Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Όνειρο ήταν

Κοιμήθηκα και είδα στον ύπνο μου ότι ο Μπράντ Πιτ ήταν ένας κοιλαράς οδηγός του ΟΑΣΘ, που έπινε φραπέ και οδηγούσε με το ακουστικό του hands free στο ένα αυτί. Σε κάθε στάση τον περίμεναν λυσσασμένες Θεσσαλονικιές που ήθελαν να ανέβουν στο όχημα του. Εκείνος δεν σταματούσε πουθενά γιατί έκανε επίσχεση εργασίας.  Η Αντζελίνα τον παράτησε γιατί επαναστάτησε μέσα της η αγάπη για τους φτωχούς κατοίκους της Θεσσαλονίκης που δεν έχουν μέσο για να μετακινηθούν.

Υπουργοί, δήμαρχοι και βουλευτάδες είχαν πάρει μεγάλες κανάτες και έπλεναν κάθε τόσο τα χέρια τους. Κάποια στιγμή το γύρισαν στα μπουγέλα και έτσι όπως πιτσιλούσαν κόντεψα να ξυπνήσω.

Μακριά από τον θόρυβο και τα προβλήματα της πόλης, σε ένα όμορφο βοσκοτόπι σε ένα Ελληνικό νησί, ο κύριος Καλογρίτσας μετρούσε τα χρήματα του. Μετρούσε και ξαναμετρούσε και του έβγαιναν ακριβώς 52.600.000€. Γύρισε αποκαμωμένος σε έναν από τους συνεργάτες τους. «Δεν έχουμε άλλη επιλογή. Η επιταγή των 4.650€ που είχαμε να πληρώσουμε την Παρασκευή, πρέπει να σφραγιστεί. Τα λεφτά δεν φτάνουν…». Ήταν συντετριμμένος γιατί ήξερε πόσο αυστηρός ήταν εκείνος ο παπάς που ήθελε να γίνει δεσπότης, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν είχε καν τα ναύλα του να γυρίσει πίσω στην Αθήνα. Δεν πειράζει θα έπαιρνε το γαϊουδουράκι. Τον όνο όπως έλεγαν παλιά.

Κουρασμένος όπως ήταν από την υπερπροσπάθεια κάθισε να ξαποστάσει. Μαζί του και ο καλός κουμπάρος του. Φαντάσου, του είπε, δηλαδή imagine, την Γιόκο Όνο που φέρνει τα φέρετρα στην Θεσσαλονίκη. Πόσο ταιριαστός συμβολισμός για μια πόλη που έχει πεθάνει. Μια πόλη βλαχαδερών και ΠΑΟΚτσίδων. Μόνο εκεί θα μπορούσανε να τους τρίψουνε στην μούρη έναν τόσο προφανή συμβολισμό και αυτοί να κάτσουν και να το φάνε. Τον έπιασε νευρικό γέλιο.

Ήταν η μέρα που τα ταπεινά ζωντανά της Ελληνικής υπαίθρου είχαν την τιμητική τους. Η φοράδα στο αλώνι ετοιμαζόταν να σχολιάσει, με τον δικό της μοναδικό τρόπο, την ανακοίνωση για αποχώρηση από την πολιτική της Άννας Βαγενά.

Στην Θεσσαλονίκη ο κόσμος οργανωνόταν. Αφού δεν υπήρχαν λεωφορεία θα έκαναν auto stop για να μπορέσουν να πάνε να πληρώσουν την δόση του φόρου και τον ΕΝΦΙΑ. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρεθούν λεφτά για να μην αλλάξει τίποτα στην Ελλάδα και η πιο σίγουρη πηγή ήταν οι φόροι. Όλα τα άλλα ήθελαν σκέψη, δουλειά, πρόγραμμα.

Από μακριά ξεπροβάλει ένας υπέρβαρος υπουργός που φοράει στολή παλαιστή του σούμο. Έχει καταφέρει, ακόμα και έτσι ντυμένος, να φαίνεται λέτσος. Κοιτάω καλύτερα και βλέπω ότι βρίσκεται στο κέντρο της αυλής ενός σχολείου. Απέναντι του ετοιμάζεται ο αντίπαλος του, που πρέπει να είναι ένας ινδιάνος με το όνομα Τζερόνυμο. Μπαίνουν στο ταπί. Ξεκινούν με διερευνητικές αψιμαχίες. Ο αγώνας είναι αμφίρροπος. Ξαφνικά ο Τζερόνυμο με μια επιδέξια λαβή σηκώνει  τον λέτσο στο αέρα και τον εκσφενδονίζει προς το μέρος μου. Αν δεν προλάβω να φύγω θα με λιώσει.

Νιώθω να ιδρώνω. Πετάγομαι αλαφιασμένος. Ουφ, όνειρο ήταν. Πρέπει να κόψω το βραδινό φαγητό. Ένα φρουτάκι και πολύ μου είναι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου