Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Αεροφαγία

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ταξιδεύω τακτικά, κυρίως για επαγγελματικούς λόγους. Τις περισσότερες φορές μόνος με αεροπλάνο.

Οι αεροπορικές εταιρείες χαμηλού κόστους, που είναι ένα σχετικά καινούργιο φρούτο για μένα, έχουν ένα μεγάλο καλό. Δεν σε ταΐζουν δεν σε ποτίζουν. Για την ακρίβεια και που σου δίνουν καρέκλα να κάθεσαι φαίνεται να το θεωρούν πολύ αλλά ακούω ότι όπου να είναι αυτό θα αλλάξει… Μπορεί να σου σπάνε λίγο τα νεύρα με τις  αεροσυνοδούς σε ρόλο πλανόδιου πωλητή,  να προσπαθούν να σου πουλήσουν άνοστους καφέδες , λαστιχένια σάντουιτς, σπόρια, πατατάκια, τσιπς, σάμαλι, μαλλί της γριάς, κολόνιες, ακόμη και ξυστό! Αλλά σε γενικές γραμμές σε αφήνουν στην ησυχία σου.

Στις άλλες, τις κανονικές, ο εφιάλτης λέγεται γεύμα. Ακόμα και αν δεν φας εσύ, θα φάνε όλοι οι άλλοι. Κάθομαι πάντα στον διάδρομο. Από εκεί τουλάχιστον έχω μια διέξοδο προς την ελευθερία του απλωμένου ποδιού. Αυτός που κάθεται στην περίφημη θέση στο παράθυρο, παλεύει από την μια με τα τοιχώματα του αεροπλάνου, που αρνούνται να βγουν πιο έξω, για να του κάνουν λίγο χώρο, ενώ δίνει την μάχη του αγκώνα για μια θέση στο ακουμπιστήρι, με τον διπλανό του. Στον μεσαίο δεν θα αναφερθώ διότι αυτός απλώς έχει χάσει. Η θέση που κάθεσαι αποκτά ιδιαίτερη σημασία την ώρα του φαγητού. Σήμερα σε μια από τις τρεις συνεχόμενες πτήσεις μου, τελικά έπεσα στην ώρα που τρώνε. Κοπιάστε, που λένε και στο χωριό μου. Κόπιασα, τι να έκανα, αλλά η εμπειρία ήταν δραματική. Μετά την απογείωση βλέπω το τρόλεϊ με τα φαγητά να με πλησιάζει και με πιάνει κρύος ιδρώτας.

Τσουπ τσουπ έρχεται η βιαστική αεροσυνοδός και μου μοστράρει τον δίσκο. Ο δίσκος αυτός έχει το μέγεθος αυτουνού που χρησιμοποιεί η θεία μου για να μου σερβίρει γλυκό του κουταλιού αλλά χωρίς το σεμεδάκι. Σε αυτό το δισκάκι λοιπόν κάποιος πρωταθλητής του Jenga με τον οποίο συνεργάζεται η καλή εταιρεία έχει χωρέσει ένα κουπάκι για καφέ, πρώτο πιάτο σερβιρισμένο σε κάτι σαν ποτίστρα για καναρίνια, κυρίως πιάτο σε αλουμινένιο ταψάκι μιας χρήσεως κλειστό από πάνω σε στυλ kinder έκπληξη, ξέμπαρκη συσκευασία με κρακεράκια, ένα la vache qui rit, λες και κάποιος μεγαλύτερος των πέντε χρόνων θέλει να φάει αυτό το πράμα, δεύτερη ποτίστρα για καναρίνια που περιέχει το επιδόρπιο, μια κλειστή συσκευασία με το πιρούνι, το κουτάλι και το  μαχαίρι της Barbie, μαζί με αλάτι, πιπέρι, ζάχαρη, γάλα για τον καφέ, υγρή πετσετούλα, στεγνή πετσετούλα. Μόνο αυτά. Αν ναι και ένα μπαλάκι ψωμάκι, το οποίο μερικές φορές σερβίρεται και ζεστό. Όχι σήμερα…

Ανοίγω το τραπεζάκι. Τι θα πιείτε; Ρωτάει η αεροσυνοδός.  Ωχ και άλλα καλούδια πάνω στο τραπέζι, σκέφτομαι εγώ. Θα πιώ, όμως. Θα πιώ για να ξεχάσω.

Αρχίζω το ξεπακετάρισμα. Κάθε φορά λέω θα το κάνω με πρόγραμμα και τάξη και κάθε φορά ο πρωταθλητής του Jenga με νικάει. Παίρνω το κρακεράκια και προσπαθώ να ανοίξω την «πρακτική συσκευασία». Ανοίγω και το παιδικό τυράκι και φυσικά στην μέση του ανοίγματος μένω με το κομμένο κόκκινο κορδελάκι στο χέρι. Αποχαιρετούμε την πρακτική συσκευασία και μαχαιρώνουμε το αλουμινόχαρτο για να μας παραδώσει το περιεχόμενο του.  Παλεύω με το μαχαιράκι της Barbie να αλείψω το κρεμώδες τυρί στα κρακεράκια που σπάνε και με γεμίζουν ψίχουλα, ενώ το ποτηράκι κλυδωνίζεται επικίνδυνα.

Τελειώνω όπως όπως με αυτά, χωρίς ευτυχώς σοβαρές απώλειες, και περνάω στο πρώτο πιάτο, το σερβιρισμένο στην πρώτη ποτίστρα του καναρινιού. Ντολμαδάκι γιαλαντζί, με μια τουφίτσα ταραμοσαλάτας στο πλάι (!) και μια ελιά. Αυτό αποφάσισε ο σεφ για μας. Κοιτάω αν υπάρχει κανένα κριμένο ουζάκι, λαγάνα, χαρταετός, αλλά τίποτα. Μισές δουλειές κάνετε εκεί στα εστιατόρια των αιθέρων. Παρόλη την γκρίνια φαίνεται σαν κάτι που μπορώ να φάω και δεν το αφήνω να πάει χαμένο. Το φύλλο του ντολμά είναι κάπως σκληρό. Προσπαθώ να κόψω την τροφή μου με το μαχαιροπίρουνο της Barbie. Με τους αγκώνες κολλημένους στο σώμα, για να μην ενοχλήσω την διπλανή Γιαπωνεζούλα, που κάνει ακριβώς το ίδιο, μοιάζω σαν καθιστό χορευτή που χορεύει «τα παπάκια» σε πάρτι ενηλίκων της δεκαετίας του ογδόντα ή ανηλίκων σήμερα. Κάθε τόσο κοιτάζω, με καχυποψία, γύρω μου για να εντοπίσω την κριμένη κάμερα. Δεν μπορεί, κάποιος μου την έχει στημένη!

Με αυτά και με αυτά έρχεται η ώρα να περάσω στο κυρίως. Ανοίγω το ιδρωμένο καπάκι του Kinder έκπληξη αλουμινένιου ταψακίου και με παίρνει μια μυρωδιά (δεν θα πω μπόχα γιατί σε κάποιους μπορεί να αρέσει)  από ψάρι κοκκινιστό στον φούρνο με κριθαράκι, μαγειρεμένο ποιος ξέρει πότε. «Ψά- ρι κοκ-κι-νι-στό στον φού-ρνο με κρι-θα-ρά-κι» Ακούω μέσα μου μια φωνή να ουρλιάζει συλλαβίζοντας. Σκέφτομαι την Έφη να γελάει και να μου φωνάζεις. «Άλλαξες τρία αεροπλάνα αλλά το ψάρι του Σαββάτου δεν τω γλίτωσες». Κλείνω όπως όπως το καπάκι, κρατώντας την μύτη μου. Πείνα προβλέπεται.

Δεν φάγαμε που δεν φάγαμε το φαγητό, ας ευχαριστηθούμε το γλυκό. Το ρεβανί, περιέργως είναι μια χαρά φτιαγμένο και σιροπιασμένο. Το καταβροχθίζω με βουλιμία υπό το έντρομο βλέμμα της Γιαπωνεζούλας που δεν φαίνεται να το θεωρεί του γούστου της. Φέρνω στο μυαλό την μητέρα μου που μας μάλωνε μικρούς όταν «πηγαίναμε να χορτάσουμε με γλυκά». Η ανάγκη μάνα, η ανάγκη…

Ήλθε η ώρα του καφέ. Η ευγενική αεροσυνοδός γυρνάει σαν την πιο καλή γκαρσόνα, που είναι αυτή, με μια κανάτα στο χέρι όλους τους κερνά. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνουν στα αεροπλάνα και ο καφές είναι πάντα καμένος. Τον πίνουμε και τον καφέ με εσωτερική γκρίνια για το καμένο μαυροζούμι.

Σκέφτομαι τις διαφημίσεις με τις αεροσυνοδούς μοντέλα, που σερβίρουν υπέροχα γεύματα στον αέρα και γελάω πικρά από μέσα μου.


Γκρινιάρης εγώ; Γιατί το λέτε αυτό;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου