Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Το μαγικό κουστούμι

Θα σου πω ένα παραμύθι για έναν αφράτο λιγομίλητο κύριο που όταν μιλούσε, μιλούσε μια περίεργη γλώσσα και είχε το μουσάκι του αη Βασίλη. Ο κύριο αυτός λοιπόν δοκίμαζε ένα κουστούμι και του ερχόταν μια χαρά. Δεν ήταν ένα οποιοδήποτε κουστούμι. Ήταν μαγικό κουστούμι. Το περίεργο είναι ότι ενώ το είχαν φορέσει και άλλοι πριν από αυτόν έδειχνε πάντα καινούργιο.  Κοντοί, ψηλοί, χοντροί, λεπτοί, όλοι μπαίνουν μέσα και τους έρχεται γάντι. Μαγικά πράγματα.

Σε κάποιους παλιότερους θύμιζε έναν άλλο κύριο που είχε έλθει πριν πολλά χρόνια από την Αμερική με φράγκα πολλά. Πού τα είχε βρει κανένας δεν ήξερε αλλά αφού τα είχε και τα σκορπούσε, δεν ρωτούσαμε και πολλά. Δεν είμαστε και τίποτα κουτσομπόληδες... Ήταν όμως τίμιο παλικάρι και είχε καλό σκοπό. Φόρεσε το μαγικό κουστουμάκι και πήγε και ζήτησε να πάρει την αγαπημένη του λιμανιού. Δεν ήταν ακριβώς αυτό που θα λέγαμε η «αγνή του λιμανιού» αλλά όλοι την αγαπούσαν και ήταν έτοιμοι να κάνουν τα πάντα γι αυτήν. Αφού την πήρε λοιπόν, ήταν πλέον έτοιμοι να κάνουν τα πάντα και γι αυτόν. Έτσι είναι οι συγγενείς. Κάτω στο λιμάνι τραγουδάν οι πολισμάνοι. Όχι μόνο τραγουδάνε αλλά και σφυρίζουν αδιάφορα. Έπρεπε να μας πάρει όλους η μπόχα από τις πάνες μιας χρήσης για να συγκινηθούν και οι πολισμάνοι και να σταματήσουν τον τραγούδι τους. Μέχρι τότε ο καλός κύριος είχε ανοίξει το πουγκί και αγόραζε, αγόραζε και σταματημό δεν είχε. Αγόραζε και τάιζε και όπως είναι γνωστό, όταν τρώμε δεν μιλάμε.

Δεν προλάβαμε να ησυχάσουμε από τον άνθρωπο με τις πάνες και μια νύχτα μας ήλθε άλλος κύριος. Ούτε και για αυτόν ξέραμε από πού ήλθε. Είχε όμως και αυτός καλό σκοπό. Φόρεσε και αυτός το μαγικό κουστουμάκι και πήγε και ζήτησε και πήρε την αγαπημένη της πόλης, που έτρεχε σαν την Χάιντη σε λιβάδια γεμάτα τριφύλλι. Άμα έχεις φράγκα κανένας δεν ψάχνει, από πού τα βρήκες. Το πήρε το κορίτσι και το σόι της έπινε νερό στο όνομα του. Έτσι είναι οι συγγενείς. Μην τολμήσει να πει κανένας κακό για τον δικό τους άνθρωπο. Φράγκα είχε, τι να τα κάνει άρχισε να αγοράζει και αυτός ότι έβρισκε μπροστά του. Ότι πουλιόταν το αγόραζε. Από οικόπεδα και επιχειρήσεις μέχρι ανθρώπους. Ένα βράδυ τον χάσαμε και αυτόν. Για ένα διάστημα όλοι λέγανε πού να πήγε αυτός ο άνθρωπος λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε, μέχρι που μάθαμε ότι τελικά άνοιξε η γη και τον κατάπιε στα αλήθεια και έτσι δεν ακούσαμε ξανά γι αυτόν.

Ο νέος λοιπόν χρήστης του μαγικού κουστουμιού ακολούθησε το παράδειγμα των άλλων δύο. Αφού τις αγαπημένες του λιμανιού και του λιβαδιού με τα τριφύλλια τις είχαν παντρευτεί οι προηγούμενοι, αναγκάστηκε να πάει να ζητήσει μια φτωχιά τσιγγάνα που την είχαν για χρόνια στα αζήτητα. Φόρεσε το μαγικό κουστούμι και πήγε. Κιμπάρης άνθρωπος. «Δεν θέλω προίκα» είπε, «Προίκα της είναι η όμορφη οικογένεια της» και όχι μόνο την παντρεύτηκε αλλά πλήρωσε και τα χρέη των γονιών και των παππούδων της. Είχε έλθει η ώρα να κάνει και αυτός χρήση του μαγικού κουστουμιού. Ξαφνικά όλα του έρχονταν βολικά. Όπως έλεγε και η γιαγιά μου «μέχρι τα κοκόρια γεννούσαν για χάρη του». Άνοιξε και αυτός το πουγκί και άρχισε να αγοράζει.

Εδώ σταματάμε για λίγο το παραμύθι μας γιατί είναι μεσημέρι Παρασκευής πριν από τριήμερο. Κάθομαι και σκέφτομαι την ιστορία του μαγικού κουστουμιού και στο ραδιόφωνο ακούω το τραγούδι που λέει «ότι αρχίζει ωραίο, τελειώνει με πόνο…». Καλά να περάσετε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου