Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Όντα μικρά ζωγραφιστά μες τον καθρέφτη

Άνοιξε τα μάτια του. Το φως τον τύφλωσε. Πού βρισκόταν; Το κεφάλι του γύριζε. Ένιωσε ένα τσίμπημα και ένα πόνο στο χέρι. Πετάχτηκε. Βελόνα. Ορός. Μα τι είχε γίνει; Δίπλα του ένα αρχαίο μόνιτορ. Μπιπ , μπιπ και μια οθόνη που φώτισε με τον πράσινο φως της τον απέναντι τοίχο που ήταν βαμμένος μέχρι την μέση με πράσινη γυαλιστερή λαδομπογιά. Έξω από το παράθυρο σκοτάδι.

Μια παλιά τηλεόραση δεκατεσσάρων ιντσών, έφερνε προς τα μπρος επικίνδυνα, στερεωμένη άτσαλα σε μια βάση τοίχου. Έπαιζε ειδήσεις χωρίς φωνή. Τέτοιες ποια έβλεπες σε κάτι ξεχασμένα καφενεία στα χωριά και στα νοσοκομεία. Άντε και σε κανένα δωμάτιο ξενοδοχείου τρίτης διαλογής.
Γύρισε τα μάτια του και ζαλίστηκε λίγο. Το φως στην οροφή του δωματίου ήταν σβηστό και έφεγγε μόνο η μπάρα του φθορισμού στο δοκάρι με τα κουμπάκια πάνω από το κεφάλι του. Είχε διαβάσει ότι το φως του φθορισμού σου δίνει ακριβώς το χώμα που θα έχεις την ημέρα που θα αποχωρήσεις από τον μάταιο τούτο κόσμο. Χαμογέλασε, σχεδόν γέλασε. Μυστήριο πράγμα το μυαλό και οι συνειρμοί του.   

Έψαξε το τηλεχειριστήριο. Το βρήκε ακριβώς δίπλα στην παλάμη του, πάνω από την παλιά λεπτή κουβερτούλα. Φαίνεται ότι τον είχε πάρει ο ύπνος καθώς το κρατούσε. Ήταν μόνος στο δωμάτιο, μπορούσε να ανοίξει την φωνή, χωρίς να ενοχλήσει. Την άνοιξε. Ο εκφωνητής της κρατικής τηλεόρασης εξηγούσε τα καλά που είχε φέρει στην χώρα η κυβέρνηση που σήμερα γιόρταζε δύο χρόνια στην εξουσία. Κάποια άλλη στιγμή θα θύμωνε με την κατά πρόσωπο κοροϊδία. Ένα θλιβερό λαϊκίστικό μόρφωμα, τσαρλατάνων νέμονταν την εξουσία κοροϊδεύοντας τον λαό που είχε εναποθέσει επάνω του τις ελπίδες του, αφού είχε χάσει κάθε ελπίδα από οποιαδήποτε άλλη μεριά. Στην παρούσα κατάσταση του, δεν είχε την δύναμη, ούτε την διάθεση να θυμώσει.

Οι γιατροί, με πενιχρά μέσα, πολεμούσαν με αυταπάρνηση για να τον σώσουν. Πήγαιναν όμως στα τυφλά. Δυσκολεύτηκαν πολύ να βρουν τι είχε. Μια σπάνια πάθηση η οποία στην βιβλιογραφία αναφερόταν σε μια μικρή παράγραφο, με την επισήμανση ότι αφορούσε μόνο κάποιες χώρες της Αφρικής και πλέον ήταν υπό εξαφάνιση. Για καλή του τύχη (περίεργο να μιλάει για τύχη στην κατάσταση του), επικεφαλής της ομάδας των γιατρών της κλινικής, ήταν ο άνθρωπος που είχε γράψει το βιβλίο την εποχή που υπηρετούσε ως εθελοντής σε ομάδες γιατρών του ΟΗΕ στην μαύρη ήπειρο. Λίγο πριν την συνταξιοδότηση του πλέον, είχε τους δικούς του ρυθμούς και την πολυτέλεια να παρατηρεί και να σκέφτεται χωρίς να επείγεται. Αναγνώρισε τα συμπτώματα, έψαξε τις αρχαίες σημειώσεις του και έκανε την διάγνωση. Ο συνδυασμός των αποτελεσμάτων κάποιων απλών εξετάσεων, επιβεβαίωσε την γνωμάτευση του και τώρα προσπαθούσε να πολεμήσει την αρρώστια, όπως έκανε και πριν από σαράντα χρόνια, εκεί κάτω.

Δεν ήξερε αν ο γέρος γιατρός θα τα κατάφερνε. Η γνωμάτευση τον είχε γεμίσει με ελπίδα. Στην ζωή του μπήκε μια ασθένεια με ένα όνομα που παρέπεμπε σε φαγητό εστιατορίου με έθνικ κουζίνα.  Τουλάχιστον ήξεραν πια με ποιόν πολεμούσαν. Το σίγουρο είναι ότι πλέον έβλεπε την ζωή, την όποια ζωή που του έμενε, με άλλο μάτι. Οι παλιάτσοι που κορόιδευαν τον κόσμο είχαν πάρει την θέση και το μέγεθος που τους ταίριαζε και  είχαν γίνει ένα με το πάτωμα. Τα προβλήματα της καθημερινότητας, που τόσο τον βασάνιζαν τα τελευταία χρόνια, φαινόταν ασήμαντα.

Ένιωσε πολύ κουρασμένος. Έκλεισε τα μάτια και ευχήθηκε, τα προβλήματα και οι παλιάτσοι να ξαναγίνονταν σημαντικά και να είχαν με μιας εξαφανιστεί όλα τα άλλα.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου