Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Στο αεροδρόμιο

Είχε κανένα δίωρο να σκοτώσει μέχρι να έλθει η ώρα της πτήσης του. Βολτάριζε βαριεστημένα σπρώχνοντας την μικρή βαλιτσούλα με τα ροδάκια, που κουβαλούσε από πάνω της και την άλλη του υπολογιστή. Θυμήθηκε ότι την μέθοδο αυτή της μεταφοράς την λένε Piggyback γιατί έτσι λέει κουβαλάει η γουρουνίτσα τα γουρουνάκια της. Τι πήγε και θυμήθηκε…

Η ζωή έχει γίνει πλέον σύνθετη. Όταν ταξιδεύεις δεν σε πειράζει αν θα πεινάσεις ή αν θα διψάσεις. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να μην ξεφορτιστούν αυτά τα μαραφέτια, κινητά, λάπτοπ, τάμπλετ και αν ξεφορτιστούν να βρεις τρόπο να τα φορτίσεις γρήγορα. Σε αυτά η επαφή σου με το σπίτι και την δουλειά, σε αυτά η κάρτα επιβίβασης, σε αυτά και ο χάρτης και η πλοήγηση στα μέρη που θα πας. Σβήνουν και χάνεται ο κόσμος. Μεγάλη η ευκολία, με τίμημα την εξάρτηση. Τελικά τίποτα δεν είναι τζάμπα στη ζωή.

Χάζευε τον κόσμο γύρω του. Μπορούσε να περνάει ώρες και να κάνει μόνο αυτό. Τα αεροδρόμια έχουν τόσες ιστορίες να πουν…

Διασταυρώθηκε με μια ξανθιά νεαρή όμορφη κοπέλα. Δεν θα ήταν πάνω από εικοσιπέντε χρονών. Φορούσε ένα μάλλινο φόρεμα που ανεδείκνυε την φουσκωμένη κοιλίτσα των πρώτων μηνών της εγκυμοσύνης. Το πρόσωπο της ήταν γεμάτο δάκρυα και στα χέρια κρατούσε μια όμορφη ανθοδέσμη με ροζ τριαντάφυλλα. Πώς να τα συνδέσεις τώρα αυτά. Δάκρυα λύπης, χαράς, χωρισμού. Πού να ξέρεις;

Άκουσε το ήχο του ηλεκτρικού αμαξιδίου που ερχόταν από πίσω του. Παραμέρισε για να περάσει. Ήταν από αυτά τα άσπρα που βλέπεις στα γήπεδα του γκολφ. Δίπλα στον οδηγό, που φορούσε την στολή του αεροδρομίου, καθόταν ένας παππούς με σωληνάκι οξυγόνου κάτω από την μύτη και βλέμμα απλανές. Από πίσω, με αντίθετη φορά από αυτή την κίνησης καθόταν η γιαγιά. Λίγο πιο νέα και σίγουρα σε … καλύτερη κατάσταση. Κρατούσε επάνω στα πόδια της μια μεγάλη βαλίτσα με καρό επένδυση από εκείνες τις παλιομοδίτικες τις τετραγωνισμένες, που νόμιζες ότι πια βλέπεις μόνο στις Ελληνικές ταινίες του εξήντα να τις κουβαλάει η ψυχοκόρη από το χωριό. Είχε βλέμμα αγχωμένο. Άραγε πήγαιναν ή ερχόταν από την θεραπεία;

Ένα νεαρό ζευγάρι αγκαλιασμένο φαινόταν να δίνει θερμά φιλιά αποχωρισμού. Το παρουσιαστικό εκείνου φωνάζει από μακριά ότι είναι φαντάρος και ας μην φοράει στολή. Εκείνη σαφώς μικρότερη του, τον φιλάει και κλαίει. Τέλειωσε η άδεια και θα κάνει καιρό να το ξαναδεί. Θέλει να πάει να της πει ότι τώρα από την στιγμή που παρουσιάζεσαι μέρα που βγαίνει δεν ξαναμπαίνει. Ότι στα χρόνια του υπηρετούσαν σχεδόν δύο χρόνια. Ξαφνικά αισθάνεται γέρος.

Πάει να περάσει από τον έλεγχο. «Τις ακτίνες» που λένε και οι πιο μεγάλοι. Πέντε σειρές. Όλες έχουν κόσμο εκτός από την δεύτερη. Του κάνουν σινιάλο να περάσει από αυτήν. Τον περιμένει μια κοπέλα με την άθλια στολή των σεκιούριτη του αεροδρομίου. Πριν προλάβει να του πει τι να βγάλει και τι να βάλει, την ρωτάει χαμογελώντας «εσάς γιατί δεν σας παίζουν». «Η ιστορία της ζωής μου», του απαντάει με ένα πικρό χαμόγελο. Το πείραγμα έφερε αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Βγάζει λάπτοπ, κινητό, ζώνη, κέρματα, το νεσεσέρ με τα είδη του λουτρού, μπουφάν και περνάει ανάλαφρος από την πύλη η οποία αδιαφορεί και δεν καταδέχεται να του κάνει «μπιπ». Έτσι κανένας άλλος δεν ασχολείται μαζί του. Ενώ ξανασυναρμολογεί τον εαυτό και την πραμάτεια του, γυρίζει της χαμογελάει και της λέει κάτι που αυτή την φορά ζεσταίνει το πρόσωπο της με ένα λαμπερό χαμόγελο.

Ψάχνει να βρει την πύλη του. Από πίσω ακούει φωνές και κάτι σαν ποδοβολητό. Ένα μπουλούκι τον ακολουθεί και ασυναίσθητα παραμερίζει σαν να φοβάται ότι θα τον ποδοπατήσουν. Μπαμπάς, μαμά γύρω στα σαράντα, τρία παιδιά διαφόρων ηλικιών με το μικρότερο στο καρότσι που το σπρώχνει το αδελφάκι του. Μαζί μια γιαγιά με μαύρο φόρεμα και μαύρο τσεμπέρι σαν βγήκε από αναγνωστικό της δεκαετίας του εβδομήντα. Φωνάζουν, μαλώνουν, γελούν με μια αστεία ελληνοαμερικάνικη προσφορά, μπλέκοντας Ελληνικά και Αγγλικά στην ίδια πρόταση. Βιάζονται να προλάβουν την πτήση τους.

Φτάνει στην πύλη. Είναι νωρίς. Λίγος κόσμος ακόμα. Η κοπέλα με την στολή συνοδού εδάφους κάνει τις προετοιμασίες της στο υπολογιστή κάτω από το γκισέ με ύφος πολυάσχολο. Μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, με κοντό αγορέ γκρι μαλλί, προφανώς ξένη, κάθεται και διαβάζει μόνη της ένα βιβλίο. Δεν βλέπεις πια ανθρώπους να διαβάζουν βιβλία ή εφημερίδες σε αεροδρόμια και σταθμούς. Όλοι με ένα έξυπνο τηλέφωνο στο χέρι κάνοντας την κίνηση που θυμίζει μαέστρο που διευθύνει ορχήστρα καθώς γυρίζουν τις virtual σελίδες της συσκευής.

Κάθεται και αυτός σε μια γωνία. Φροντίζει να έχει κοντά μια πρίζα. Ανοίγει το λάπτοπ και αρχίζει να γράφει όσα είδε.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου