Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Μια χιονισμένη βόλτα

Την φόβιζε το χιόνι και όποτε ο καιρός «φοβέριζε» ότι θα μας ασπρίσει την έπιανε ανησυχία. Δεν ξέρω ποια παλιά ιστορία την είχε δημιουργήσει αυτή την φοβία.

Μια από τις σπάνιες φορές που χιόνισε, την πήρα και πήγαμε μαζί μια βόλτα. Δεν ήθελε στην αρχή αλλά στο τέλος την έπεισα. Δύσκολα μου χαλούσε χατίρι.

Την έπιανα από το μπράτσο και την συγκρατούσα για νιώθει ότι δεν κινδυνεύει. Το χιόνι ήταν απάτητο και συνέχιζε να πέφτει πυκνό, όπως και πριν από δύο ώρες που είχε ξεκινήσει ξαφνικά.

Πήγε να ανοίξει ομπρέλα. «Μην το κάνεις αυτό», της είπα. Άνοιξα το στόμα και δοκίμασα τις παγωμένες άσπρες νιφάδες. Δεν ξέρω γιατί τις λένε έτσι, αλλά εμείς έτσι τις μάθαμε. Με είδε που μασούσα τον αέρα και με κορόιδεψε. «Εσύ ότι και να γίνει, ο νους σου στο φαγί». Προσποιήθηκα τον θυμωμένο αλλά δεν τα κατάφερα καλά.

Ο ήχος από τα παπούτσια που ζουλούσαν το χιόνι, αφήνοντας τα σημάδια τους στην άσπρη ανέπαφη επιφάνεια του, με ενθουσίαζε. Είχε φορέσει και εκείνη κάτι παλιά μποτάκια, που κύριος οίδε, πώς της είχαν βρεθεί. Ασυνήθιστο θέαμα. Από την αμφίεση της ήταν προφανές ότι οι χειμερινές δραστηριότητες, δεν ήταν το φόρτε της.

Περάσαμε μέσα από το πάρκο, κάτω από την Ρωμαϊκή αγορά. Δεν το είχαν φτιάξει ακόμα όπως σήμερα και τα δέντρα ήταν πιο πυκνά. Το χιόνι που είχε πιάσει επάνω στο χώμα και τα δέντρα, το έδειχνε λες και είχε φωτιστεί. Έβλεπα λεπτομέρειες που δεν είχα ξαναδεί και ας περνούσα κάθε μέρα από εκεί. Το χιόνι, ζάχαρη άχνη που εξωράιζε την εικόνα ενός κακοφτιαγμένου κέικ. Κοντοστάθηκε. Γύρισε το κεφάλι, είδε την εικόνα και χαμογέλασε. Δεν το περίμενα ότι θα την κατάφερνα να μοιραστεί τον ενθουσιασμό μου. Το ήλπιζα αλλά δεν το περίμενα.

Μια παρέα παιδιών προσπαθούσε να κάνει έναν χιονάνθρωπο. Έκαναν απίστευτη φασαρία καθώς τσουλούσαν χιονόμπαλες που μεγάλωναν περνώντας επάνω στο το φρέσκο χιόνι.

Κατεβήκαμε και περάσαμε μέσα από τα ταχτάρικα. Είχε συνηθίσει το περπάτημα μέσα στο χιόνι και κάπως άρχιζε να ξεθαρρεύει. Κρύο, χιόνι αλλά οι μυρωδιές ήταν εκεί. «Δεν έχω φάει ποτέ μου παστουρμά και σουτζούκι», μου είπε. Γέλασα. «Σήμερα είναι η μέρα σου». Η μύτη και τα μάγουλα της ήταν κατακόκκινα. Τα μάτια υγρά σα να έκλαιγε αλλά όλο το πρόσωπο είχε μια απίστευτη ζωντάνια. Σταματήσαμε σε ένα μαγαζί και πήραμε το απαγορευμένο καρπό. Αργότερα στο σπίτι θα δοκιμάζαμε. Τώρα είχα να κουβαλάω και το πακετάκι μέσα στην άσπρη σακούλα. Ευτυχώς φορούσα κάτι παλιά δερμάτινα γάντια.

Συνεχίσαμε να κατηφορίζουμε και φτάσαμε στην παραλία. Δύο φορές κόντεψε να πέσει και την κράτησα την τελευταία στιγμή. Γελούσε για να διώξει τον φόβο της, σαν τα μικρά παιδιά που τραγουδούν στο σκοτάδι.

Αυτοκίνητα λιγοστά. Πήραμε τον δρόμο, ανάποδα, προς την πλατεία Ελευθερίας. Από την μεριά της θάλασσας υπήρχαν μόνο οι πατημασιές ενός σκύλου. Τώρα και οι δικές μας. Στο τέρμα δεν υπήρχε ούτε λεωφορείο, ούτε άνθρωποι να το περιμένουν. Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει πυκνό. Τα μαλλιά μας και οι ώμοι των μαύρων πανωφοριών είχαν γίνει άσπροι. Μοιάζαμε σαν γέροι αξιωματικοί με εφήμερα παραφουσκωμένα γαλόνια στις επωμίδες μας…

Ξαφνικά το λεωφορείο έκανε την εμφάνιση του, στρίβοντας από την Ίωνος Δραγούμη. Είχε αναμμένα φώτα, μέρα μεσημέρι, και ο οδηγός του έδειχνε να φοβάται την γλίστρα όσο και εμείς.  Άνοιξε και μπήκαμε. Ήταν ένα από εκείνα τα παλιά ξεχασμένα λεωφορεία που επιστράτευαν όταν τους τέλειωναν τα καλά. Τα τζάμια, οι λαμαρίνες, τα καθίσματα, έτριζαν στο ρελαντί. Το καλοριφέρ έκανε πάρα πολύ θόρυβο αλλά ήταν τόσο καλοδεχούμενο μετά το κρύο, που είχαμε μαζέψει στην βόλτα μας, που δεν μα πείραζε καθόλου. Μοναδικοί επιβάτες διαλέξαμε μια θέση μπροστά μπροστά για να βλέπουμε από το μεγάλο τζάμι. Κάτω από το παλιό ξύλινο  κάθισμα φυσούσε ζεστός αέρας. Μετά από λίγο άρχισε να μυρίζει το εκλεκτό φορτίο της σακούλας μου.  Το μύρισε και ο οδηγός μάλλων και γύρισε και μου έκλεισε συνωμοτικά το μάτι. Ξεκίνησε. Η διαδρομή σύντομη παρόλη την χαμηλή ταχύτητα. Κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα παίρναμε ποτέ λεωφορείο.

Φτάσαμε στην στάση μας και κατεβήκαμε. Το πεζοδρόμιο γλιστρούσε. Πιαστήκαμε σε μια κίνηση βάστα-με-να-σε-βαστώ. Έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας χτυπήσαμε δυνατά τα πόδια μας στα πλακάκια για να φύγουν χιόνια και λάσπες. Ήταν μια από τις παλιές πολυκατοικίες και είχε ακόμα εκείνο το σιδερένιο τσιγκελωτό εξάρτημα για να καθαρίζεις τα παπούτσια. Πριν από μερικά χρόνια είχαν φτιάξει τα πεζοδρόμια και είχαν πετάξει όσα είχαν βρει, και ήταν κάμποσα γιατί η γειτονιά ήταν παλιά, το ίδιο και τα σπίτια της. Πώς τους είχε ξεφύγει αυτό δεν ξέρω, αλλά να που τώρα φαινόταν χρήσιμο.

Πήραμε το ασανσέρ για να ανέβουμε στο τελευταίο όροφο. Κάτω από το φως της καμπίνας τα βρεμένα παγωμένα μαλλιά έλαμπαν και τα μάγουλα φαινόταν πιο κόκκινα. Από σήμερα, εκτός από όλα τα άλλα, μας ένωνε και μια σκανταλιά που θα ήταν το μικρό μυστικό μας που δεν θα το μάθαινε κανείς.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου