Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Home Alone. Summer edition



Πόσοι έχουμε μείνει στην πόλη; Πάμε να μετρηθούμε. Ξεκινάω για την βραδινή βόλτα. Στην πολυκατοικία μάλλον είμαι μόνος μου. Εκεί που άφησα το ασανσέρ όταν επέστρεψα από την δουλειά το απόγευμα, εκεί παραμένει. Σαν την Ντόλη που περιμένει τον Λούκυ Λουκ, δεμένη έξω από τον σαλούν. Μπαίνω στον πειρασμό να κάνω βόλτες με το ασανσέρ πάνω κάτω, στην πολυκατοικία. Να ανεβαίνω στον τελευταίο όροφο και να κατεβαίνω καβάλα στην κουπαστή της σκάλας. Home Alone. Summer Edition. Δεν το κάνω, αφενός γιατί είμαι καλό παιδί και αφετέρου για  θέλω να πάω βόλτα.

Βγαίνω στον δρόμο και εκεί με περιμένει και άλλος πειρασμός. Τελικά καλά λένε ότι η πόλη το καλοκαίρι είναι γεμάτη πειρασμούς… Τόσες θέσεις άδειες έχω να δω από πέρσι, τέτοια μέρα. Νιώθω σαν παιδί που το αμόλησαν μέσα σε μαγαζί με καραμέλες και γλυκά. Δεν ξέρω ποια να πρωτοδιαλέξω. Σκέφτομαι να πάρω το αυτοκίνητο και να τις δοκιμάσω όλες. Απωθώ και αυτή την σκέψη και ξεκινάω για την βόλτα μου.

Έχει ζέστη και υγρασία. Μου περνάει από το μυαλό ότι αν δεν ήταν νύχτα θα τον έβλεπα τον αέρα που αναπνέω. Περνάω δίπλα από ένα κάδο σκουπιδιών. Πρέπει να τρόμαξα μια γάτα που πετάγεται έξω με ένα πήδο και βγάζει μαζί της και μια βαριά μυρωδιά από πεπονοκαρπουζόφλουδες. Δεν είναι ευχάριστη αλλά είναι σίγουρα καλοκαιρινή.

Στη γωνία είναι ένα μαγαζάκι που ισορροπεί ανάμεσα στο καφενείο και το ουζερί. Τρεις τέσσερεις παρέες διαφόρων ηλικιών σε αναζήτηση δροσιάς. Ένα αγοράκι γύρω στα πέντε που κουτουλάει από τη νύστα, έχει ξαπλώσει πάνω στην μητέρα του. Ήχοι από πιάτα και ποτήρια που χτυπιούνται μεταξύ τους καθώς ο σερβιτόρος τα μαζεύει για να φέρει τα επόμενα.

Στους δρόμους ψυχή. Πού και πού περνάει από κανένα αυτοκίνητο, με χαμηλή ταχύτητα λες και δεν θέλει να ενοχλήσει κόβοντας την ησυχία. Σε ένα μπαλκόνι μια παρέα παίζει χαρτιά. Είναι και το μόνο που έχει αναμμένο φως. Παραδίπλα και δύο ορόφους πιο ψηλά κάποιος κάθετε στο μπαλκόνι και βλέπει την τηλεόραση που είναι μέσα στο σπίτι. Πολύχρωμες φωτεινές σκιές προδίδουν την θέση της.

Βγαίνω στον πεζόδρομο της Καλαμαριάς. Παρέες παιδιών έξω από γυρατζίδικα. Κοριτσάκια στην εφηβεία σε μικρές ομάδες κάνουν πηγαδάκια στέλνοντας ακατάπαυστα μηνύματα, με τα κινητά τους, σκάζοντας στα γέλια με ή χωρίς αφορμή. Συνομήλικα αγοράκια με τις  αστείες μεταλλασσόμενες φωνές της ηλικίας,  κοιτάνε σαν χαμένα. Κάνουν και αυτά φασαρία ενώ δεν λείπουν και μερικές φιλικές σφαλιάρες στους κολλητούς.

Έργα επέκτασης ενός μετρό που δεν υπάρχει. Λαμαρίνες και πλαστικός κισσός. Κλειστά μαγαζιά. Ελπίδες και κατάρες.

Ένας παππούς και μια γιαγιά περπατούν. Εκείνη πάει μπροστά. Φοράει ένα μπουρνουζένιο φόρεμα και η μια τιράντα του, της έχει πέσει. Στο λαιμό άσπρη πετσέτα για τον ιδρώτα, σαν δασοπυροσβέστης. Το ένα το πόδι το σέρνει λίγο, καθώς περπατά, και στο χέρι κρατάει μια αλουμινένια πατερίτσα που δεν φαίνεται να χρειάζεται. Κάθε τόσο γυρίζει και κοιτάει τον παππού, που σταματάει και χαζεύει κάθε βιτρίνα. Σαν σκυλάκι που το έχουν βγάλει βόλτα και δεν χάνει ευκαιρία να μαρκάρει κάθε γωνιά και κάθε δέντρο. Κάτι του λέει. «Άντε άνθρωπε μου». Άραγε και εμείς έτσι θα γίνουμε;

Περνάω έξω από μια ταβέρνα που έχει βγάλει τραπεζάκια έξω. Παραδίπλα στο πάρκο, στα παγκάκια κάθεται μια μεγάλη παρέα που παίζει κάτι περίεργα παραδοσιακά όργανα και τραγουδάει αντίστοιχα τραγούδια. Από πού ξεφύτρωσαν αυτοί; Όλο και πιο συχνά πέφτω επάνω σε τέτοιες μικρές ορχήστρες. Το λέει η ψυχούλα τους. Τραγουδούν και παίζουν τα όργανα με πάθος και κέφι. Δίπλα τους έχουν δαχτυλήθρες με τσίπουρο. Υποθέτω κέρασμα από το μαγαζί για το ανέλπιστο δώρο.  Δεν ξέρω τα τραγούδια τους αλλά η όλη σκηνή μου αρέσει.

Απομακρύνομαι και ο ήχος αλλάζει. Κεμετζέδες και ταμπούρλα. Στην πλατεία έχουν στήσει ποντιακό γλέντι. Πλαστικές καρέκλες σε ημικυκλική διάταξη. Καντίνες με τον απωθητικό ήχο της γεννήτριας και τα κακόγουστα νέον. Καλαμπόκι ψητό και μπαλόνια με ήλιο. Στην σκηνή ένας παίζει την λύρα, άλλος το ταμπούρλο και καμιά δεκαριά αγόρια και κορίτσια ντυμένα με τις παραδοσιακές στολές χορεύουν βγάζοντας κάθε τόσο άγριες κραυγές. Κάθομαι λίγο και χαζεύω. Μόλις τελειώνει ο χορός και οι χορευτές κατεβαίνουν από την σκηνή, εμφανίζεται ένα ζευγάρι που λέει κάτι ακαταλαβίστικα που γίνονται ακόμα πιο ακαταλαβίστικα από την απουσία μικροφώνου.  Η παράσταση έλαβε τέλος.

Ώρα να γυρίσω και εγώ στην βάση μου. Το ασανσέρ είναι εκεί που το άφησα και με περιμένει.  Ανυπομονώ να πετάξω από πάνω μου τα βρεμένα, από τον ιδρώτα ρούχα, και να πιώ όλο το νερό που δροσίζεται στο ψυγείο.

Καλό ξημέρωμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου