Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Το ψωμί της ξενιτιάς

Έξω έβρεχε. Είχε αρχίσει να κάνει κρύο. Εκείνη καθόταν εδώ και ώρα μπροστά στο παράθυρο και έβλεπε την βροχή να πέφτει. Φορούσε ένα κοντό μαύρο φόρεμα χωρίς μανίκια και ένα απλό κολιέ με τρεις σειρές μαργαριτάρια, στον λαιμό. Της άρεσε να ντύνεται απλά μέσα στο σπίτι.

Στο βάθος τα φώτα της πόλης, είχαν ανάψει και εκείνη τα έβλεπε σαν ένα μεγάλο σκούρο μπλε χαλί που επάνω του είχαν απλώσει τον  Χριστουγεννιάτικο φωτεινό διάκοσμο, πριν τον βάλουν στο δέντρο. Ταράχτηκε με την σκέψη της. Είχε αρχίσει να μαλακώνει και να κάνει σκέψεις που μόνο αδύναμες ρομαντικές γυναικούλες του λαού θα έκαναν. Άκου χαλί με φωτεινό Χριστουγεννιάτικο διάκοσμο.

Αν την έβλεπε κάποιος θα ορκιζόταν ότι ένας μυς του προσώπου της είχε σχεδόν κινηθεί. Άλλο πάλι και τούτο. Την Δευτέρα οπωσδήποτε ραντεβού με τον πλαστικό της. Έκανε να σηκώσει το κινητό της για να καλέσει την P.A. της, να της πει να κανονίσει το ραντεβού, αλλά σκέφτηκε ότι ήταν αργά και μπορεί να ξεκουραζόταν. Δεύτερο απανωτό χτύπημα. Από πότε είχε αρχίσει να την ενδιαφέρει η ξεκούραση των υπαλλήλων της. Αυτοί έπρεπε να είναι ευγνώμονες που τους είχε επιλέξει και έτοιμοι κάθε στιγμή να την υπηρετήσουν.

Νοστάλγησε την εποχή που είχε όλη την Ελλάδα στα πόδια της. Ποια Ελλάδα, ολόκληρος ο κόσμος είχε υποκλιθεί στο μεγαλείο της. Είχε καταφέρει αυτό που καμία άλλη δεν κατάφερνε. Όλοι μιλούσαν για το κατόρθωμα της. Ένας της νεύμα αρκούσε για να γίνει αυτό που ήθελε. Εκείνη την εποχή μπορούσε να σηκώσει το τηλέφωνο και να μιλήσει από τον Αμερικάνο πρόεδρο, που ήταν βέβαια και οικογενειακός φίλος, μέχρι την αχώνευτη, το βλαχαδερό, την Γερμανίδα, και όλη καθόταν σούζα. Η αλήθεια είναι ότι και τώρα κάπως έτσι ήταν, αλλά δεν είχε πια διάθεση για τέτοια. Κάτι είχε σπάσει μέσα της.

Πίσω της, στο μεγάλο καθιστικό, καθόταν ο Θόδωρος. Μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποιον αόρατο συνομιλητή στα Κινέζικα. Φυσικά. Ήταν πρωί στο Πεκίνο και οι δουλειές ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Μιλούσε έντονα, σχεδόν φωνάζοντας και κάθε τόσο τσιμπούσε μια βουκιά από την φέτα την αλειμμένη με το φυστικοβούτυρο και έπινε μια γερή γουλιά από το ουίσκι του. Σκατογλώσσα, σα να είχες καταπιεί ένα σμήνος με μέλισσες και τις έφτυνες μια μια. Η συζήτηση τραβούσε σε μάκρος. Αυτό γινόταν κάθε βράδυ, τον τελευταίο καιρό. Δύσκολα έβγαινε πια το μεροκάματο.

Κάποια στιγμή έκλεισε. Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Θόδωρος είχε μπουκωθεί με την τελευταία βουκιά του ψωμιού με το φυστικοβούτυρο και αγωνιζόταν να το καταπιεί πριν τον δει εκείνη και αρχίσει την γκρίνια.
-          Θόδωρε νομίζω ότι ήλθε η ώρα να φύγουμε. Δεν μας σηκώνει πια αυτός ο τόπος. Οι κομουνισταί ενίκησαν. Εμείς οι πλούσιοι δεν έχουμε πια θέση σε αυτή την χώρα. Ο λαός κάνει πια κουμάντο. Η διαπλοκή, τελείωσε. Η φοροδιαφυγή πατάχθηκε. Αυτή η κυβέρνηση ενδιαφέρεται μόνο για τους φτωχούς και τους αδύνατους και πολεμάει εμάς. Παντού βασιλεύει η δικαιοσύνη. Πρέπει να πάρουμε τον δρόμο της ξενιτιάς.
Ο Θόδωρος την κοίταξε με γουρλωμένα μάτια και την έκανε να αναρωτηθεί αν του είχε πάει στραβά η βουκιά και πνιγόταν ή αν όντως τον είχε συγκλονίσει με αυτό που του είχε πει.
-          Έχεις δίκιο καλή μου, της είπε μόλις κατάφερε να καταπιεί. Δεν μας χωράει πια αυτός ο τόπος. Θα πω στον Τζέημς να ετοιμάσει τις βαλίτσες μας για το Γκστάαντ. Το αεροπλάνο μας, είναι πάντα έτοιμο. Είναι πικρό το ψωμί της ξενιτιάς αλλά θα πρέπει να το φάμε.


Δεν ήταν ιδέα της. Πάλι κινήθηκε ο μυς. Μεγάλες στιγμές. Ιστορικές!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου