Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Χιόνια και τρένα

Είδα την ιστορία με τους ανθρώπους που ταλαιπωρήθηκαν με τα τρένα και θυμήθηκα μια παλιά δική μου ιστορία. Ήταν στον προηγούμενο μεγάλο χιονιά, αυτόν του 88 (αν θυμάμαι σωστά την χρονολογία) και ερχόμουν, για τα Χριστούγεννα, στη Θεσσαλονίκη από την Πάρο, όπου δούλευα τότε.

Θυμάμαι ότι περνώντας από την Σύρο, ο καπετάνιος βλέποντας τον καιρό, φώναζε να κάνουν γρήγορα για να μη μας δέσουν εκεί και κάνουμε στο νησί. Φτάσαμε στον Πειραιά και μέχρι τελευταία στιγμή προσπαθούσα να βρω εισιτήριο με την Ολυμπιακή για να ανέβω. Δεν τα κατάφερα και ξεκίνησα για τον σταθμό Λαρίσης. Θεό με κάνανε να μείνω το βράδυ στην Αθήνα και να φύγω το άλλο πρωί αλλά εγώ ήθελα να φτάσω όσο γινόταν πιο γρήγορα επάνω. Περνούσα εκείνη την φάση που όταν ήμουν στο νησί έλεγα πότε θα ανέβω Θεσσαλονίκη μου και όταν ερχόμουν εδώ λαχταρούσα να γυρίσω στο νησάκι μου. Ανικανοποίητος άνθρωπος, γρουσούζης.

Ο καιρός στην Αθήνα δεν ήταν ιδιαίτερα κακός. Φτάνω λοιπόν στον σταθμό Λαρίσης και πάω να βγάλω εισιτήριο. «Δεν υπάρχει τίποτα» μου λέει η κυρία στο γκισέ. «Μήπως με το επόμενο;», της λέω. «Κοιτάξτε με τον χαμό που γίνεται, καλύτερα μπείτε όρθιος σε αυτό που φεύγει και μετά την Τιθορέα μπορεί να αρχίσει να αδειάζει. Αργότερα δεν ξέρουμε τι μπορεί να γίνει». Εγώ για χαμό δεν είχα ακούσει, ήμουν στον κόσμο μου. Κινητά, ίντερνετ κλπ δεν είχαμε τότε, ραδιόφωνο δεν είχα ακούσει, πού να ξέρω τι γινόταν. Ακολούθησα λοιπόν την συμβουλή της καλής κυρίας. Ήταν και η τρέλα της ηλικίας που σε κάνει να μην υπολογίζεις τίποτα.

Μπαίνω στο τρένο, που ήταν από εκείνα τα παλιά, τα πολύ παλιά. Στέκομαι στον διάδρομο έξω από τα κουπέ. Για κάθισμα ούτε λόγος. Κόσμος πολύς. Ο ένας επάνω στον άλλο. Μπαγάζια στους διαδρόμους. Το τρένο πήγαινε πολύ αργά.  Από την Τιθορέα και μετά, που μου είχε πει η κυρία, μπόρεσα και στάθηκα όρθιος στα δύο πόδια, γιατί μέχρι τότε στεκόμουν στο ένα, σαν τον πελεκάνος!

Όπως προχωρούσαμε έβλεπα (όπου εμφανιζόταν κανένα φως, αφού ήταν πια νύχτα) χιόνια. Άσπρη ασπρίλα. Αλλά μιλάμε για πολύ χιόνι! Το τρένο κάθε τόσο σταματούσε και έπαιρνε κόσμο. Από οπουδήποτε. Εικόνες σαν αυτές που βλέπεις στα γουέστερν. Είχαν μείνει οι άλλοι με το αυτοκίνητο κοντά στις γραμμές και έκαναν σινιάλο στο τρένο και αυτό σταματούσε λες και ήταν ΤΑΧΙ. Δεν το χωρούσε η φαντασία μου.

Έκανε πολύ κρύο, γιατί στους διαδρόμους δεν είχε θέρμανση. Μετά τα Φάρσαλα, αν δεν κάνω λάθος, ελευθερώθηκε ένα από εκείνα τα καρεκλάκια με τον μεντεσέ, που είχε στους διαδρόμους και έτσι μπορέσαμε και καθόμασταν εκ περιτροπής με κάποιους άλλους συνεπιβάτες. Πώς κάνουν οι γιαγιάδες με το στασίδι στους Χαιρετισμούς; Ακριβώς έτσι.

Ταξιδεύαμε όλη τη νύχτα. Το ράδιο αρβύλα οργίαζε. «Θα μας σταματήσουν στη Λάρισα». «Έρχεται και άλλο τρένο από απέναντι και είναι επικίνδυνο». Είναι δύσκολο, ακόμα και για μας που τα έχουμε ζήσει, να θυμηθούμε την αίσθηση της εποχής χωρίς κινητά, ίντερνετ και άμεση πληροφόρηση.  Πορευόμασταν και βλέπαμε τι θα γίνει παρακάτω. Να κοιμηθούμε, αδύνατο. Έμαθα τις ιστορίες των συνεπιβατών μου. Γιατί ταξίδευε ο καθένας. Πού πήγαινε. Ακόμα και πολύ προσωπικά πράγματα. Φαίνεται ότι οι εξομολογήσεις σε έναν ξένο είναι πιο εύκολες. Τα λες και ξαλαφρώνεις και κανένας δεν τα θυμάται. Σα να ανοίγεις μια τρύπα σε ένα τοίχο ή σα να … τα γράφεις σήμερα σε έναν «τοίχο».

Ταξιδέψαμε δώδεκα ώρες. Ξημερώματα φτάσαμε στον σταθμό της Θεσσαλονίκης. Θυμάμαι ότι βγήκα στην Μοναστηρίου και πάτησα στη νησίδα για να περάσω απέναντι και το πόδι μου μπήκε μέσα στο χιόνι μέχρι το γόνατο. Δεν ήταν παντού τόσο το χιόνι αλλά εκεί είχε πιάσει επάνω στους θάμνους, με τον αέρα και ήταν πολύ παχύ.

Βλέπω ένα λεωφορείο να πλησιάζει. Ναι, τότε τα λεωφορεία φαίνεται ότι κυκλοφορούσαν. Κάνω σινιάλο, σταματάει και μπαίνω μέσα. Ασφυκτικά γεμάτο. Δεν είχε καλοξημερώσει και είχε εκείνο το χτικιάρικο φως που έχουν τα λεωφορεία, και ιδρωμένα παράθυρα. Πήγα να βγάλω εισιτήριο αλλά ήταν τότε που μέχρι τις οκτώ, αν δεν κάνω λάθος, οι μετακινήσεις ήταν δωρεάν.

Σταμάτησα στην στάση Εγνατία με Ίωνος Δραγούμη. Κατέβηκα και πήγα στην παλιά Δωδώνη για μπουγάτσα. Και εκεί τζάμια ιδρωμένα. Ο χώρος ανέδινε εκείνη την χαρακτηριστική μυρωδιά του συγκεκριμένου μαγαζιού που όσοι την έχουν μυρίσει δεν την ξεχνάνε. Κοινό ετερόκλητο έτρωγε την μπουγάτσα τους, πίνοντας το γάλα τους, χωρίς να μιλάει.

Πήρα πακετάκια για το σπίτι και ανηφόρισα. Τους ξύπνησα και ξεκίνησαν οι πιο όμορφες Χριστουγεννιάτικες διακοπές.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου