Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Ο πήλινος στρατός των Κινέζων

Ξεκίνησε λοιπόν ο αρχαίος ο Έλληνας και πήγε στην Κίνα. Τι πήγε να κάνει εκεί; Τώρα κοροϊδευόμαστε; Μάλλον τα made in China δεν είναι τόσο καινούργια υπόθεση, όσο νομίζουμε εμείς οι σύγχρονοι, που όλα τα ξέρουμε. Θα σου πω λοιπόν εγώ πώς έγινε.

Πάει μια μέρα ο αρχαίος να ψωνίσει έναν χιτώνα από αυτούς που ύφαιναν οι παρθένες στο ναό. Πλησίαζαν Ανθεστήρια και είπε να σουλουπωθεί λιγάκι. Βλέπει τις τιμές και του γυρίσαν τα μυαλά. Αρχαίος ήταν, δεν ήταν κανένα κορόιδο. Ακριβά τον έχεις τον χιτώνα, παρθένα μου, της λέει (Άκου παρθένα; Πόντια ήταν;). Είναι handmade, του απαντάει εκείνη. Τόσο και άμα γουστάρεις. Αν ήθελα χρυσάφι, έπαιρνα έναν αιώνα που τον έχει και προσφορά με δώδεκα άτοκες, όσες και οι θεοί, ο Περικλής. Είπε και άλλα. Κατέβασε και κάτι βωμούς (τότε δεν είχε ακόμα καντήλια) τα βρόντηξε και έφυγε.

Ναι αλλά τα Ανθεστήρια ήταν προ των πυλών και δεν μπορούσε να πάει ντυμένος σαν  τον Είλωτα.  Ανθεστήρια ήταν αυτά, δεν ήταν το πανηγύρι του Αγίου Μάμα. Μια και δυό φεύγει και πάει στην Πυθία. Η Πυθία, τώρα, ήταν ο Γούγλης της εποχής. Όλα τα ήξερε, όλα τα μαρτυρούσε. Μασούσε κάτι φύλλα, σαν τους καουμπόηδες στα γουέστερν που μασούσαν το ταμπάκο, και ξαφνικά τα πάντα φωτιζόταν γύρω της. Στην αρχή την έλεγαν φωτεινό παντογνώστη και την έπαιζαν τα παιδιά, μετά έκανε μια start up, το οργάνωσε καλύτερα και έφτιαξε μηχανή αναζήτησης.

Θα πας στην Κίνα, του λέει η Πυθία. Εκεί μένουν οι Κινέζοι. Είναι κοντοί, κίτρινοι και πολλοί και όλοι ίδιοι μεταξύ τους. Φτιάχνουν κάτι χιτώνες μούρλια. Ακόμα και εγώ που τα ξέρω όλα, δεν μπορώ να σου εγγυηθώ την αγνότητα της υφάντρας αλλά στις τιμές που πουλάνε, μην το ψάχνεις.

Είναι μακριά αυτή η χώρα των Κινέζων Πυθία μου; ρωτάει ο αρχαίος, που δεν ήταν και πολύ των ταξιδιών. Κοντά δεν το λες, του απαντάει εκείνη, αλλά δεν είναι καθόλου δύσκολο να πας. Θα ακολουθήσεις την οδό του μεταξιού όλο ευθεία και όταν φτάσεις Θιβέτ, ρώτα κάτι καραφλούς με πορτοκαλί πού πρέπει να στρίψεις για να μην χάσεις την διασταύρωση. Πρόσεχε μόνο μην τους θυμώσεις, γιατί βαράνε άσχημα. Αυτά είπε και μετά έπεσε σε safe mode

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε, ο αρχαίος, και κάποτε έφτασε στην χώρα των Κινέζων. Δίκιο είχε η Πυθία. Όλοι ίδιοι ήταν. Μπαίνει σε ένα εργοστάσιο, πιο μεγάλο από την Εκκλησία του Δήμου. Φτιάχνανε κάτι αγαλματάκια σαν αυτά που τα καλοκαίρια πουλάνε τα μαγαζιά γύρω από την Ακρόπολη. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Πλησίασε έναν από τους ίδιους που κοπανούσε τον τροχό που έφτιαχνε τον πηλό. Δεν το τιμάς το εργαλείο πατριώτη, του λέει. Ο άλλος τον κοίταζε σαν χαζός και άρχισε να μιλάει σε μια γλώσσα που ο αρχαίος δεν καταλάβαινε. Πριν πει περισσότερα κάθισε στην καρέκλα μπροστά στη μηχανή και κυριολεκτικά την έκανε να μιλάει. Έκανε και λίγη φιγούρα και καθώς δούλευε τραγουδούσε «σώμα μου πλασμένο από πηλό». Μην στα πολυλογώ έφτιαξε ένα αγαλματάκι μούρλια. Το βλέπει ο ένας από τους ίδιους τρελάθηκε. Κάτι φώναξε και μαζεύτηκαν καμμιά χιλιάδα ίδιοι γύρω από τον αρχαίο. Το είδαν από εδώ, το είδαν από εκεί, κάθισαν στις μηχανές και άρχισαν να κοπανάνε. Σε μια ώρα είχαν φτιάξει ολόκληρο στρατό. Τα έβαλαν στην σειρά και τα καμάρωναν. Για να ευχαριστήσουν τον αρχαίο του έκαναν δώρο κάτι περίεργους χιτώνες πολύχρωμους που τους φτιάχνανε σε ένα νησί πιο κάτω και το λέγαν κιμονό.  Τους πήρε αυτός και γύρισε πίσω στην Αθήνα. Όπως κρατούσε τις σακούλες πέρασε από τον ναό και βρήκε την ξινή την παρθένα. Η άλλη τον είδε με τα ψώνια και το μοντέρνο ντύσιμο και ψάρωσε. «Do you work on commission» την ρώτησε. «Huge mistake» συμπλήρωσε και έφυγε.

The rest is ancient history, που λένε και στο Ροδέο Ντράιβ.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου