Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Ένα αστέρι

Περπατούσε στο δρόμο και τους έβλεπε παντού. Από πάντα υπήρχαν, αλλά είχαν πληθύνει τελευταία. Τώρα πια δεν ένιωθαν την ανάγκη να κρύβονται. Φορούσαν μπλούζες με το σηματάκι με τις γωνίες. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι ένα απλό σηματάκι, που σκοπό είχε να θυμίζει το κακό, αλλά να περνάει για αθώο, θα του έφερνε τόσο τρόμο.

Πήγαιναν σε ομάδες δύο ή τριών. Οι περισσότεροι νέοι. Μερικοί ήταν παιδιά ακόμα. Κυρίως άντρες αλλά και μερικές κοπέλες που έκαναν ότι μπορούσαν για να μοιάζουν με άντρες. Μερικές δεν δίσταζαν να ξυρίσουν και τα κεφάλια τους σαν και κείνους και το αποτέλεσμα ήταν διπλά αποκρουστικό. Άρβυλα στα πόδια, στρατιωτικά παντελόνια και μακό μπλουζάκια με το σήμα.

Στεκόταν στο πάνω κομμάτι της Αριστοτέλους, λίγο κάτω από άγαλμα του Βενιζέλου. Στο παρκάκι που κυκλώνουν τα λεωφορεία για να ξεκινήσουν το δρομολόγιο της επιστροφής.

Ήταν καλοκαίρι, είχε ζέστη αλλά ο καιρός φαινόταν να χαλάει. Μαύρα σύννεφα πύκνωναν στον ουρανό. Τα έβλεπε να κινούνται. Η βροχή δεν θα αργούσε να έλθει. Θα ήταν μια από τις μπόρες, με δυνατό αέρα και βροχή, που σε κάνουν μούσκεμα, ακόμα και αν κρατάς ομπρέλα.

Ο Αμίρ είχε ραντεβού με ένα συμφοιτητή του από το πολυτεχνείο που, όπως και εκείνος, είχε μείνει και δούλευε στην πόλη. Όταν ήταν φοιτητές δεν είχαν καν μια καλημέρα αλλά τον τελευταίο χρόνο είχαν ξαναβρεθεί καθώς συνεργαζόταν σε ένα κοινό project που έτρεχαν οι δύο εταιρείες τους. Είχαν ραντεβού για να του δώσει ένα στικάκι.

Ο Αμίρ προσπαθούσε να είναι διακριτικός αλλά αυτοί λες και είχαν ανιχνευτή που από μακριά έπιανε τα κύματα της διαφορετικότητας. Άραβας και αδελφή, διπλό το κακό γι αυτούς. Κόκκινο πανί για μανιασμένους ταύρους. Περπατούσε στον δρόμο, με γρήγορο βήμα, κοιτάζοντας ίσια μπροστά του. Δεν τολμούσε να κοιτάξει κανένα τους κατά πρόσωπο. Είχε πικρή εμπειρία από τέτοιες συναντήσει στο παρελθόν. Θρασύδειλα ανθρωπάκια τον έκραζαν κρύβοντας το στόμα τους πίσω από την παλάμη, όπως κάναμε στο δημοτικό για να μη μας δει η δασκάλα όταν μιλούσαμε με τον διπλανό. Όσο παρέμεναν στα λόγια δεν είχε πρόβλημα. Τον πείραζαν και αυτά αλλά είχε συνηθίσει πια. Παλιά είχε περάσει ώρες κλαίγοντας αλλά τώρα πια είχε γίνει πιο χοντρόπετσος.

Αυτό που συνέβαινε τις τελευταίες βδομάδες τον ανησυχούσε. Σαν να ετοιμάζονταν για κάτι. Έπρεπε να βρει τρόπο να προστατευτεί. Να προστατέψει και όσους αγαπούσε. Το κακό επεκτεινόταν προς όλες τις κατευθύνσεις.

Έδωσε το στικάκι, αντάλλαξαν δύο κουβέντες και χώρισαν. Κατηφόρισε προς την παραλία. Του άρεζε να περπατάει ακόμα και  τις πιο περίεργες ώρες. Η απέραντη θάλασσα που κάθε τόσο, άλλαζε μορφή και διαθέσεις του έδινε μια αίσθηση ελευθερίας και ελπίδας. Τον έκανε να ξεχνάει την ζοφερή πραγματικότητα. Το προηγούμενο βράδυ είχε βγει για την καθιερωμένη βόλτα του. Είχε ζέστη και δεν τον έπιανε ύπνος. Στις τρεις και μισή τα ξημερώματα δεν περπατούσε κανένας μαζί του. Καθώς προχωρούσε δίπλα στα νέα πάρκα, είδε κάτι να σαλεύει πίσω από τους θάμνους. Στην αρχή νόμισε ότι ήταν κάποιο από τα πολλά αδέσποτα σκυλιά. Όταν κοίταξε καλύτερα την είδε. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από έξι - επτά χρόνων. Καθόταν μόνη της, κριμένη πίσω από τους θάμνους. Την πλησίασε. Το μελαμψό προσωπάκι της, έδειχνε φοβισμένο. Έκανε να φύγει. Της μίλησε και εκείνη παραξενεύτηκε που κάποιος ήξερε την γλώσσα της, σε αυτό το ξένο μέρος. Την ρώτησε πώς τη λένε και πού είναι οι γονείς της. Μετά από τους αρχικούς δισταγμούς, πιάσανε κουβέντα. Έμενε με τους θείους της στον καταυλισμό. Οι γονείς της δεν ήξερε πού βρισκόταν. Είχε μήνες να τους δει. Από τότε που αναποδογύρισε η βάρκα. Εκείνη φορούσε σωσίβιο και είχε καταφέρει να μείνει στην επιφάνεια μέχρι που την βρήκαν οι στρατιώτες.  Ήταν πολύ άσχημα στον καταυλισμό. Ζέστη, βρωμιά και πολλοί άνθρωποι στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Το φαγητό ήταν λιγοστό και βρωμούσε. Νερό όποτε περίσσευε για τους μικρούς.

Την άκουγε και δεν ήξερε τι να της πει για να την παρηγορήσει. Την ρώτησε τι έκανε εκεί μόνη της. Το είχε σκάσει, από τον καταυλισμό το απόγευμα, τρυπώνοντας σε ένα φορτηγό που μετέφερε προμήθειες. Είχε φτάσει μέχρι το λιμάνι. Όταν ο οδηγός σταμάτησε για να πάρει τσιγάρα πήδηξε έξω και άρχισε να περπατάει στην παραλία έχοντας για οδηγό της το νερό. Κατέληξε στα πάρκα, όπου και την πήρε ο ύπνος. Το σχέδιο της ήταν να παρακολουθήσει την βροχή των αστεριών. Τους είχε πει για αυτήν μια εθελόντρια που ερχόταν μερικές φορές και έκανε παρέα στα παιδιά τα απογεύματα. Θα περίμενε μέχρι να έπεφταν πολλά μαζί και τότε θα έκανε την ευχή της. Αν έπιανε, θα γυρνούσαν και πάλι οι μπαμπάς και η μαμά κοντά της και όλα θα ήταν όπως πρώτα.

Την αγκάλιασε και την φίλησε στο κεφαλάκι της. Την ρώτησε αν θα την πείραζε να καθίσουν να περιμένουν μαζί. Του χαμογέλασε για πρώτη φορά και φάνηκε μια λειψή σειρά από μικρά άσπρα δοντάκια.

Εκεί στην παραλία της Θεσσαλονίκης, ένα βράδυ του Αυγούστου, δύο κατατρεγμένα πλάσμα κάθισαν αγκαλιά στο χορτάρι και περίμεναν τα αστέρια να πραγματοποιήσουν τις ευχές τους.   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου