Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Μια τυχαία συνάντηση στο σπίτι της ηλεκτρονικής αγελάδας



Επιστρέφοντας από την δουλειά, σταμάτησα για να αρμέξω την ηλεκτρονική αγελάδα. Εκτός από το γάλα τους, μου αρέσει και το παιχνίδι με τους αυτόματους πωλητές. Βγήκα από το αυτοκίνητο και ήταν σα να μπήκα σε έναν τεράστιο φούρνο θερμού αέρα. Έβραζε ο τόπος, πέντε η ώρα το απόγευμα, Ιούλη μήνα.

Στο κατάστημα δεν είχε κόσμο. Μόνο μια γιαγιά.  Φορούσε παλιομοδίτικο φόρεμα – ρόμπα με λουλουδάκια, κάλτσες για τους κιρσούς, που έφταναν ως το γόνατο, και παντόφλες που έκαναν τις πατούσες τους να μοιάζουν σαν φραντζολάκια που ξεχείλιζαν έξω από τις φόρμες του φούρναρη. Ήταν η μαμά μου, η γριά θεία μου, η γιαγιά μου, η γειτόνισσα. Όλες μαζί σε μια συσκευασία.

Πήγαινε και ερχόταν, με ανησυχία, κρατώντας ένα άδειο μπουκάλι. Τελικά ήλθε και με ρώτησε πώς μπορούσε να πάρει πίσω τα χρήματα με τα οποία είχε ταΐσει ένα μηχάνημα, πριν να δει την πινακίδα που έλεγε ότι το γάλα έχει τελειώσει. Επαναλάμβανε ότι δεν είχε δει την πινακίδα, σα να ήθελε να απολογηθεί ή να με πείσει για το δίκαιο του αιτήματος της. Πάτησα το κουμπί και το μηχάνημα έφτυσε από την ειδική τρύπα τα χρήματα με το οποίο κακώς το είχε ταΐσει η φίλη μου.

Χαμογέλασε, με ένα πλατύ, μάλλον απολογητικό χαμόγελο και μου είπε στα ποντιακά το αντίστοιχο του «you cant teach an old dog new tricks» που δυστυχώς δεν μπόρεσα να συγκρατήσω… Έτσι το λέγαν στο χωριό μου, είπε και εγώ μπήκα στο πειρασμό να την ρωτήσω ποιο ήταν το χωριό της. Χασομέρης ήμουν, μόνος στη πόλη, είχα τελειώσει και από τη δουλειά. Δεν το έκανα, όμως. Αντ’ αυτού την άκουσα να με ευχαριστεί με ειλικρίνεια και θέρμη, λες και είχα κάνει κάτι σημαντικό. Το έκανε με εκείνη την ευγένεια των απλών ανθρώπων που όταν θέλουν να σου πουν «ευχαριστώ», σου λένε «ευχαριστώ» και όταν θέλουν να σε βρίσουν, μια χαρά σε στέλνουν στον διάολο. Μου είπε ότι όλοι πρέπει να βοηθιόμαστε, όπως και εκείνη τώρα πια βοηθούσε την κόρη της που δεν τα έβγαζε πέρα. Όλοι πρέπει να βοηθιόμαστε, είπε δυο τρεις φορές σα να μην ήμουν εκεί.

Εκεί μέσα στην ζέστη και τα μηχανικά παιχνίδια της τεχνολογίας ξαναβρέθηκα στην γειτονιά που μετά βίας πρόλαβα μικρός. Το κατάστημα με τους αυτόματους πωλητές έγινε το μπακάλικο τους κυρ Αλέκου, ή το γαλατάδικο του κυρ Παναγιώτη κάτω από το πατρικό μου σπίτι στον Άγιο Δημήτριο. Η νέα μου φίλη σίγουρα τα είχε ζήσει όλα αυτά και ίσως σήμερα να βρήκε την χαμένη συνέχεια με τα χρόνια εκείνα. Ίσως πάλι όλα αυτά να ήταν μόνο μέσα στο δικό μου το μυαλό και να μην σήμαιναν τίποτα γι αυτήν.

Την αποχαιρέτησα και ευχήθηκα να την έχει ο Θεός καλά, που κατάφερε να με ταξιδέψει σε έναν κόσμο με ανθρώπους που νοιάζονταν ο ένας για τον άλλο. Ευχήθηκα να την έχει ο θεός καλά για να νιώθει ότι φροντίζει την κόρη της, όπως έκανε πάντα και όπως θα κάνει μέχρι το τέλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου