Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

Smell and Taste Navigator



Η μνήμη έχει τις μυρωδιές και τις γεύσεις της.

Σήμερα το πρωί, καθώς έπινα τον καφέ μου, έφερα στο μυαλό μου μια αγαπημένη διαδρομή. Όταν ήμουν παιδί, επισκεπτόμουν συχνά την αγαπημένη θεία μου που έμενε και μένει στο Κουλέ Καφέ. Στον ανηφορικό δρόμο που συνέδεε το σπίτι μας στον Αι Δημήτρη με την Πάνω Πόλη, υπήρχε μια υποχρεωτική στάση στο ψιλικατζίδικο, απέναντι από το σχολείο για να μας πάρουν η γιαγιά και ο παππούς καραμέλες «ρανεβουδάκια». Οι ροζ μαλακιές καραμελίτσες με την ζάχαρη και την χαρακτηριστική έντονη γεύση καταναλώνονταν μέσα σε ελάχιστη ώρα και το χαρακτηριστικό κρίτσι κρίτσι της συσκευασίας πρόδιδε κάθε επίσκεψη μας σε αυτή. «Μη της φάτε όλες με μια, θα σας πονέσει η κοιλιά σας». Η αλήθεια είναι ότι μεγαλώσαμε με πολλά τέτοια «μη», αλλά ευτυχώς η κοιλιά μας δεν μας πόνεσε.

Το σπίτι της θείας μου, τότε ήταν ένα παλιό δίπατο Τουρκόσπιτο με τον χαρακτηριστικό ψηλό χτιστό μαντρότοιχο να το προστάτευε από τα αδιάκριτα βλέμματα. Σήμερα στη θέση του βρίσκεται μια άσχημη πολυκατοικία. Και τα δύο χαρακτηριστικά στοιχεία της εποχής που χτίστηκαν. Στον κάτω όροφο ήταν η κουζίνα. Έχω ακόμα στα ρουθούνια μου την μυρωδιά της φρέσκιας πατάτας που τηγανίζονταν στο μαύρο τηγάνι, μαζί με τα αυγά στην δυνατή φωτιά της γκαζιέρας. Όποιος δεν έχει φάει πατάτες τηγανισμένες σε ελαιόλαδο στην θερμοκρασία που μόνο η γκαζιέρα βγάζει, απλά δεν έχει φάει νόστιμες τηγανιτές πατάτες.

Κατηφορίζοντας μέσα από τα στενά δρομάκια, για να επιστρέψουμε στο σπίτι, περνούσαμε από έναν ωραίο φούρνο. Δεν θυμάμαι το όνομα του, αλλά ήταν ένας μικρός παραδοσιακός, σε ένα γωνιακό μαγαζί. Οικογενειακή επιχείρηση, με τον μπαμπά να κυκλοφορεί όλο τον χρόνο με το φανελάκι και την μακριά άσπρη λερωμένη από τα αλεύρια, ποδιά. Μπροστά από τον φούρνο, υπήρχε ένας μεγάλος χτιστός πάγκος στον οποίο ακουμπούσαν τις λαμαρίνες με τα ψωμιά αλλά και τα φαγητά μόλις τα ξεφούρνιζαν, ζεστά καυτά. Εμένα αυτά δεν με ενδιέφεραν αλλά τρελαινόμουν για τα κουλουράκια πλεξούδες που έφτιαχναν. Όποτε ήμασταν τυχεροί να πέσουμε επάνω τους την ώρα που τα έβγαζαν, σταματούσαμε υποχρεωτικά και παίρναμε ένα σακουλάκι. Τα έβγαζαν με δυσκολία από την μαύρη λαμαρίνα καθώς τα χέρια τους καιγόταν. Ο χώρος μύριζε υπέροχα και μας γέμιζε με υποσχέσεις για αυτό που θα γευόμασταν καθώς θα τα βουτούσαμε στο γάλα, αμέσως μόλις επιστρέφαμε στο σπίτι αγνοώντας, επιδεικτικά για μια ακόμα φορά, την προειδοποίηση «μην τα φάτε ζεστά θα σας πονέσει η κοιλιά σας». Τελικά αυτή η κοιλιά δεν πονούσε με τίποτα, απλώς μόνο μεγάλωνε…

Από τον φούρνο αυτό, ξεκινούσε ένα στενάκι από αυτά που κάποτε ήταν λογικό να υπάρχουν αλλά όταν χτίστηκαν οι πολυκατοικίες μετατράπηκαν σε αγχωτικές μακρόστενες σήραγγες χωρίς οροφή… Θυμάμαι να περνάμε από εκεί και να προσπαθούμε να ξεμπερδέψουμε τις μυρωδιές και να μαντέψουμε τι μαγείρευε κάθε νοικοκυρά. Η μυρωδιά που μου έχει μείνει πιο έντονα στη μνήμη μου και μπορώ να την επαναφέρω ακόμα και αυτή την στιγμή, κλείνοντας τα μάτια, είναι αυτή της σουπιάς και του χταποδιού που μαγειρευόταν την Μεγάλη Παρασκευή και κάθε άλλο παρά ευχάριστη μου ήταν και μου είναι.

Καμιά φορά σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να μυρίζω και να δοκιμάζω και να βρίσκω τον δρόμο μου με κλειστά τα μάτια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου