείνη.

Σήμερα το πρωί έφτιαξε το καφεδάκι της, πήρε και ένα κουλουράκι πλεξούδα, από αυτά που φτιάχνει ο φούρνος στην γωνία, και κάθισε στο μπαλκονάκι για να τα απολαύσει στην δροσιά κάτω από το ανθισμένο γιασεμί που καλύπτει όλη την πρόσοψη τους παλιού κτιρίου και μοσχομυρίζει. Είναι διπλό, Χιώτικο, με μεγάλα άσπρα λουλούδια.

Κατά πώς το συνηθίζει άνοιξε και την τηλεόραση, που της κρατάει συντροφιά από τότε που ο άντρας της, ο παππάς, πέθανε και τα κορίτσια της φτιάξανε τα δικά τους νοικοκυριά. Δεν την ενδιαφέρει και πολύ τι βλέπει. Μόνο να νιώθει ότι κάτι υπάρχει, εκτός από τα τέσσερα ντουβάρια και την σιωπή.

Ρούφηξε την πρώτη γουλιά με θόρυβο και το ζεστό αρωματικό χαρμάνι, του Ελληνικού, της έκαψε την γλώσσα. Στην τηλεόραση έλεγε για μια βόμβα που σκότωσε είκοσι δύο παιδιά στην Αγγλία. Είχαν πάει σε μια συναυλία και κάποιος αποφάσισε να τα σκοτώσει. Πώς έγινε έτσι ο κόσμος; Μήπως ήταν πάντα έτσι και εμείς δεν τα μαθαίναμε; Ξεκινάς να πας σε διασκέδαση και καταλήγεις σε κηδεία. Έμεινε να κοιτάει το κενό.

Ξαφνικά σα να πήρε μια μεγάλη απόφαση. Κούτσα κούτσα πήγε μέχρι την παλιά σκαλιστή συρταριέρα. Άνοιξε το μεσαίο από τα παλιά βαριά συρτάρια και έβαλε από μέσα ένα άσπρο κεντητό τραπεζομάντιλο. Ήταν κομμάτι από την προίκα της που το είχε πάρει από την μητέρα της. Θυμάται ακόμα να το σιδερώνει πριν από τον γάμο, με εκείνα τα παλιά σίδερα που είχαν κάρβουνα μέσα. Έτρεμε η ψυχή της μην πεταχτεί κανένα καρβουνάκι και της το μαυρίσει. Είχαν περάσει χρόνια. Γιορτές, γλέντια, τραπέζια αλλά δεν το είχε χρησιμοποιήσει ποτέ. Ήταν το πιο καλό κομμάτι της προίκας και το κρατούσε για μια ειδική περίσταση. Ε λοιπόν σήμερα η περίσταση αυτή είχε έλθει! Ήταν ήδη ενενήντα χρονών, ποιος ξέρει αν θα ξημέρωνε την επόμενη μέρα. Το ίδιο ίσχυε για όλους. Ο κόσμος είχε τρελαθεί.

Έστρωσε το τραπέζι ισιάζοντας με δυσκολία τις τσακίσεις. Πήγε στο ψηλό ντουλάπι που φυλούσε το καλό σερβίτσιο. Έβγαζε ένα ένα τα βαριά πιάτα, με φόβο γιατί τα χέρια δεν την «ακούγαν» όπως παλιά. Πήρε και τα ασημένια μαχαιροπίρουνα. Τα ταίριαξε όλα όμορφα επάνω στο εκλεκτό ύφασμα.

Έπιασε το τηλέφωνο. Μια μια τις κόρες, στη δουλειά. Μάνα θα σε πάρω σε λίγο, καίγομαι. Την πήραν. Να ρθείτε το μεσημέρι θα φτιάξω κολοκυθάκια γεμιστά, που αρέσουν και στα παιδιά σας. Θα ρθουν και οι άλλοι. Θα κάνω και μια πίτα. Όχι δεν κουράζομαι, να έτσι, ότι μπορώ. Μόνο για να βρεθούμε. Δύσκολο πράγμα να τους μαζέψεις όλους και μάλιστα καθημερινή. Ο ένας είχε ραντεβού, ο άλλος έπρεπε να πάει τα παιδιά στα Αγγλικά αλλά στο τέλος όλοι πείστηκαν και υποσχέθηκαν να δώσουν το παρόν.

Η κουζίνα πήρε φωτιά. Ο σπασμένος γοφός σα να κόλλησε με μιας. Ευτυχώς της είχε μείνει από παλιά και όταν ψώνιζε στη λαϊκή ψώνιζε τις παλιές ποσότητες. Συνήθως τα πετούσε και τα παιδιά γκρίνιαζαν και την μάλωναν. Πότε είχε συντελεστεί η αλλαγή και από εκεί που τα μάλωνε εκείνη τώρα μάλωναν εκείνα αυτήν, δεν το είχε καταλάβει. Ας έχει. Τα κολοκυθάκια κουφώθηκαν. Ο Ηλίας ο χασάπης από το μαγαζί του οποίου ψώνιζε από τότε που το είχε ο πατέρας του, της έφερε τον κιμά στην πόρτα. Καλό παιδί ο Ηλίας. Γεωπόνος είχε σπουδάσει αλλά σαν είδε τα ζόρια πήρε την δουλειά του μπαμπά και μια χαρά τα πάει. Το αυγολέμονο έγινε. Το φύλλο για την πίτα άνοιξε. Τα σπανάκια ζεματίστηκαν. Ας είναι καλά ο καταψύκτης, τώρα υπάρχουν όλες οι ευκολίες. Σαλάτες κόπηκαν και στολίστηκαν όμορφα στις καλές τις σαλατιέρες. Να και μερικά μεζεδάκια για να πιούν ένα ουζάκι πριν από το φαγητό οι γαμπροί, όπως κάνανε τα παλιά χρόνια. Ρολόι δεν κοίταζε. Δούλευε ακατάπαυστα. Θα έλεγες ότι τα πόδια που τον υπόλοιπο καιρό έσερνε, είχαν πάρει φωτιά.

Μετά τις τρεις άρχισαν να καταφτάνουν οι πρώτοι. Τα εγγόνια φασαρία στην αρχή, πεταμένες τσάντες στο πάτωμα και μετά ησυχία μπροστά στο κινητό. Είχε βάλει και ίντερνετ για να έχουν τα εγγόνια όποτε ερχόταν. Οι κόρες, ρε μάνα τι έχεις κάνει εδώ. Τόσα φαγητά και το καλό το σερβίτσιο. Σκοτώθηκες. Οι γαμπροί έπιασαν από νωρίς κουβέντα, για τον Τσίπρα, για τον Ιβάν και για τα λεωφορεία του ΟΑΣΘ που δεν πάνε πουθενά. Φωνές, φασαρία και η σιγουριά ότι συμφωνούν πως διαφωνούν.

Κάθισαν στα τραπέζι. Δεν το θυμάμαι αυτό το τραπεζομάντηλο, λέει η πιο μικρή από τις κόρες, που δεν ήταν βέβαια τόσο μικρή πια. Δεν το θυμάσαι γιατί δεν το είχαμε χρησιμοποιήσει ποτέ. Περιμέναμε να έλθει η ειδική περίσταση και σήμερα ήλθε.

Τι γιορτάζουμε; Γιορτάζουμε ότι είμαστε σήμερα όλοι μαζί, επειδή το θέλουμε και μπορούμε. Ότι ο ήλιος ανέτειλε για μια ακόμα μέρα και για μας. Ότι σε ένα κόσμο τρελών εμείς μπορούμε και έχουμε τα λογικά μας. Ότι σε μια χώρα που πάει από το κακό στο χειρότερο, έχουμε  το καθημερινό μας.

Την άκουσαν για λίγο με προσοχή. Κοιτάχτηκαν παραξενευμένοι.  Τσούγκρισαν τα ποτήρια, σφραγίζοντας με αυτόν τον τρόπο την συναίνεση τους στα όσα άκουσαν και συνέχισαν τις συζητήσεις τους. Εκείνη καθόταν και τους καμάρωνε. Καμάρωνε για τα παιδιά και τα εγγόνια. Καμάρωνε που τα είχε καταφέρει να φτιάξει αυτό το γεύμα. Καμάρωνε που είχε βρει τη δύναμη να χρησιμοποιήσει το καλό τραπεζομάντιλο της προίκας.


Εκείνο το βράδυ δεν άνοιξε τηλεόραση. Μάζεψε την κουζίνα. Έπλυνε τα πιάτα, αρνούμενη πεισματικά την βοήθεια που της προσφέρθηκε. Τακτοποίησε τα σερβίτσια στην θέση τους. Μούσκεψε το καλό τραπεζομάντιλο, που τώρα είχε στάμπες από κρασί, πραγματικά παράσημα, αναμνηστικά της όμορφης μέρας. Έπεσε αποκαμωμένη στο κρεβάτι για να ξεκουραστεί. Στον ύπνο της είδε την μητέρα της και την γιαγιά της να την συγχαίρουν που πήρε την απόφαση να χρησιμοποιήσει επιτέλους την ναυαρχίδα της προίκας της και ξαφνικά βρέθηκε κοντά τους και ήταν όμορφα, πολύ όμορφα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου