Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Ο καλός Ηγεμόνας

Καθόταν στο παλάτι του, τρώγοντας και πίνοντας με τους αυλικούς του. Ο λαός πεινούσε αλλά εκείνος και οι δικοί του έτρωγαν με χρυσά κουτάλια. Ο ηγεμόνας μισομεθυσμένος σηκώθηκε τρικλίζοντας, ήπιε μια γουλιά κρασί και σκούπισε το στόμα του με την ανάποδη του μανικιού του.

-          Ησυχία! Πρόσταξε με βροντερή φωνή.

Όλοι σταμάτησαν να μιλάνε.

-          Αποφασίζω να μοιράσω από ένα πουγκί γρόσια στα γεροντάκια, για τα Χριστούγεννα.
Σούσουρο μέσα στην αίθουσα που γινόταν το όργιο.

-          Μα εξοχότατε, τόλμησε να πει ένας από τους αυλικούς, πριν από μερικές μέρες του πήραμε τρία. Ποιο το νόημα να τους επιστρέψουμε το ένα, αφού σε λίγο θα πρέπει να τους πάρουμε και άλλα.

-          Πόσο βλάκας είσαι. Γι αυτό εσύ θα είσαι πάντα ένας τιποτένιος αυλικός και εγώ ο Ηγεμόνας. Τους παίρνουμε ότι έχουν και δεν έχουν και στη συνέχεια τους επιστρέφουμε κάτι ψίχουλα ως ελεημοσύνη. Η δύναμη μας βρίσκεται στο να τους μάθουμε να τρώνε από το χέρι μας και ας τους ταΐζουμε με αυτά που τους πήραμε. Τους αφαιρούμε κάθε δυνατότητα να βγάλουν τίμια το ψωμί τους και να προκόψουν και έτσι θα τους ελέγχουμε για πάντα. Έτσι και αλλιώς πάλι σε μας θα έλθουν τα γρόσια. Την δόση του φόρου θα πληρώσουν και τα Τέλη Κυκλοφορίας για το αμαξάκι του παιδιού. Είναι νοικοκυραίοι αυτοί, δεν θέλουν να χρωστάνε. Ένα σαρδόνιο γέλιο γέμισε την αίθουσα.

-          Σατανικό. Πάω να ετοιμάσω την αίθουσα με το τζάκι, που δεν ανάβει. Θα έχω σε επιφυλακή και τα συνεργεία της τηλεόρασης έξω από την Εθνική να δείξουν τους παππούδες να τσαλαπατιούνται για να πάρουν την ελεημοσύνη. Είσαστε σπουδαίος!

-          Είμαι!




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου