Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Τι ωραία!

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Τι ωραία!

Το βράδυ είμαστε καλεσμένοι και έτσι δεν έχουμε ετοιμασίες. Θα κάνουμε στα γρήγορα τα τελευταία ψώνια στο super market και βουρ για το κέντρο. Το γρήγορα βέβαια τρόπος του λέγειν. Επιλέγεις το GigaMegaTera super market, που τα έχει όλα, για να μην χρειάζεται να πας σε δέκα μαγαζιά. Ψάχνεις να παρκάρεις, στον άνετο χώρο πάρκινγκ που γράφουν οι διαφημίσεις, και διαπιστώνεις ότι και άλλοι ήταν το ίδιο προνοητικοί με εσένα και ακόμα περισσότερο. Σκανάρεις την περιοχή του πάρκινγκ. Λοκάρεις την θέση. Νεαρό ζευγάρι με παιδάκι φορτωμένο στο καρότσι του super market, ανάμεσα σε σακκούλες, προσπαθεί να γεμίσει το πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου με τα ψώνια. Παράλληλα προσπαθεί να ψήσει το παιδί που φοράει σκουφάκι Αη Βασίλη και χτυπιέται σαν το χταπόδι, να μπει στο αυτοκίνητο και να καθίσει στο καρεκλάκι.  Δεν είναι εύκολο, αλλά κάποια στιγμή τα καταφέρνουν. Όσο περιμένεις έχουν περάσει άλλοι δέκα και σε ρωτούν αν θέλεις να παρκάρεις. Όχι αδελφέ κάνουνε μάνεκεν τζάλεντζ και σε λίγο θα φύγουμε. Η οικογένεια φεύγει και επιτέλους παρκάρεις. Ο διπλανός έχει μπει λίγο λοξά και έτσι του καθαρίζεις με το παλτό το πλάι του αυτοκινήτου καθώς περνάς.
Ψάχνεις για καρότσι. Πιάνεις το τελευταίο. Μαζί με σένα, βάζει χέρι στο καρότσι, και μια όμορφη κοπέλα. Τα βλέμματά σας διασταυρώνονται. Σε μια ταινία θα ακουγόταν μουσική, θα θόλωνε η εικόνα, θα ερωτευόσασταν με την πρώτη ματιά, θα πιανόσασταν χέρι χέρι  και θα κυνηγιόσασταν στο δάσος. Στην πραγματική ζωή, σου ρίχνει ένα δολοφονικό βλέμμα, υποχωρεί όμως καθώς ένα ακόμα καροτσάκι επιστρέφει στη θέση του και εκείνη το γραπώνει, με αντανακλαστικά αιλουροειδούς. Νιώθεις ευτυχής. ΚΑΙ θέση πάρκινγκ, ΚΑΙ καροτσάκι την ίδια μέρα. Πρωτοχρονιάτικο λαχείο πήρα; Ψάχνεις την λίστα με τα ψώνια. Δεν είναι πουθενά. Η τύχη σε εγκατέλειψε. Θα παίξεις το «απόψε αυτοσχεδιάζουμε» και πιθανώς να πρέπει η βόλτα στο super market να επαναληφθεί, πριν την εκπνοή του χρόνου. Σίγουρα θα υπομείνεις εορταστική γκρίνια.

Ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα. Μεγάλες προσφορές στο τμήμα των φρουτολαχανικών. Κοπέλες ντυμένες αγιοβασιλίτσες κερνάνε από κυβάκια τυριών και σαλάμια μέχρι φυστικοβούτυρο. Δύσκολα να αντισταθείς. Φτάνεις στα τυριά. Παίρνεις χαρτάκι. Υπολογίζεις τον χρόνο. Ίσως τα Θεοφάνια και βλέπουμε… Plan B! Κατευθύνεσαι στο ανοιχτό ψυγείο με τα έτοιμα συσκευασμένα προϊόντα. Πας να πιάσεις ένα κομμάτι. «Άσε κάτω την παρμεζάνα, ρε. Εγώ την είδα πρώτος». Είχα την εντύπωση ότι ο επόμενος πόλεμος θα γινόταν για τα νερό. Μάλλον έκανα λάθος. Ζυγίζω με το μάτι τον αντίπαλο και υποχωρώ. Του φευγάτου η μάνα ποτέ δεν έκλαψε. Άσε που δεν θέλω να γράφουν στην πέτρα του μνήματος βρίσκεται εδώ για ένα κομμάτι παρμεζάνα… Κατευθύνω το ενδιαφέρον μου προς ένα από αυτά τα Γαλλικά τυριά που μυρίζουν ποδαρίλα σαν θάλαμος νεοσυλλέκτων στον στρατό. Όσο πιο έντονη η ποδαρίλα τόσο πιο εκλεκτό το προϊόν. Κοιτάω με φόβο δεξιά και αριστερά και δεν φαίνεται να υπάρχει άλλος διεκδικητής.  Παίρνω ένα κουτάκι. Προσθέτω και μερικά τυριά από την Ελλάδα και κατευθύνομαι προς τα αλλαντικά. Χαμός και εκεί. Πέφτει νωρίς το Πάσχα φέτος και φοβάμαι ότι μέχρι να εξυπηρετηθώ θα με προλάβει η νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδα. Ξανά στα έτοιμα. Ευτυχώς και εδώ δεν έχω σοβαρό ανταγωνισμό. Γεμίζω όπως όπως το καρότσι μου, ενώ τραβάω νοητές γραμμές στην λίστα που βρίσκεται μέσα στο κεφάλι μου και φιλοδοξεί να ταυτιστεί με την πραγματική, που ξεκουράζεται στο τραπέζι της κουζίνας στο σπίτι.

Περνάω γρήγορα γρήγορα και από μερικά ακόμα τμήματα του τεράστιου μαγαζιού ενώ αγιοβασιλίνες ακροβολισμένες στις γωνίες των διαδρόμων μου επιτίθενται και με μπουκώνουν με δείγματα. Άλλο που δεν θέλω… Φτάνω στο ταμείο. Πίκρα στην αναμονή και ακόμα μεγαλύτερη πίκρα στην πληρωμή. Λέμε κάτι χαζά και γελάμε με την κοπέλα στο ταμείο, ανταλλάσσοντας ευχές. Σπρώχνω το γεμάτο καρότσι μέχρι το αυτοκίνητο. Μεταφόρτωση και βουρ για το σπίτι. Βρίσκω την λίστα των απαραίτητων να με περιμένει στο τραπέζι της κουζίνας. Όπως το φοβόμουν δεν έχει σχέση με αυτά που αγόρασα. Στο πνεύμα της γιορτής, η γυναίκα μου με συγχωρεί, αφού πρώτα υπογράψω δήλωση μετανοίας υποσχόμενος ότι θα πραγματοποιήσω δεύτερη επίσκεψη στο super market όποτε αυτό μου ζητηθεί χωρίς να προβάλω αντιρρήσεις. «Έχει ο Θεός», σκέφτομαι εγώ. «Όλα και κάτι θα έχουμε ξεχάσει και θα έπρεπε να ξαναπάει έτσι και αλλιώς», σκέφτεται εκείνη. Γίνεται ειρήνη και ξεκινάμε για κέντρο.

Η κινητή τηλεφωνία διευκολύνει τις συνεννοήσεις για τον καφέ και ότι ήθελε να ακολουθήσει. Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και πιάνουμε την Όλγας. Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται. Δεξιά και αριστερά σταθμευμένα αυτοκίνητα. Σε κάποια σημεία διπλή σειρά. Μένει ελεύθερη μιάμιση λωρίδα. Ποιος νονός ποιος κουμπάρος; Πάμε σημειωτόν. Στο διπλανό αυτοκίνητο βλέπω έναν φίλο από τον στρατό. Πιο κάτω κοντεύω να πατήσω έναν υπέργειρο πια, καθηγητή μου από το σχολείο. Προσπαθώ να θυμηθώ τι βαθμούς μου έβαζε για να δω αν του άξιζε αυτό που παρά λίγο να πάθαινε. Δεν θυμάμαι. Μάλλον δεν είναι μόνο ο καθηγητής που μεγάλωσε… Ο χρόνος περνάει βασανιστικά και τα αυτοκίνητα πάνε αργά, όταν κινούνται. Στο ραδιόφωνο ένας εκφωνητής, διασταύρωση ανθρώπου με Έλφ, πάει να σκάσει από θετική ενέργεια και εορταστική διάθεση. Θέλω να σπάσω την άθλια συσκευή, να ψάξω να το βρω και να τον βάλω να την φάει. Συγκρατιέμαι και την χαμηλώνω γιατί δεν είναι εποχές για περιττά έξοδα. Δεξιά και αριστερά σε όλη την διαδρομή αναμμένες φουφούδες στέλνουν την τσίκνα στον ουρανό. Από τον περιπτερά της γειτονιάς μέχρι το χάι καφέ, όλοι ψήνουν. Αλουμινόχαρτα και χασαπόχαρτα υποστηρίζουν το food styling.

Πλησιάζουμε στο κέντρο. Για ελεύθερο πάρκινγκ ούτε συζήτηση. Φτάνουμε σε ένα σκεπαστό. Ο Άγιος Πέτρος από την Κορυτσά, φυλάει τις πύλες του αυτοκινητιστικού παραδείσου και μας κάνει το βαρύ πεπόνι. Πόση ώρα θα το αφήσετε; Είναι και μεγάλο το αυτοκίνητο, θα πιάσει δύο θέσεις. Με βλέπει που είμαι έτοιμος να εκραγώ και να τον αρχίσω στα Γαλλικά και υποχωρεί. Αφήνω βέβαια και τα κλειδιά και φεύγω με βαριά καρδιά. Ξεκινάμε την πορεία στην Τσιμισκή. Κόσμος περπατάει με βήμα ταχύ. Ο Μάιος αργεί ακόμα. Τα αυτοκίνητα ακινητοποιημένα. Τα κοιτάω με τον αέρα που κοιτάει ο φαντάρος που μόλις πήρε το απολυτήριο, τους νεοσύλλεκτους. Νέες συνεννοήσεις για τον καφέ. «Ναι έχουμε παρκάρει και προχωράμε». Φτάνουμε στο περίφημο ραντεβού. Η ουρά των τυριών ωχριά μπροστά σε αυτή του καφεποτείου. Περιμένουμε και εδώ. Μεγάλωσα και έχουν περάσει ανεπιστρεπτί για μένα τα χρόνια που έπινα τον καφέ όρθιος και το φχαριστιόμουν. Αν θέλεις να καθίσεις θα περιμένεις. Έρχεται και η παρέα μας. Αγκαλιές, φιλιά, ευχές. Αναμονή με παρέα. «Είσαστε και πολλοί» μου λέει η σερβιτόρα, με ύφος ξινό. «Δεν ήξερα να βγω μόνος μου για καφέ, για να βολέψω στα τραπέζια σας», σκέφτομαι από μέσα μου, αλλά δεν το λέω από έξω μου για να μην με πάρει με κακό μάτι και δεν με ποτίσει με καφέ. Περνάει μισή ώρα και η σερβιτόρα με πληροφορεί ότι άδειασαν δύο τραπέζια. Το ένα στο ισόγειο και το άλλο στο πατάρι. Θα πρέπει να χωριστείτε μου λέει με απόλυτη σοβαρότητα. Κοιτιόμαστε και τι να κάνουμε χωριζόμαστε. Οι άντρες με τους άντρες και οι γυναίκες με τις γυναίκες. Δεν έχουμε ανάγκη εμείς από τους τζιχαντιστές, Οι γυναίκες στο γυναικωνίτη και οι άντρες μόνοι τους. Παραγγέλνουμε καφέ με λεπτομερή περιγραφή του γούστου μας. Χωρίς ζάχαρη ζήτησα, σιρόπι για τον μπακλαβά μου έφεραν. Μετράω την κατάσταση και βλέπω ότι δεν έχω ελπίδα να πιώ καφέ όπως τον θέλω. Βολεύομαι με το σιρόπι το οποίο το πληρώνω όσο και μια μερίδα μουσακά σε συνοικιακό μαγειρείο. Ο κόσμος συνεχίζει να έρχεται.

Ώρα να φεύγουμε γιατί ο «τζερτζελές» γίνεται πιο κάτω. Πάμε πιο κάτω. Όπου τζερτζελές σημαίνει ντουέτα γύφτων με κλαρίνο και νταούλι και ένας φίλος του μαγαζάτορα που έφερε φουφού και ψήνει σουβλάκια ντουμανιάζοντας το σύμπαν. Ο κόσμος δείχνει να το ευχαριστιέται. Κάποιοι αρχίζουν να χορεύουν. Νιώθω έξω από τα νερά μου. Τα μάτια μου τρέχουν από τον καπνό. Ούτε σε διαδήλωση στα Εξάρχεια να ήμουν. Ο φίλος μου, που τους ξέρει όλους, έρχεται με ένα πιάτο με σουβλάκια. Κραυγές χαράς. Τα μισά ωμά και τα άλλα μισά καμένα. Κανονικό κανένα. Να μην γκρινιάζω μέρα που είναι. Κραυγάζω και εγώ χαρωπά. Μου τυχαίνει ένα καμένο. Ο καθένας με την τύχη του. Μας κερνούν και ένα κρασί μείξη ξυδιού με άκουα φόρτε. Μου αρέσει να ζω επικίνδυνα και το πίνω. Ξέρω ότι θα το πληρώσω με πονοκέφαλο και χαλασμένο στομάχι αργότερα. Υπάρχει κίνδυνος να χάσω και το βραδινό ρεβεγιόν. Αυτή τη στιγμή δεν φαντάζει ακριβώς ως κίνδυνος.  Η άλλη από δίπλα μου έχει ανέβει σε μια καρέκλα και χορεύει με την χάρη αρκούδας που κάνει την Βουγιουκλάκη, πριν βγει ο Αρκτούρος και την σώσει. Ο κλαρινιτζής με τον μικρό τυμπανιστή πλησιάζουν. Μάτια τσούζουν, αυτιά πονούν και αρχίζει και το στομάχι να νιώθει ενοχλήσεις. Γρήγορο το άκουα φόρτε! Προφασίζομαι ότι ξέχασα να πάρω ένα δώρο και ζητώ να φύγουμε. Μην μας πουν και ξενέρωτους που αφήνουμε το «γλέντι» στη μέση.

Ακούω τα εξ αμάξης αλλά η απόφαση μου έχει ληφθεί. Δεν θέλω να πάρει το λάθος μήνυμα το 16 ότι κλαίμε που φεύγει… Στον δρόμο κάνω ότι αλλάζω γνώμη και μπαίνουμε σε τροχιά επιστροφής προς το πάρκινγκ. Παντού φουφούδες και ντουέτα των Τζίπρσι Κίνγκς, με έμφαση στο πρώτο κομμάτι. Δεν ξέρω τι κάνουν τον υπόλοιπο χρόνο αν και είμαι σίγουρος ότι αυτό που κάνουν,  το κάνουν καλύτερα από την μουσική. Φτάνουμε στο πάρκινγκ περνώντας με δυσκολία ανάμεσα σε μείξη σταθμευμένων και ακινητοποιημένων αυτοκινήτων. Δύσκολο πια να πεις πιο είναι πιο. Δύο φορές κόντεψε να μας πατήσει μοτοσυκλέτα που έκοβε δρόμο από το πεζοδρόμιο και μια ποδηλάτης με κράνος από αυτούς που θεωρούν ότι οι νόμοι είναι για τους άλλους. Ο Άγιος Πέτρος από την Κορυτσά με κοιτάει σα να λέει «καλά έλεγα εγώ να μην σου δώσω την θέση». «Νωρίς ήλθες». Δεν το ήξερα να περιμένω την εκκένωση της πόλης για να σε βολέψω αδελφέ. «Τώρα από εκεί που είσαι δεν βγαίνεις ούτε αύριο. Κοίτα, πάρε ένα ΤΑΧΙ για το σπίτι και το βραδάκι που θα λασκάρει λίγο η κίνηση έρχεσαι και το παίρνεις». Γελάω αλλά μόνο εγώ. Δεν κάνει πλάκα. Αρχίζω κάτι Γαλλικά αλλά είναι προφανές ότι είναι ανώφελο. Με βαριά καρδιά και πολλά νεύρα παρατάω το αυτοκίνητο και ψάχνω για ΤΑΧΙ. Δεν δυσκολεύομαι να βρω. Ο δρόμος της επιστροφής γρήγορος. Μάλλον μόνο εμείς αποφασίσαμε να το σχολάσουμε νωρίς.

Φτάνουμε σπίτι. Τα αυτιά μου βουίζουν από το κλαρίνο. Τα μάτια μου είναι ακόμα κόκκινα από την κάπνα και το στομάχι βγάζει κάτι περίεργους ήχους. Η πίεση μου, έχει ανέβει στα ύψη καθώς σκέφτομαι ότι παράτησα το αυτοκίνητο αλλά και ότι θα πρέπει να πάω το απόγευμα – βράδυ να το πάρω.

Ωραία η παραμονή της πρωτοχρονιάς. Περάσαμε υπέροχα. Να το ξανακάνουμε καμμιά φορά, παιδιά.

Καλή Χρονιά από τον γρουσούζη φίλο σας.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου