Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Ζαργάνα μου!

Όταν ήμασταν νεοσύλλεκτοι στον στρατό είχα ένα φίλο, συνάδελφο και συστρατιώτη μεγάλο «βύσμα» ο οποίος κάθε Σαββατοκύριακο έπαιρνε άδεια και ερχόταν από το Ναύπλιο, όπου υπηρετούσαμε, στην Θεσσαλονίκη. Ένα ΣΚ φαίνεται δεν «έκατσε η παρέα» και έμεινε στο στρατόπεδο. Έρχεται, λοιπόν, στο ΚΨΜ όπου καθόμασταν περιμένοντας να έλθει η ώρα να πάμε την ταπεινή μας βόλτα στην όμορφη πόλη και μας ρωτάει: «τι κάνουμε εδώ το Σαββατοκύριακα. Πώς περνάει η ώρα;».

Κάπως έτσι ένιωσα σήμερα. Πρώτο ΣΚ στην πόλη μετά από σχεδόν ένα τρίμηνο πάνε έλα στην Χαλκιδική, που σαν αυτή δεν έχει, να μην τα ξαναλέμε αυτά. Προσπάθησα να ξαναβρώ τα δρομολόγια του Σαββάτου. Πρωινή έγερση παρόλη την έλλειψη ξυπνητηριού (οι γέροι δεν έχουν ύπνο), επίσκεψη στον φούρνο, στο super market και στην αγαπημένη μου λαϊκή που μου είχε λείψει.

Μπαίνω στην λαϊκή, λοιπόν, και στους πρώτους πάγκους τις βλέπω. Ψηλές λιγνές (όχι σαν τις χοντρέλες που έρχονται από την Τουρκία) με την υπέροχη μύτη τους να εξέχει. Οι ζαργάνες του Σεπτέμβρη με υποδέχτηκαν και ήταν σα να με φώναζαν. Ένα ψάρι που δύσκολα και σπάνια βρίσκεις πλέον.

Ένα τεράστιο παράθυρο στον χωροχρόνο άνοιξε μέσα στο μυαλό μου και εγώ μπουκάρισα μέσα! Ήμασταν πιτσιρίκια στις πρώτες τάξεις του δημοτικού και παραθερίζαμε στην αγαπημένη Μηχανιώνα. Νωρίς το πρωί πηγαίναμε στην «σκάλα» για ψάρεμα. Δόλωμα «ψωμοτύρι», κοχύλια που μαζεύαμε τσαλαβουτώντας στα ρηχά και, αν ήμασταν τυχεροί, «σκουλήκι» που έφερναν οι μπαμπάδες όταν ενέδιδαν στα παρακάλια μας. Εκείνη την ώρα επέστρεφαν οι βάρκες και ξεψαρίζανε ενώ οι νοικοκυρές περίμεναν για να αγοράσουν πραγματικά φρέσκο ψάρι. Ένας χαμός. Κάποιες μέρες, ανάμεσα στις βάρκες, έβλεπες να κολυμπούν κοντά στην επιφάνεια οι ζαργάνες. Μπορούσες να τις δεις να ελίσσονται σαν λυγερόκορμες κοπέλες που έπαιζαν στο νερό. Το ασημένιο τους σώμα, λαμπύριζε κάτω από το φως του ήλιου.  Η σκληρή μύτη τους, τους έδινε κάτι από το κύρος του ξιφία… τσέπης.

Η συμμορία μας ήταν κατάλληλα εξοπλισμένη ΚΑΙ γι αυτό το ψάρεμα. Κάποιοι είχαν τις πετονιές με την μικρή ερυθρόλευκη σημαδουρίτσα που κρατούσε το αγκίστρι κοντά στην επιφάνεια. Όσοι δεν είχαμε κάτι τέτοιο κάναμε πατέντες κόβοντας λίγο από τον φελλό που τότε ακόμα χρησιμοποιούσαν για να τυλίγουν την πετονιά πριν τον αντικαταστήσουν με πλαστικά καρούλια.

Ήταν το πιο εντυπωσιακό ψάρεμα! Έβλεπες το ψάρι να γυρίζει γύρω από το αγκίστρι. Του φώναζες, το παρακινούσες, τον εκλιπαρούσες να το … φάει. Όταν κάποτε το κατάπινε, έβλεπες εικόνες σαν αυτές που βλέπεις στις Αμερικάνικες ταινίες με τους ψαράδες στα ποτάμια. Βουτούσε το αγκίστρι και όπου φύγει φύγει. Τράβα – άφηνε μέχρι να την κουράσεις. Προσοχή να μη σου φύγει. Μέχρι να την ανεβάσεις στην επιφάνεια, πετονιές μπερδεύονταν, αγκίστρια σπάζανε αλλά στο τέλος το νόστιμο ψαράκι έπαιρνε τον δρόμο για το τηγάνι της μαμάς.

Όπως καταλαβαίνετε δεν υπήρχε περίπτωση να μην πάρουν, σήμερα, τον δρόμο και για το δικό μου τηγάνι, ακόμα και αν η διαδικασία ήταν λιγότερο εντυπωσιακή και ενδιαφέρουσα. Ο ψαράς με ρώτησε σχεδόν συνωμοτικά. «Πώς τις κάνεις;». «Τις κόβω σε κομμάτια και τις τηγανίζω».. «Δοκίμασε σαγανάκι με μουστάρδα και δενδρολίβανο». Ναι ρε φίλε και οι άντρες ανταλλάσσουμε συνταγές… Το δοκίμασα. Είχα μια εξαιρετική μουστάρδα Ντιζόν, πρόσθεσα και κρασάκι λευκό ξηρό και δεντρολίβανο από την γλάστρα μου και το αποτέλεσμα δικαίωσε τον φίλο μου και εμένα που τον εμπιστεύτηκα. Αλλά και οι τηγανιτές δεν πήγαν πίσω. Έχει έναν εντυπωσιακό κόκαλο σε χρώμα πράσινο φωσφοριζέ αυτό το ψάρι. Είναι ένα μόνο και δεν σου σπάει τα νεύρα να ψάχνεις κοκαλάκια. Εξαιρετικό γεύμα με εξίσου εξαιρετική παρέα!

Αχ τι σου είναι το μυαλό! Ένα τόσο δα ψαράκι, κατάφερε να ανοίξει με την ακονισμένη μύτη του, το ντουλάπι των αναμνήσεων.

Ζαργάνα μου! Silence Παναγιωτάκι…



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου