Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Μια παράξενη ιστορία

Το είχε πάρει απόφαση. Η ζωή δεν είχε πλέον νόημα. Και ήταν μόλις δεκαπέντε χρόνων. Θα έφευγε αυτός και θα έπαιρνε μαζί του όσο περισσότερους άπιστους μπορούσε. Μέσα στα Χριστούγεννά τους. Να πονάει περισσότερο. Ένιωθε οργή και μίσος. Είχε περάσει στην Ελλάδα και όπως και τόσοι άλλοι είχε εγκλωβιστεί σε αυτή την κωλοχώρα. Έμενε μαζί με τους γονείς του, την μικρή αδελφούλα του και τους θείους του στοιβαγμένοι, σαν σκουπίδια, σε ένα αντίσκηνο σε ένα παλιό στρατόπεδο, λίγο έξω από την Θεσσαλονίκη.

Από το καλοκαίρι ακόμα είχε αρχίσει τις προετοιμασίες. Κάποιοι στον καταυλισμό είχαν κινητά και τάμπλετ που έπιαναν ίντερνετ. Τους έκανε χαμαλίκια και τον άφηναν για λίγο να παίζει, όπως νόμιζαν, με τις συσκευές τους. Εκείνος όμως δεν έχανε τον χρόνο του με ανούσια παιχνίδια. Έψαχνε, έβρισκε και μάθαινε. Όλα όσα χρειαζόταν ήταν εκεί μέσα. Πώς να φτιάξεις μια βόμβα. Πόσο δυνατή να την κάνεις. Τι να βάλεις μέσα για να προξενήσεις μεγαλύτερη καταστροφή και να έχεις περισσότερα θύματα.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν να βρει τα υλικά. Δεν είχε χρήματα, δεν ήξερε την γλώσσα, ούτε καν γνώριζε πού να ψάξει. Σε μια στιγμή απόγνωσης εκμυστηρεύτηκε  το πρόβλημα του στον φίλο του τον Ουαέλ. Εκείνος στην αρχή δεν είπε τίποτα. Μερικές μέρες μετά του είχε βρει τη λύση. Δεν περίμενε ότι ο Ουαέλ ήξερε από αυτά. «Το Σάββατο το βράδυ, θα βγεις ίσια επάνω από εδώ στην εθνική. Εκεί έχει ένα parking. Θα περιμένεις. Θα περάσει ένας τύπος με μηχανή. Θα σε ρωτήσει αν χρειάζεσαι κάτι. Θα τους πεις το όνομα μου. Εκείνος ξέρει τι θα κάνει.». Σταμάτησε για λίγο. Το κοίταξε θλιμμένα. «Είσαι σίγουρος;». Ήταν σίγουρος…

Του φάνηκε περίεργη η ιστορία αλλά ο Ουαέλ φαινόταν να ξέρει καλά για τι μιλάει. Είχε ακούσει σκόρπιες κουβέντες για την οργάνωση που είχε ένα μακρύ χέρι που έφτανε μέχρι τους καταυλισμούς των προσφύγων αλλά εκείνος δεν είχε καταλάβει τίποτε μέχρι τώρα.

Οι μέρες μέχρι το Σάββατο περνούσαν αργά, βασανιστικά. Την Κυριακή οι άπιστοι είχαν τα Χριστούγεννα τους και  δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία. Η καρδιά του, του έλεγε ότι ήταν έτοιμος. Η οργή του ξεχείλιζε. Δεν είχε δοκιμάσει ξανά, δεν είχε κάνει πρόβα, πώς θα μπορούσε άλλωστε; Πίστευε όμως ότι αν είχε το υλικό δεν θα είχε πρόβλημα να φέρει την αποστολή εις πέρας. Θα φορούσε το γιλέκο γύρω από το σώμα του και θα πήγαινε στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης, όταν οι εκείνοι θα μαζευόταν να γιορτάσουν και … μπουμ!

Το Σάββατο ξύπνησε πολύ πρωί. Δίπλα στο αντίσκηνο η φωτιά, που είχαν ανάψει το προηγούμενο βράδυ, είχε σχεδόν σβήσει και κάπνιζε γεμίζοντας τον αέρα με μια βαριά μυρωδιά καμένου που μπούκωνε τα ρουθούνια του. Βρωμιά και λάσπες παντού. Χειμώνας, αλλά δεν είχε πολύ κρύο. Οι άλλοι κοιμόντουσαν μέσα. Γύρισε και τους κοίταξε για τελευταία φορά. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια από την αδελφούλα του. Από τότε που είχαν φύγει από την πατρίδα, είχε γαντζωθεί επάνω του και τον κοιτούσε σαν θεό της. Άραγε τι θα έκανε τώρα που αυτός θα χανόταν; Έπνιξε ένα λυγμό και σκούπισε ένα δάκρυ πριν προλάβει να τρέξει στο μάγουλο του. Δεν ήταν ώρα για τέτοια. Έπρεπε να είναι δυνατός μέχρι το τέλος. Είχε πάρει την απόφαση του, δεν θα έκανε πίσω τώρα.

Έκανε μεταβολή και ξεκίνησε για τον προορισμό του. Το ήξερε ότι ήταν πολύ νωρίς αλλά ήθελε να έχει φύγει όταν θα ξυπνούσαν. Υπολόγιζε ότι θα χρειαζόταν κανένα δίωρο και κανονικό περπάτημα για να φτάσει μέχρι το πάρκινγκ. Την είχε ξανακάνει την διαδρομή μια φορά όταν είχαν φύγει με τον Ουαέλ και δύο ακόμα παιδιά για να δουν τι υπάρχει πέρα από τον καταυλισμό. Προχωρούσε με ζωηρό βήμα, σα να έκανε παρέλαση. Μπροστά του έβλεπε μόνο τον σκοπό του.

Του πήρε λίγο παραπάνω αλλά τελικά έφτασε στο πάρκινγκ. Δεν ήταν πολύ μεγάλο και παντού ήταν πεταμένα σκουπίδια. Βρομούσε άσχημα, από τις ακαθαρσίες. Χαμογέλασε καθώς σκέφτηκε ότι τελικά δεν ήταν μόνο ο καταυλισμός τους βρώμικος και άσχημος. Όλη αυτή η χώρα έτσι ήταν. Πόσο την μισούσε!  Ένα φορτηγό πλησίασε και έκοψε ταχύτητα. Υπακούοντας σε μια εσωτερική παρόρμηση κρύφτηκε πίσω από τους θάμνους για να μην τον δουν. Το βαρύ όχημα έστριψε και μπήκε μέσα. Ο οδηγός άνοιξε τη μεγάλη πόρτα και κατέβηκε. Από το ραδιόφωνο, του αυτοκινήτου, ακουγόταν μια μουσική που θύμιζε αυτή της πατρίδας του, αλλά τα λόγια ήταν σε άλλη γλώσσα. Τον είδε να πηγαίνει προς τα χωράφια βιαστικός. Φαίνεται ότι όλοι για τον ίδιο λόγο σταματούσαν εκεί και έτσι εξηγούνταν και η μυρωδιά…  Ξαλάφρωσε, έφτυσε κάτω, επέστρεψε, μπήκε βιαστικά στην ψηλή καμπίνα, έβαλε μπρος και εξαφανίστηκε, όπως είχε έλθει.

Εκείνος δεν ήθελε να βγει από την κρυψώνα του. Ένιωθε βολικά εκεί μέσα στα φυλλώματα και πρέπει να ήταν και πιο ζεστά από ότι έξω. Κάθισε εκεί όλη τη μέρα. Στο πάρκινγκ σταμάτησαν αλλά δύο αυτοκίνητα, ΙΧ αυτή τη φορά, για τον ίδιο λόγο με το φορτηγό. Οι ώρες περνούσαν αργά αλλά κάποια στιγμή άρχισε να σουρουπώνει. Σκεφτόταν ότι οι δικοί του θα είχαν αρχίσει να τον ψάχνουν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφευγε το πρωί και γύριζε το βράδυ και έτσι δεν θα τους φαινόταν παράξενο. Σκεφτόταν ότι δεν θα τους ξανάβλεπε ποτέ του. Την μάνα του, τον πατέρα του, τους θείους του. Περισσότερο όμως σκεφτόταν εκείνη. Ήταν σίγουρος ότι όταν μεγάλωνε θα καταλάβαινε και θα ήταν περήφανη γι αυτόν. Τώρα όμως;

Είχε νυχτώσει για τα καλά. Ο ήχος από πολλές μηχανές που πλησίαζαν τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Έκοψαν τα ταχύτητα και μπήκαν στο πάρκινγκ. Δεν μπορεί να ήταν αυτός που περίμενε. Ο Ουαέλ του είχε μιλήσει για έναν μοτοσικλετιστή και αυτοί που ήλθαν ήταν τρεις.

Σταμάτησαν και «ξεπέζεψαν». Φορούσαν δερμάτινα μαύρα ρούχα, άσπρα κράνη και οι μηχανές τους ήταν τεράστιες στα ίδια χρώματα. Εκεί που ήταν το ντεπόζιτο είχαν ζωγραφισμένα κάτι περίεργα σχήματα. Στο πίσω μέρος βρισκόταν κρεμασμένα μεγάλα δερμάτινα σακίδια. Φαινόταν από αυτούς που κάνουν μεγάλα ταξίδια, οδηγώντας τα μεταλλικά άλογα τους για μέρες. Έβγαλαν τα κράνη και τα δερμάτινα βαριά γάντια τους. Τεντωθήκαν. Τα πρόσωπα που αντίκρισε ήταν έκπληξη για αυτόν. Περίμενε να δει σκληροτράχηλους μηχανόβιους, με μακριά μαλλιά, μούσια και τις χαρακτηριστικές τις φουσκωμένες από τις πολλές μπύρες κοιλιές. Αντί για αυτούς είδε τρεις άντρες, εκεί γύρω στα σαράντα. Ο πρώτος, που πρέπει να ήταν και ο πιο μεγάλος, ήταν ψηλός, με σγουρά μαλλιά και χρυσά γυαλάκια. Ο δεύτερος ήταν πολύ αδύνατος, με μάγουλα που έκαναν λακκάκια και σχεδόν ενωνόταν μεταξύ τους. Ένα μακρύ αραιό μουσάκι κρεμόταν από το πιγούνι του, λες και ήταν ψεύτικο και κάποιος το είχε κωλύσει εκεί.   Ο τρίτος ήταν κοντός και χοντρούλης. Έμοιαζε σαν ανθρώπινη μπάλα. Το κεφάλι του ήταν σαν πεπόνι και είχε δύο έξυπνα ματάκια που ανοιγόκλειναν συνέχεια σα να μην μπορούσε να εστιάσει καλά. Το δερμάτινο σακάκι φαινόταν να του κλείνει με δυσκολία. Σίγουρα τον ζόριζε πολύ κατά την διάρκεια του ταξιδιού.

Παρέμεινε κριμένος μέσα στην φυλλωτή κρυψώνα του. Δεν ήξερε τι να κάνει. Αδύνατο κάποιος από αυτούς να ήταν αυτός που περίμενε. «Έλα βγες έξω και μη φοβάσαι», είπε ο ψηλός με τα χρυσά γυαλάκια, στην γλώσσα του, κοιτώντας προς το μέρος του. Πάγωσε. Μας πώς τον είδε; Πού ήξερε ότι ήταν εκεί; Τελικά μήπως ήταν αυτός που περίμενε; Τι ήταν όλοι οι άλλοι;

Βγήκε δειλά, δειλά. Είχε αρχίσει να τρέμει. Από το κρύο; Από τον φόβο; «Έλα μη φοβάσαι», είπε πάλι ο ψηλός. Οι άλλοι τον κοιτούσαν χαμογελαστοί. Πήρε λίγο θάρρος. Τεντώθηκε. Όρθωσε το ανάστημα του για να μην φανεί ο φόβος του. «Το φέρατε;». Τον λόγο πήρε η μπαλίτσα με το κεφάλι πεπόνι. «Ταξιδεύουμε εδώ και ένα μήνα. Είναι κανονισμένο να έλθεις μαζί μας». Τελικά όλοι μιλούσαν την γλώσσα του. Ταράχτηκε. «Δεν είναι αυτή η συμφωνία. Μου δίνετε αυτό που είναι να μου δώσετε και φεύγετε. Ποιοι είσαστε; Πού πάτε;». Δαγκώθηκε. Μήπως δεν έπρεπε να ρωτάει τόσα πολλά; Η μπαλίτσα χαμογέλασε καλοκάγαθα. «Είμαστε επιστήμονες. Ακολουθούμε μια σειρά από σημάδια, που έχουμε μαζέψει δουλεύοντας εδώ και ένα χρόνο και με βάση έναν εξελιγμένο αλγόριθμο οδηγηθήκαμε στην περιοχή αυτή». Έβγαλε από την τσέπη του ένα iphone, χτύπησε το τζαμάκι και η οθόνη φωτίστηκε. Άρχισε να ανοίγει παράθυρα και να του εξηγεί κάτι ακαταλαβίστικα. Όσο πιο πολύ του εξηγούσε, τόσο πιο πολύ μπερδευόταν. Στο τέλος του είπε και πάλι «γι αυτό θα έλθεις μαζί μας. Είσαι και εσύ μέρος του σχεδίου».

Δεν ήξερε τι να κάνει. Ήταν πλέον προφανές ότι με αυτούς του είχε κλείσει συνάντηση ο Ουαέλ. Αλλά γιατί; Άλλο είχε ζητήσει αυτός και άλλα του έλεγαν αυτοί οι περίεργοι τύποι. Δεν φαινόταν να έχει επιλογή. Ήταν ένας και ήταν τρεις και ακόμα χειρότερα φαίνεται ότι γνώριζαν το σχέδιο του, που όμως δεν φαινόταν να τους απασχολεί καθόλου. «Θα έλθω μαζί σας, αν μου δώσετε αυτό που έχουμε κανονίσει». Πού το έβρισκε τόσο θάρρος; Απόρησε και αυτός με τον εαυτό του. Για πρώτη φορά πήρε τον λόγο ο αδύνατος με το παράξενο μουσάκι. «Θα έλθεις μαζί μας και όλα θα γίνουν όπως πρέπει. Σε διαβεβαιώ ότι όλα έχουν υπολογιστεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια». Λέγοντας αυτά, έβγαλε από τον σάκο που κρεμόταν στο πίσω μέρος της μηχανής του ένα δερμάτινο μπουφάν και ένα κράνος και του τα έδωσε. «Έλα πάρε, αλλά μην μας καθυστερείς άλλο. Μένουμε πίσω στο πρόγραμμα. Θα ανέβεις μαζί μου γιατί με τους άλλους δεν χωράς», είπε και γύρισε ρίχνοντας ένα κοροϊδευτικό βλέμμα στους άλλους δύο.
Ντύθηκε γρήγορα και ανέβηκε. Δεν είχε καβαλήσει ξανά μηχανή. Τουλάχιστον όχι τέτοια γιατί μια φορά είχε ανέβει σε ένα παπάκι ενός συμμαθητή του στο σχολείο αλλά αυτό ήταν άλλο πράγμα.  Ο οδηγός του, άνοιξε το iphone και το στερέωσε επάνω σε μια βάση στο τιμόνι. Ξεκίνησε πρώτος και οι άλλοι ακολούθησαν. Τώρα έτρεχαν στον μεγάλο δρόμο. Ο αέρας τον πάγωνε όπου έβρισκε ελεύθερη επιφάνεια. Το μυαλό του ήταν μια μπερδεμένη σούπα. Πού πήγαιναν; Πώς θα εφάρμοζε το σχέδιο του; Θα προλάβαινε;

Πρέπει να κόντευε πια μεσάνυχτα. Πρέπει να πλησίαζαν στην πόλη. Φωτισμένα κτίρια διαδέχτηκαν το μαύρο του άδειου τοπίου. Δεν είδαν παρά ελάχιστα αυτοκίνητα και ακόμα λιγότερους ανθρώπους. Πέρασαν από ένα μαγαζί που είχε από έξω ένα τεράστιο δέντρο φτιαγμένο από φωτισμένους σωλήνες. Δεν είχε δει ξανά κάτι τέτοιο. Από έξω κόσμος πολύς. Νέοι, άντρες και γυναίκες φορώντας τα καλά τους. Πρέπει να ήταν κάποιο κέντρο διασκέδασης. Ο οδηγός γκάζωσε και απομακρύνθηκαν γρήγορα. Ξανά ερημιά. Ένα άσπρο φως σε σχήμα αστεριού άρχισε να αναβοσβήνει στην οθόνη του κινητού. Τον ένιωσε να τραντάζεται. Κάτι είπε στους άλλους στην ενδοσυνεννόηση σε μια γλώσσα που δεν την κατάλαβε. Ιαχές χαράς από την ομάδα.

Είχαν μπει για τα καλά μέσα στην πόλη. Παντού ψηλά κτίρια. Φωτισμένοι δρόμοι. Φωτισμένες βιτρίνες. Άνθρωποι πουθενά. Μπροστά η δική τους μηχανή και πίσω οι άλλες δύο. Είχαν φτάσει σε μια μεγάλη πλατεία δίπλα στη θάλασσα και το αστέρι στην οθόνη του κινητού έγινε κόκκινο. Σταμάτησε να αναβοσβήνει. Ο αδύνατος με το μούσι, που ήταν σαν ψεύτικο, κοκάλωσε την μηχανή. Δίπλα ήλθαν και στάθηκαν και οι άλλοι δύο. Έβγαλαν τα κράνη. Δεν μίλησαν, μόνο κοιτάχτηκαν με πρόσωπα που έλαμπαν.

Σαν υπνωτισμένοι άνοιξαν τους σάκους που κρέμονταν στο πίσω μέρος των μηχανών τους και έβγαλαν από ένα κουτί. Τρία περίεργα κουτιά με σχέδια ζωγραφισμένα από έξω, παρόμοια με αυτά που ήταν επάνω στα ντεπόζιτα των μηχανών. Ταράχτηκε. Λες να ήταν αυτό που είχε παραγγείλει; Ρώτησε αλλά απάντηση δεν πήρε. Δεν του έδιναν σημασία. Λίγο πιο πέρα, σε μια άκρη της πλατείας, υπήρχε ένας σκελετός από μια ξύλινη βάρκα.

Ξεκίνησαν με τα κουτιά προτεταμένα στα χέρια. Μπροστά ο ψηλός, πίσω ο αδύνατος, από πίσω η μπαλίτσα και τελευταίος αυτός. Κατευθυνόταν στην βάρκα. Περίεργο σκηνικό. Δύο κατσίκια, ένα πρόβατο και μια αγελάδα, καθόταν ήσυχα. Γύρισε και είδε τον σκελετό της βάρκας. Μέσα ήταν μια γυναίκα και ένας άντρας. Εκείνη κρατούσε στην αγκαλιά της ένα μωράκι, φασκιωμένο. Μπορούσε να δει πια καθαρά το πρόσωπο της που έλαμπε. Οι τρεις επιστήμονες πλησίασαν και σταμάτησαν μπροστά της. Ο ένας μετά τον άλλο γονάτισαν και άφησαν τα κουτιά που κρατούσαν μπροστά στα πόδια της. Κανένας δεν μίλησε. Εκείνος κοιτούσε σαν κούτσουρο. Δεν μπορούσε να πιστέψει όλο αυτό που έβλεπε μπροστά του. Ένιωσε την ψυχή του να γαληνεύει. Η οργή και το μίσος είχαν εξαφανιστεί. Σκέφτηκε την αδελφούλα του, την μάνα του, τον πατέρα του. Η μάνα, ο πατέρας, το μωρό μέσα στον σκελετό της βάρκας, είχαν ξαφνικά γίνει η μάνα του, ο πατέρας του, η αδελφούλα του, μέσα στο αντίσκηνο,  όπως τους αποχαιρέτησε, χωρίς να μιλήσει, το πρωί. Ξαφνικά ήθελε να βρεθεί κοντά τους και να τους αγκαλιάσει. Προσευχήθηκε βουβά στον Θεό του να έχει καλά το νεογέννητο. Προσευχήθηκε να τελειώσει ο πόλεμος και να γυρίσουν στο σπίτι τους. Να μην υπάρχουν πια πόλεμοι και οι άνθρωποι να σταματήσουν να μισούν ο ένας τον άλλον.

Οι τρεις επιστήμονες βγήκαν από την βάρκα και κατευθύνθηκαν προς τις μηχανές τους. Κανένας δεν μίλησε. Σα να εκτελούσαν μια αυστηρά προδιαγεγραμμένη χορογραφία. Από πίσω και αυτός, σαν το σκύλο που ακολουθεί το αφεντικό του. Ανέβηκαν στις μηχανές και ξεκίνησαν.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου