Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Γραμμή Νο 78

Θεσσαλονίκη πέντε η ώρα το πρωί. Στάση ΟΑΣΘ. Αναμονή λεωφορείου της γραμμής 78. ΚΤΕΛ – Αεροδρόμιο. Το μόνο που κυκλοφορεί μετά τις δώδεκα το βράδυ σε μια πόλη ενός εκατομμυρίου κατοίκων. Αγαπημένη και μοναδική λύση φοιτητών και μαθητών στις νυχτερινές εξόδους, μέχρι κάποιος από την παρέα αποκτήσει δίπλωμα και αυτοκίνητο. Μοναδική λύση για εργαζόμενους που πιάνουν δουλειά ή σχολούν από τη δουλειά νωρίς καθώς και ταξιδιώτες.

Δροσιά ως και κρύο με την υγρασία να διαπερνά το κλειστό πανωφόρι. Στη στάση περιμένουν άλλοι δύο. Ο ένας σίγουρα πάει να πιάσει δουλειά στο αεροδρόμιο και φοράει το παντελόνι της φόρμας εργασίας με τις φωσφοριζέ ρίγες στα μπατζάκια. Ο άλλος, περασμένα πενήντα, καλοβαλμένος κρατάει ένα χάρτινο ποτηράκι καφέ και πίνει κάθε τόσο από μια γουλιά. Έχουμε γίνει πια σαν τους ντετέκτιβ τις Αμερικάνικες ταινίες που κυκλοφορούν μόνιμα με ένα ποτήρι καφέ από τα Starbucks.

Ένας άσσος αρχίζει να αναβοσβήνει γρήγορα στην οθόνη της στάσης και το βαρύ όχημα ξεπροβάλει από την στροφή. Ανεβαίνουμε και με πιάνει μαύρη κατάθλιψη από το φως. Πολλές καμένες λάμπες και όσες μένουν, αναδίνουν μια χτικιάρα λάμψη μέσα από βρώμικα φωτιστικά. Μέσα στο κεφάλι μου αρχίζει να παίζει μια μουσική από το «Ρεμπέτικο». «Το πρακτορείο θολό και κρύο κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές και το ταξίδι σαν άγριο φίδι γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές». Δεν ξέρω τι σχέση μπορεί να έχει αλλά μάλλον ο αργόσυρτος κουρασμένος ρυθμός του, το έβαλε εκεί.

Ταΐζω το μηχάνημα. Δίπλα του μια αφίσα, κολλημένη στο τζάμι, με πληροφορεί, ανερυθριάστως, ότι κλέβει τα ρέστα. Στις τρεις προσπάθειες τα καταφέρνω και παίρνω το εισιτήριο. Καταραμένη πρεσβυωπία! Κρατάω μια μικρή βαλιτσούλα και αναζητώ μια θέση για να καθίσω.

Δίπλα μου μια κοπέλα, στέλνει μηνύματα από το κινητό της, πληκτρολογώντας με απίστευτη ταχύτητα. Η ζωηράδα της πληκτρολόγησης δεν συνάδει με την γενική διάθεση που αποπνέει όλο το σκηνικό. Κάθε τόσο βγάζει πνιχτά γελάκια. Αναρωτιέμαι ποιος να είναι από την άλλη μεριά που έχει τέτοια ώρα διάθεση για ανταλλαγή μηνυμάτων.

Μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, ξερακιανή με λιγδωμένα ξανθά μαλλιά, λαγοκοιμάται καθισμένη στην θέση που κοιτάει ανάποδα από την φορά κίνησης του λεωφορείου. Αναρωτιέμαι αν πηγαίνει στη δουλειά και συμπληρώνει τον ύπνο που διέκοψε ή αν γυρίζει και παίρνει ένα πρώτο μεζεδάκι από αυτό που θα ακολουθήσει. Σε κάθε περίπτωση δείχνει πολύ ταλαιπωρημένη.

Ο καλοβαλμένος με τον καφέ, κάθεται στητός στη θέση του και κατεβάζει κάθε τόσο μικρές γουλιές με μια ευχαρίστηση μεταδοτική που σε κάνει να θέλεις να πας και να τον πλακώσεις στο ξύλο για να του πάρεις το κυπελάκι.

Μια ψηλή κοπέλα με στολή αεροσυνοδού και το χαρακτηριστικό καπελάκι στέκεται δίπλα στο παράθυρο. Ευθυτενής με διακριτικό μακιγιάζ και ανέκφραστο πρόσωπο μοιάζει με κέρινη κούκλα. Ποιος να είναι ο προορισμός της σήμερα;

Το λεωφορείο περνάει τις στάσεις και μια φωνή μας πληροφορεί για το όνομα τους. Κάποια στιγμή κοντά στο ΙΚΕΑ, το μηχάνημα μπερδεύεται και αρχίσει να εκφωνεί ότι να ναι. Δεν του δίνει κανένας σημασία, όπως δεν του έδινε και πιο πριν.


Φτάνουμε στο αεοδρόμιο. Αποβίβαση αμίλητων ανθρώπων. Καλό ταξίδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου