Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Όλα τα κακά ας μείνουν πίσω

Περίεργος τύπος. Δεν τον είχαν ξαναδεί στην γειτονιά. Γιγαντόσωμος με μακριά μαλλιά και μούσια. Δεν μπορούσες να πεις ακριβώς αλλά έδειχνε γέρος. Μπορεί βέβαια να σε ξεγελούσε και το ταλαιπωρημένο παρουσιαστικό του. Εδώ και μερικές μέρες γυρνούσε με ένα καρότσι και μάζευε ότι έβρισκε και ότι του δίνανε. Κανένας δεν μπορούσε να πει πότε είχε πρωτοεμφανιστεί και από πού κρατούσε η σκούφια του.

Είχε καβατζάρει ένα παγκάκι επάνω στην Τσιμισκή, κοντά στη Διαγώνιο και το βράδυ πήγαινε και κοιμόταν εκεί. Μαζί του μια, ψωραλέα σκυλίτσα σε προφανώς προχωρημένη εγκυμοσύνη, που τον ακολουθούσε όπου και αν πήγαινε. Φοβερό δίδυμο! Όταν έκλειναν τα μαγαζιά και αραίωνε λίγο ο κόσμος, ξάπλωνε στο παγκάκι, τυλιγόταν με εφημερίδες και χαρτόνια και η σκυλίτσα κούρνιαζε ακριβώς από κάτω.

Δεν ζητιάνευε. Θα έλεγε κανένας ότι οι άλλοι τον έψαχναν για να του δώσουν ότι δεν χρειαζόταν και εκείνος τα έπαιρνε χωρίς πολλά λόγια.  Έμεναν λίγες μέρες μέχρι να τελειώσει ο χρόνος. Τα Χριστούγεννα είχαν περάσει και ο κόσμος φαινόταν να έχει πολλά περισσεύματα. Άλλος του έδινε  φαγητά, άλλος γλυκά, άλλος ρούχα. Τα πρώτα τα μοιραζόταν με την σκυλίτσα του, με μια δίκαιη μοιρασιά. Κάθονταν οι δυο τους στην άκρη του πεζοδρομίου ή στο παγκάκι τους και μασουλούσαν χαζεύοντας τον κόσμο που περνούσε.

Οι μαγαζάτορες, τους είχαν συνηθίσει και τους είχαν εντάξει στην καθημερινότητα τους. Ένας από αυτούς, που είχε το μεγάλο κοσμηματοπωλείο στη γωνία καθώς άνοιγε το πρωί τα ρολά του μαγαζιού ένιωσε για πολλοστή φορά έναν πόνο στον αυχένα και μια ζαλάδα. Είχε βεβαρημένο ιστορικό και κάθισε για λίγο να ξεκουραστεί και να ηρεμίσει. Ήταν η τελευταία μέρα του χρόνου και το ωράριο βαρύ, η κούραση των ημερών συσσωρευμένη και η διάθεση στα τάρταρα. Με το δίκαννο κυνηγούσαν τους πελάτες. Είδε το δίδυμο να περνάει έξω από το μαγαζί. «Αφού αυτοί μαζεύουν όσα δεν χρειαζόμαστε γιατί να μην έπαιρνε και τα οστεόφυτα μου» σκέφτηκε και χαμογέλασε με σαρκαστική διάθεση. Περίεργο αλλά αυτή η σκέψη τον έκανε να αισθανθεί καλύτερα, ούτε ζάλη, ούτε πόνος. Περίεργα πράγματα. Τι σου είναι το μυαλό του ανθρώπου! Το μεσημέρι, καθώς έπιναν τα ουζάκια τους, με τον γείτονα του με το μαγαζί με τα ρούχα τους είδε και πάλι να περνούν έξω από το μαγαζί. Αμφιταλαντεύτηκε λίγο αλλά στο τέλος, μεταξύ σοβαρού και αστείου, του εκμυστηρεύτηκε αυτό που είχε συμβεί το πρωί. Ο άλλος γέλασε. Και αυτός στη θέση του το ίδιο θα έκανε. «Αν είναι έτσι τότε μήπως να έπαιρναν και το πρόβλημα του γαμπρού μου». Τα παλικάρι μετά από αλλεπάλληλες εγχειρήσεις στην σπονδυλική στήλη, που ακολούθησαν ένα μάλλον ελαφρύ ατύχημα με την μηχανή, ήταν καθηλωμένος στο κρεβάτι και πάλευε να ξανασταθεί στα πόδια του και να ξαναπερπατήσει. Οι γιατροί τους έδιναν κάποιες ελπίδες αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξοι. Χαμογέλασε πικρά και δεν έδωσε συνέχεια. Το θυμήθηκε μόνο όταν το απόγευμα που γύρισε στο σπίτι η γυναίκα του, του είπε ότι ο Παύλος το μεσημέρι κατά την διάρκεια της καθημερινής θεραπείας κατάφερε να περπατήσει μέσα στο δωμάτιο. Κάτι που δεν είχε καταφέρει από τότε που είχε ξεκινήσει την θεραπεία. «Ρε λες;», σκέφτηκε. «Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα».

Η αγορά είχε κλείσει και ο κόσμος έφευγε βιαστικός για να πάει στα σπίτια του να γιορτάσει την αλλαγή του χρόνου. Σε κάποια μπαρ και καφέ χόρευαν επάνω σε τραπέζια και μπάρες. Έκανε πολύ κρύο. Γύρω γύρω από την πόλη είχε χιονίσει. Το δίδυμο ξάπλωσε στο παγάκι του. Ο άνθρωπος ένιωθε πόνους στην πλάτη και το σβέρκο και κούτσαινε. Μετά βίας περπατούσε. Η ώρα περνούσε. Η σκυλίτσα κούρνιασε μέσα στα χαρτόνια της. Έβγαζε κάτι περίεργους ήχους που ο συγκάτοικος της δεν είχε ξανακούσει. Πονούσε και υπέφερε. Ήταν προφανές ότι είχε έλθει η ώρα. Ο άνθρωπος δεν ήξερε από αυτά αλλά βοήθησε όσο μπορούσε. Εκεί στη μέση του δρόμου στο κέντρο της πόλης γεννήθηκαν τρία όμορφα κουταβάκια. Τα δύο από αυτά όπως και η μάνα όμως δεν τα κατάφεραν. Ο άνθρωπος πήρε αυτό που έζησε και κοιμήθηκαν αγκαλιά για να το κρατήσει ζεστό. Το κρύο ήταν πολύ. Φονικό ψύχος είπαν στις ειδήσεις. 

Το πρωί βρήκε μόνο έναν ζωντανό στην παρέα. Ήταν ένα χαρούμενο υγιές κουτάβι που πήγαινε πέρα δώθε σκουντουφλώντας και παίζοντας χωρίς να ξέρει που πάει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου