Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Μια Πρωτομαγιά

Δεν ξέρω αν ήταν έτσι πάντα ή αν απλώς τώρα πια μαθαίνουμε ότι συμβαίνει όταν συμβαίνει. Έβλεπα χθες εικόνες από τα επεισόδια στην Βραζιλία και ανάμεσα σε δακρυγόνα και σφαίρες ήταν και τα απαραίτητα πλέον προτεταμένα σελφόχερα που αποτύπωναν και ίσως και να μετέδιδαν ζωντανά, τα τεκταινόμενα. Πολλή πληροφορία και τα συμπεράσματα δύσκολα ως και αδύνατα.

Ο κόσμος βρίσκεται σε αναταραχή και εμείς παρακολουθούμε σε ζωντανή μετάδοση. Δύο τρελοί (;) παίζουν το παιχνίδι τους που θυμίζει πλέον εκείνα τα τηλεοπτικά show που οι παίκτες διαγωνίζονται για το ποιος θα πατήσει πρώτος το κόκκινο κουμπί. Στην Ευρώπη, η ΕΕ όλο και περισσότερο μοιάζει με νυχτερινό μαγαζί που, μετά από μια – δυο επιτυχημένες σεζόν, οι αρχικοί ιδιοκτήτες το εγκαταλείπουν πουλώντας το σε κάτι δευτεροκλασάτους γουοναμπίδες. Στην γειτονιά μας, τα Σκόπια βαράνε διάλυση και η Τουρκία κλυδωνίζεται επικίνδυνα.  Στην χώρα μας έχουμε μπλέξει άσχημα. Κάτι απίθανα ανθρωπάκια, αφού φλόμωσαν στο ψέμα αυτούς που το τραβούσε η ψυχή τους, πήραν το πηδάλιο του καραβιού στα χέρια τους και κοπανούν το ταλαίπωρο σκαρί από ύφαλο σε ύφαλο. Μοναδική τους επιδίωξη να το κρατήσουν όσο γίνεται περισσότερο για να χαρούν το γεύμα στην πρώτη θέση και να βάλουν στις τσέπες τους τα ασημένια μαχαιροπίρουνα.

Τι κάθομαι όμως και σου γράφω εν μέσω τριημέρου. Τα ξέρεις και από την Τρίτη πάλι καιρός είναι να τα σκεφτείς. Οι αργίες είναι για να ξεφεύγεις και όχι για να αναμασάς τα προβλήματα σου. Όταν το παρών έχει τα χάλια του δεν υπάρχει καλύτερο φάρμακο από μια βαθιά βουτιά στο παρελθόν.

Ήταν, που λες, Πρωτομαγιά πριν από πολλά χρόνια. Πρέπει να ήταν στα πρώτα χρόνια μετά την χούντα. Τέσσερεις μεγάλοι και τρία παιδιά, στριμώχτηκαν σε ένα κατσαριδάκι και ξεκίνησαν για να ψήσουν αρνί στην Χαλκιδική. Σε ένα δασάκι στη Νέα Φώκαια. Κοίτα τώρα πόσα πράγμα έχει αυτή η πρόταση που θα κάνουν τους ανθρώπους της γενιάς των παιδιών μου να φρικάρουν.  Επτά άνθρωποι σε ένα αυτοκίνητο και μάλιστα μεγέθους κατσαριδακίου είναι κάτι που δεν το χωράει ο νους της γενιάς των πλευρικών αερόσακων και του ABS. Δεν χωράει στο μυαλό και το να ξεσπιτωθείς για να πας στην μέση του πουθενά, όχι ας πούμε σε ένα εξοχικό ή σε ένα ξενοδοχείο και να ψήσεις κοτζάμ αρνί. Εκείνα τα χρόνια λοιπόν, αν σου είχε περισσέψει κανένα αρνί από το Πάσχα (ναι γινόταν και τέτοια πράγματα) ή για κάποιο λόγο δεν είχες ψήσει το Πάσχα (Θεός φυλάξει) τότε μάζευες την παρέα και έψηνες την πρωτομαγιά. Έτσι για να μην αφήνεις εκκρεμότητες βρε αδελφέ.

Εκείνα τα χρόνια στην Χαλκιδική φύονταν ψηλά πεύκα που τα κλαδιά τους έφταναν μέχρι το νερό της θάλασσας. Με τα χρόνια τα χτύπησε μια αρρώστια και μεταλλάχτηκαν σε μεζονέτες και μπιτσόμπαρα. Πριν να γίνει όμως αυτό, η χαρούμενη παρέα που λέγαμε, συνεπικουρούμενη και από κάποιους άλλους που διέθεταν όχημα με καρότσα (για τους φίλους «Ντάτσουν») και στο οποίο φορτώθηκαν αρνί, σούβλα, κάρβουνα, τραπέζια, καρέκλες και ότι άλλο χρειαζόταν, έφτασε στο δασάκι. Άναψε φωτιά, κάτω από τα πεύκα (και άλλο φάουλ, το ξέρω αλλά το αδίκημα έχει παραγραφεί και μπορώ να αναφέρομαι σε αυτό ελεύθερα), έψησε το αρνί, έφαγε, ήπιε, χόρεψε, τραγούδησε, πέρασε καλά και αποφάσισε να γυρίσει στην πόλη.

Ο δρόμος της Χαλκιδικής περνούσε μέσα από το Πλαγιάρι και επειδή όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν, το κομπολόι με τα κόκκινα φωτάκια στα οπίσθια των αυτοκινήτων παρέμενε ακίνητο για πάρα πολλές ώρες. Η παρέα δεν πτοήθηκε. Οι μεγάλοι το διασκέδασαν βρίσκοντας φίλους και γνωστούς στα διπλανά οχήματα. Τα παιδιά κοιμήθηκαν στηρίζοντας νυσταγμένα κεφάλια σε πόδια γονέων και στα δροσερά μικροσκοπικά τζάμια του οχήματος.

Όταν έφτασαν στο σπίτι ήταν πλέον οι πρώτες πρωινές ώρες και όλοι αναρωτιόντουσαν πώς θα πήγαιναν την άλλη μέρα στο σχολείο ή την δουλειά. Δεν ξέρω για την δουλειά αλλά το γεγονός ότι κάποιος θυμάται όλα αυτά μετά από τόσα χρόνια μάλλον … σε σχολείο είχαν πάει και εκείνη την ημέρα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου