Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Επί τη ονομαστικήν σας εορτή





Σε γιορτές σαν τη σημερινή τα παλιά χρόνια, ίσως όχι τόσο παλιά αφού ζούσα εγώ που είμαι νεότατος, γινόταν χαμός μεγάλος. Δεν πάει να ήταν καλοκαίρι, το πρωτόκολλο πάντα το ίδιο.

Έπρεπε να πας επίσκεψη σε αυτόν που γιόρταζε. Ετοίμαζαν οι άνθρωποι το σπίτι, άνοιγαν τα σαλόνια, που συνήθως εκείνα τα χρόνια τα είχαν κλειστά, και στηνόταν να περιμένουν τον κόσμο. Λόγω εποχής επιστρατευόταν μπαλκόνια και αυλές, όταν υπήρχαν. «Τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά τα είχαμε χορέψει». Κόσμος ερχόταν και κόσμος έφευγε. Συγγενείς, φίλοι, γείτονες και όλοι μαζί να βρίζουν την άδικη την μοίρα και τα κοινωνικά που τους έβαλε στην λούμπα. Αντί να κάθετε στην δροσιά, φορούσε το ζευγάρι τα καλά του και πιανόταν αλ μπρατσέτα και η γυναίκα, συνήθως, ετοίμαζε σχέδιο μάχης. Πρώτα στον θείο Πάνο που είναι πιο μακριά, μετά στην θεία σου την Μαρίκα, όρεξη την είχαμε την ξινή, μετά στο αφεντικό σου, καλό είναι να τα έχουμε καλά μαζί του και στο τέλος θα πάμε στα παιδιά τον Παναγιώτη και την Μαρία που θα έχουν μαζευτεί όλοι για κανένα κρασάκι. Αν κάποιος από τους εορτάζοντες απουσίαζε «στην παραθέριση», ένα όνομα σβηνόταν από την λίστα χωρίς παρεξήγηση, αφού εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν τηλέφωνα στα εξοχικά και στα χωριά.
Έπαιρναν και το κατιτίς. Λελουδικό ή πάστες ή αν ήταν μεγάλη η υποχρέωση καμιά τούρτα. Είχα θείο που τα έπαιρνε όλα από το ίδιο ζαχαροπλαστείο στη γειτονιά του και τα κουβαλούσε όλα μαζί και σε κάθε σπίτι που περνούσε άφηνε και από ένα. Σε όλους «μπαμπάδες», φτηνό και λουσάτο γλυκό και «έξω από την πόρτα». Σου ζητούσε να τα αποθηκεύσεις και τα έπαιρνε μαζί του καθώς έφευγε για τον επόμενο.

Στριμωχνόταν λοιπόν όλοι στο σαλόνι, σα να βρισκόταν σε αίθουσα αναμονής οδοντογιατρού. Μόνο τα περιοδικά απουσίαζαν από το σκηνικό. Και να τα πολιτικά, αν ήταν εποχές που επιτρεπόταν τέτοιες συζητήσεις, να τα ποδοσφαιρικά, να και τα κουτσομπολιά. Άντρες σε λεκτικές αψιμαχίες με τις γυναίκες να τους επαναφέρουν στην τάξη. «Πάτροκλε, έλα τώρα ηρέμισε!» και ο Πάτροκλος ηρεμούσε… 

Υπήρχαν άνθρωποι που βρισκόταν κάθε χρόνο στην γιορτή του φίλου ή του κοινού συγγενή και μόνο τότε. Υπήρχε ο θείος με το κουστούμι καλοκαιριάτικα που μύριζε ναφθαλίνη ή καμφορά, συνήθως σαν και το μυαλό του. Υπήρχε η θεία βουτηγμένη στο άρωμα μέχρι οισοφάγο που σε αγκάλιαζε και σου άφηνε μυρωδιά μέχρι την επόμενη φορά που θα την έβλεπες. Ιδρωμένη, πασαλειμμένη με κρέμες, λαμποκοπούσε σαν φρεσκολουστραρισμένο πάτωμα. Υπήρχαν και τα παιδιά που στην αρχή βαριόταν αφάνταστα μέσα σε άβολα ρούχα και παπούτσια και που μετά από λίγη ώρα συνασπιζόταν σε συμμορία και σήκωναν τον κόσμο στο ποδάρι, ενίοτε και τους γονείς τους που απαυδισμένοι τα έπαιρναν και έφευγαν προς γενική ανακούφιση. Αν το σπίτι είχε κήπο ή ο δρόμος προσφέρονταν για παιχνίδι τότε γρήγορα ξεχνιόντουσαν και τα «καλά» ρούχα και τα παπούτσια και όλα κυλούσαν ομαλά.

Η νοικοκυρά πανταχού παρούσα και άφαντη ταυτοχρόνως. Πρώτο κέρασμα, δεύτερο κέρασμα, φοντάν. Ποιος πήρε, ποιος δεν πήρε. Αγκαλιές φιλιά. Σας ευχαριστούμε. Καλέ δεν έπρεπε. Πώς μεγάλωσε, πώς ομόρφυνε, πώς ψήλωσε, όλα με πέντε θαυμαστικά και δέκα καρδούλες, όπως βάζουν σήμερα στα social media. 

Όταν ερχόταν η ώρα να φύγουν και οι τελευταίοι, όλοι ήταν εξουθενωμένοι. Αλλού χέρια αλλού πόδια. Το σπίτι που με φροντίδα προετοίμαζε η νοικοκυρά μια εβδομάδα πριν, έμοιαζε σαν την Αριστοτέλους μετά από προεκλογική συγκέντρωση παλιού τύπου. Προσεκτικό ξεδιάλεγμα των δώρων. Ποια θα κρατήσουμε, ποιά θα πάμε δώρο. Αστικός μύθος θέλει κουτί με τυποποιημένα σοκολατάκια, από αυτά με την ανθοδέσμη με τα τριαντάφυλλα από έξω, να κάνει δύο τρεις φορές τον γύρω του σογιού μέχρι να καταλήξει και πάλι στον πρώτο που τα αγόρασε. Ευτυχώς εκείνα τα χρόνια δεν έγραφαν ημερομηνία λήξεως στα τρόφιμα.

Οι πιο προνοητικοί έβγαζαν μια ανακοίνωση από την προηγούμενη στην εφημερίδα «ο κύριος Τάδε δεν εορτάζει, ούτε δέχεται επισκέψεις». Ξέρω πολλούς που άφηναν αναστεναγμό ανακούφισης στην προοπτική του μείων ενός, ιδίως αν ήταν μια βαρετή κοινωνική υποχρέωση.

Τώρα τα πράγματα είναι απλά. Αφού περάσαμε από την εποχή του τυποποιημένου «ευφάνταστου», «χιουμοριστικού» SMS, το σαλόνι αντικατέστησαν οι τοίχοι του fb. Τα σοκολατάκια, τούρτες, ανθοδέσμες συνεχίζουν να προσφέρονται αλλά είναι virtual και αποστέλλονται μέσα από την άνεση του καναπέ και του πληκτρολογίου. Σε γιορτές σαν την σημερινή, με πολλούς εορτάζοντες, ένα tag σε μια ανάρτηση με σαράντα – πενήντα ονόματα, σαν παράκληση «υπέρ υγείας» και έξω από την πόρτα.

Χρόνια μας πολλά Μαρίες και Παναγιώτηδες και άλλο κακό να μη μας βρει.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου