Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Υγεία

Ξύπνησε πρωί όπως κάθε μέρα. Σε όποιον ρωτούσε έλεγε, χαριτολογώντας, ότι οι γέροι δεν έχουν ύπνο. Είναι από αυτά που λες με άνεση όταν πιστεύεις ότι δεν σε αφορούν. Δεν ήταν πλέον κανένα τζόβενο, αλλά γέρο δεν τον έλεγες.

Από μέρες ένιωθε μια ενόχληση κάπου εκεί μέσα, κάπου εκεί κάτω, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει πού ακριβώς. Σε αυτή την ηλικία, τίποτα από αυτά που έρχονται δεν είναι αθώο.  Δεν ήταν ο τύπος που πάει εύκολα στους γιατρούς. Υποκύπτοντας στην επιμονή της γυναίκας του, είχε κάνει πριν από μερικούς μήνες ένα μίνι τσεκ απ και τα αποτελέσματα ήταν καλά.  Κάθισε στον υπολογιστή και άρχισε να ψάχνει. Χαμογέλασε καθώς έφερε στο μυαλό του, το Dr. House να χλευάζει τους google doctors.  Έψαχνε στα τυφλά. Τελικά ότι κοροϊδεύεις το λούζεσαι, κατά πως λένε…

Με βαριά καρδιά σηκώθηκε και ξεκίνησε να ετοιμάζεται για να πάει στην δουλειά. Όσο και αν προσπαθούσε να το αποφύγει το μυαλό του είχε κολλήσει εκεί. Δεν μιλούσε σε κανέναν. Είχε μπει σε ένα περίεργο τριπ. Μέσα στο μυαλό του είχε εξαργυρώσει τα χειρότερα σενάρια. Αν μιλούσε με άλλους γι αυτό που του συνέβαινε, θα τους έκανε πλάκα και θα τους έλεγε να βράσουν σιτάρι γι αυτόν. Χαμογέλασε, με την σκέψη, και το πρόσωπο του σχεδόν πόνεσε από την προσπάθεια.

Κανονικά αυτή την ώρα θα μιλούσε στο τηλέφωνο με πελάτες, θα απαντούσε σε email και θα έψαχνε τον τρόπο να καλύψει τις τρύπες των οικονομικών που άνοιγαν η μια μετά την άλλη. Εκεί που νόμιζες ότι σώθηκες κάτι νέο εμφανιζόταν να σε βυθίσει σε απόγνωση. Η κατάσταση στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, τα τελευταία χρόνια ήταν σαν την κατάσταση της χώρας.  Πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Μόνο που σήμερα τίποτα από όλα αυτά δεν τον άγγιζε. Σε όλη την διαδρομή από το σπίτι είχε οδηγήσει σαν υπνωτισμένος. Κάθισε στο γραφείο του και είπε να μην τον ενοχλήσουν.

Το μυαλό του δούλευε με χίλιες στροφές. Όλα τα σενάρια έπαιζαν και μπλεκόταν αναμεταξύ τους. Η αρρώστια, που δεν ήξερε ποια ήταν, η δουλειά, η οικογένεια. Πώς θα τους το έλεγε; Τι θα έκαναν αυτοί όταν εκείνος θα είχε φύγει; Του φαινόταν περίεργο πόσο ψυχρά είχε αρχίσει να το αντιμετωπίζει και πώς το απίθανο σενάριο είχε γίνει τόσο πιθανό μέσα στο μυαλό του.

Άραγε πόσο χρόνο είχε ακόμα; Πώς θα ερχόταν το τέλος; Δεν του άρεσε η ιδέα να υποφέρει, να γίνει αδύναμος, να τυραννήσει τους γύρω του.  Έπρεπε, όσο γινόταν πιο γρήγορα, να κλείσει όποιες εκκρεμότητες είχε. Δεν ήθελε να τον βρίζουν μετά θάνατον…

Δεν του ταίριαζε η μιζέρια. Αποφάσισε να πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα. Πήρε τηλέφωνο έναν παλιό συμμαθητή του. Γιατρός, καθηγητής πλέον, και από ότι έλεγαν από τους πολύ καλούς της σειράς του. Είχαν να τα πουν από το τελευταίο reunion και ποτέ δεν ήταν κολλητοί. Ο άλλος έμπειρος πια, έπιασε αμέσως ότι κάτι έτρεχε. Του έκανε μια γρήγορη παρουσίαση της κατάστασης του. Του εκμυστηρεύτηκε τους φόβους του. Τόλμησε και μια γρήγορη διάγνωση. Ο άλλος έσκασε στα γέλια. «Έλα ρε φίλε να κάνεις μάθημα στους φοιτητές μου και εγώ θα έλθω να πω στα μαστόρια σου πώς να χτίσουν τα σπίτια». Σοβάρεψε. «Κοίτα από όσα μου λες δεν φαίνεται να έχεις κάτι σοβαρό, αλλά έλα αύριο να κάνουμε μερικές εξετάσεις να σου φύγει η ιδέα, που πήγες και μου έβαλες τα μαύρα». Έδωσαν ραντεβού για την άλλη μέρα το πρωί.

Οι ώρες πέρασαν βασανιστικά. Για δουλειά, ούτε λόγος. Βρήκε μια πρόφαση και γύρισε αργά στο σπίτι. Δεν ήθελε να τον καταλάβουν και εκείνοι τον διάβαζαν σαν ανοιχτό βιβλίο. Το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί. Το μάτι γαρίδα. Οι ίδιες και οι ίδιες σκέψεις να γυρίζουν. Κάποτε ξημέρωσε. Έκανε λες και δεν έτρεχε τίποτα. Ούτε λόγος για το ραντεβού με τον γιατρό. Ξεκίνησε νωρίς και έφτασε μισή ώρα πριν την συμφωνημένη. Όταν δεν βιάζεσαι πάντα σου περισσεύει ο καιρός. Ο άλλος δεν είχε πάει ακόμα. Τον περίμενε και έτρωγε τα νύχια του. Τελικά πέρασαν όλη την μέρα παρέα. Σα να βρέθηκε στην Disneyland των αρρώστων. «Ανέβηκε» σε όλα τα παιχνίδια. Πέρασε από όλα τα τμήματα της κλινικής. Έκανε όλες τις πιθανές και απίθανες εξετάσεις και ελέγχους.  Ο συμμαθητής συνέχεια μαζί του να τον συστήνει σε διαφόρους και να θυμάται ιστορίες από τα παλιά. Κάποια στιγμή σοβάρεψε. Κάτι δεν του άρεσε. Ζήτησε να το ξαναδούν. Μετά τον πήρε στο γραφείο του. Άρχισε να του λέει κάτι ακαταλαβίστικες λέξεις από αυτές που λένε στα συνέδρια οι ξένοι γιατροί, στα Ελληνικά, και φουσκώνουν οι δικοί μας.  Δεν είχε διάθεση για τέτοια.

«Το ρεζούμε. Θέλω να μου πεις τι κάνουμε», του είπε κάποια στιγμή εκνευρισμένος. «Το ρεζουμέ είναι ότι τράβηξες από χίλια χαρτιά και βρήκες το ένα το σκάρτο, αυτό που καίγεσαι. Δύσκολα τα πράγματα. Θα το παλέψουμε αλλά δεν θέλω να σου δώσω τρελές ελπίδες. Μέχρι τα Χριστούγεννα θα ξέρουμε».

Το είχε δεν να συμβαίνει στις ταινίες αλλά δεν πίστευε ότι θα συνέβαινε σε αυτόν. Δεν πέρασε η ζωή σαν ταινία μπροστά από τα μάτια του. Δεν περπάτησε μόνος στον δρόμο. Δεν άκουσε τζαζ στα αυτιά του. Δεν θάμπωσε η εικόνα. Μόνο σηκώθηκε, ευχαρίστησε και ξεκίνησε … δεν ήξερε για πού. Οι επόμενοι μήνες θα ήταν δύσκολοι…






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου