Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

Get a job!

Χθες τους σκεφτόμουν  μαζεμένους στην βουλή να δίνουν παράσταση για το κοινό τους. Προσπάθησα να σκεφτώ τι δουλειά θα πήγαινε στο καθένα να κάνει, αν αποφάσιζε να κάνει μια δουλειά και να κερδίσει το ψωμί του δουλεύοντας. Φυσικά οι σκέψεις είναι αυθαίρετες και προέρχονται από την αίσθηση που μου δίνουν καθώς παρατηρώ την δημόσια εικόνα τους. Κατά πάσα πιθανότητα τους αδικώ, όπως άλλωστε με αδικούν και αυτοί όταν με βλέπουν σαν αριθμό ή στατιστικό δείγμα. Ας παίξουμε λοιπόν ένα παιχνίδι φαντασίας.

Τον Αλέξη τον έχω για πωλητή. Έχει πιάσει πρόσφατα δουλειά σε μικρή εταιρεία. Δεν ξέρει να ντύνεται και δεν έχει το λούστρο που έχουν τα στελέχη στις μεγάλες εταιρείες. Πριν πάει στο γραφείο πίνει καφέ στο πόδι σε μπουγατσατζίδικο με τους συναδέλφους, λέγοντας χοντρά αστεία, με τα οποία γελάει πρώτα εκείνος. Από μακριά αποπνέει φτήνια. Μικροαπατεωνάκος, βγαίνει στην πιάτσα και ψάχνει να βρει κάποιον να «δαγκώσει». Μετέρχεται κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο για να φτάσει στο σκοπό του και στη συνέχεια χλευάζει τα θύματα του. Έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Δεν είναι ο άνθρωπος που θέλεις να έχεις για φίλο σου.

Το Κυριάκο το βλέπω για ανερχόμενο στέλεχος σε πολυεθνική. Καμαρώνει για τις ακριβοπληρωμένες, από τους γονείς, σπουδές του σε φημισμένο πανεπιστήμιο στο εξωτερικό. Κάπου έχει κρατημένο ένα πουλόβερ του πανεπιστημίου και μια μπάλα του ράγκμπι το οποίο ποτέ δεν έπαιξε αλλά του αρέσει να την μοστράρει για να ξεχωρίζει από την πλέμπα με τις … στρόγγυλες μπάλες. Φοράει τζην και καρό πουκάμισο σιδερωμένα με τσάκιση αλλά πραγματικά άνετα νιώθει μόνο με κουστούμι και γραβάτα. Οδηγεί μαύρο τζιπ γυαλισμένο, που ποτέ δεν έχει περάσει από γλάστρες. Θα πατήσει επί πτωμάτων και θα δώσει «στεγνά» ακόμα και ένα φίλο του για να ανέβει.

Ο Καμένος μου θυμίζει άνθρωπο που βρήκε δουλειά που δεν την θέλει. Ο πατέρας του είχε μέσον και κατάφερε να τον χώσει σε ένα γραφείο. Παίρνει ένα καλό μισθό αλλά κατά βάθος ήθελε να δηλώσει μονιμότητα στον στρατό, όπου υπηρέτησε ως δόκιμος με βύσμα.  Αυτή ήταν και η καλύτερη εποχή της ζωής του. Αγαπημένη του ώρα όταν βρίσκεται με ανδροπαρέες, στο καφέ απέναντι από το γραφείο, που το λέει δήθεν για πλάκα ΚΨΜ, και διηγείται ιστορίες από τον στρατό. Πώς τους τρέχαν στα ΥΕΑ, αλλά εκείνος τα κατάφερνε, και πώς έκανε καψόνια μετά εκείνος στους νέους. Κάθε χρόνο τα καρναβάλια ντύνεται πεζοναύτης με στολή παραλλαγής και φούμο στο πρόσωπο.

Ο Θεοδωράκης είναι μεσαίο στέλεχος σε μεσαίου μεγέθους εκδοτικό οίκο. Έχει διαβάσει λίγο από όλα, τόσο όσο χρειάζεται για να κάνει φιγούρα στις συναδέλφους που τις μαζεύει μετά την δουλειά σε ένα τσιπουράδικο απέναντι από το γραφείο και τις μιλάει τους μιλάει και εκείνες κοιτούν σαν χάνοι. Του αρέσει να κάνει τον σπουδαίο αλλά είναι προφανές ότι δεν είναι πλασμένος για τα πολλά και μεγάλα πράγματα. Κάθε φορά που χάνει την προαγωγή ή που δεν καταφέρνει να κλείσει μια δουλειά, του φταίνε οι άλλοι. Εκείνος καλά τα έκανε αλλά το έφαγαν τα κυκλώματα. Ντύνεται σε στυλ παρακμιακού πανεπιστημιακού δασκάλου της δεκαετίας του ογδόντα, που ζει όμως το 2016.

Ο Κουτσούμπας, για κάποιον περίεργο λόγο μου θυμίζει εισπράκτορα σε αστικό λεωφορείο του παλιού καιρού. Φοράει το κουστούμι της στολής και χαίρεται να κατευθύνει τον κόσμο. Κάθε τόσο μιλάει στο μικρόφωνο και προτρέπει τους επιβάτες να προχωρήσουν προς τον οδηγό, όπου ο διάδρομος είναι άδειος, φωνάζοντας ΠΑΜΕ.

Η Φώφη είναι σίγουρα δημόσιος υπάλληλος. Είναι εκείνη η κυρία που ξέρει τα πάντα για τους πάντες μέσα στην υπηρεσία. Είναι αυτή που περιφέρεται στους διαδρόμους χωρίς πραγματικό αντικείμενο. Την μια μέρα κερνάει τα τυροπιτάκια που έφερε ο προϊστάμενος για την γιορτή του αλλά δεν του πάει να γυρίζει και να τα προσφέρει εκείνος και έτσι τον διευκολύνει. Την άλλη μαζεύει λεφτά για να πάρουν ομαδικό δώρο για τον γάμο του γιού συναδέλφου που παντεύεται σε δέκα μέρες. Αν την ρωτήσεις, αλλά και αν δεν την ρωτήσεις, όλο κάτι έχει και μόλις κάτι έπαθε. Η υπηρεσία δεν περιμένει κάτι από αυτή αλλά και αυτή το μόνο που περιμένει από την υπηρεσία είναι ο μισθός κάθε μήνα οδεύοντας προς τον μεγάλο στόχο, την σύνταξη.

Ο Μιχαλολίακος έχει ένα μαγαζάκι στην γωνία που κανένας δεν ξέρει τι ακριβώς πουλάει. Όλο έχει κάτι υποθέσεις και πάει από εδώ και από εκεί βιαστικός. Οι επαγγελματίες στην γειτονιά, όταν ζορίζονται και δεν μπορούν να πάνε στην τράπεζα, σε αυτόν τρέχουν για διευκόλυνση και αυτός τους διευκολύνει με το αζημίωτο. Κυκλοφορούν διάφορες ιστορίες για το τι έπαθαν κάποιοι που δεν επέστρεψαν τα λεφτά στην ώρα τους. Ντύνεται σε στυλ παλαιικό με ρούχα που θα περίμενες να φοράει ο Λογοθετίδης στις Ελληνικές ταινίες του πενήντα. Κουστούμι, γιλέκο και ρολόι τσέπης με χρυσή αλυσίδα.

Τέλος ο κυρ Λεβέντης είναι κλητήρας σε υπουργείο. Ντύνεται πιο επίσημα και από τον υπουργό. Κατά βάθος πιστεύει ότι ο υπουργός δεν πιάνει μια μπροστά του. Όλα τα έχει σκεφτεί. Για όλα έχει την λύση και στις ιδιαίτερες συζητήσεις του εκμυστηρεύεται ότι ο υπουργός και κάποιες φορές ο ίδιος ο πρωθυπουργός και ξένοι αρχηγοί κρατών, έρχονται και τον συμβουλεύονται. Αν καθίσεις δίπλα του, μυρίζει ναφθαλίνη και καμφορά σαν τους γέρους θείους που σε επισκέπτονται φορώντας ρούχα που δεν έχουν αερίσει όταν τα κατέβασαν από το πατάρι ή σαν το μυαλό του.

Μάλλον τους αδικώ αλλά μπορεί και όχι.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου