Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Κυριακή στο beach bar. Τι ωραία!



Κοίταξε, λέω σήμερα που είναι Κυριακή να μην καθίσουμε στην παραλία της δικιά μας. Να πάρουμε το αυτοκίνητο να πάμε σε κανένα beach bar παρακάτω, όπως κάνει όλος ο καλός ο κόσμος. Να βγάλουμε και εμείς ρε αδελφέ μια selfie με φόντο τον αριθμό της ομπρέλας τύπου Flintstone, που είναι και της μόδας.

Να ξεκινήσουμε νωρίς, όμως, έτσι ώστε να πέσουμε νωρίς στο μποτιλιάρισμα της Νικήτης. Να περάσουμε καμιά ωρίτσα κάτω από τον καυτό ήλιο, σταμάτα ξεκίνα. Να φάμε μισό ντεπόζιτο βενζίνη και να μαλώσουμε μεταξύ μας για το ποιος είχε την φαεινή ιδέα να φύγουμε από την θάλασσα που είναι μπροστά στην πόρτα μας και να ξενιτευτούμε.  Να παρατηρούμε τον ηλίθιο που πάει να προσπεράσει από δεξιά ή να βγει στο αντίθετο ρεύμα και όποιον πάρει ο χάρος. Να πιούμε όλα τα νερά δύο στροφές μετά το σπίτι και να ακούμε στο ραδιόφωνο ευτυχισμένους ραδιοφωνιτζήδες να μας λένε πόσο υπέροχο είναι που είναι καλοκαίρι και Κυριακή.

Να φτάσουμε κάποια στιγμή στο beach bar και να ψάχνουμε κανένα τέταρτο να βρούμε να παρκάρουμε, εν τόπω χλοερώ εν τόπω αναψύξεως το αυτοκίνητο μας, για να μην είναι σαν πυρακτωμένη γάστρα όταν θα ξαναμπούμε μέσα. Να το αφήσουμε σκαρφαλωμένο σαν το κατσίκι που προσπαθεί να βρει σκιά κάτω από ένα πουρνάρι, με το πουρνάρι να προσφέρει σκιά μόνο στον μπροστινό προφυλακτήρα και το δεξί φλας.

Να περάσουμε την πόρτα του beach bar και να αρχίσουμε να ψάχνουμε να βρούμε ομπρέλα. Για την ακρίβεια δύο ομπρέλες γιατί η μια δεν μπορεί να στεγάσει τετραμελή οικογένεια. Να έρχεται η κοπελίτσα με το χρώμα αφρικανού φύλαρχου και το καυτό σορτσάκια και να μας λέει «τέτοια ώρα που ήλθατε, δύσκολα». «Δεν το ξέραμε να ξυπνήσουμε στις έξι σα να πηγαίναμε για ψάρεμα, για να πιάσουμε την ομπρέλα σου, κοπελιά», να της λέμε εμείς και εκείνη να μην ακούει γιατί η μουσική παίζει σε απίστευτη ένταση. Να βρούμε τελικά δύο ομπρέλες στα ορεινά του beach bar και να καθίσουμε να ξαποστάσουμε. Να υπολογίζουμε πόση ώρα χρειαζόμαστε για να φτάσουμε στη θάλασσα, αφού παραστήσουμε τους αναστενάρηδες στην καυτή άμμο και να καταλάβουμε επιτέλους αυτό που διαβάζαμε στο γυμνάσιο για τους μυρίους  που αναφώνησαν «θάλαττα θάλαττα».

Να ξαπλώσουμε στην ξαπλώστρα για να χαλαρώσουμε και να υπολογίζουμε σε πόση ώρα θα μας «βρει» ο ήλιος και πώς θα γίνει να γυρίσουμε έτσι ώστε και ίσκιο να έχουμε και να μην πέσουμε επάνω στην Σούλα στην διπλανή ομπρέλα.

Να παραγγείλουμε στην αφρικανικού μαυρίσματος σερβιτόρα, που είχε την καλοσύνη να μας βρει τις ομπρέλες στα ορεινά, έναν καφέ και να μας φέρει ένα ξέπλυμα με τρεις χιλιάδες παγάκια και ένα καλαμάκι μπουρί, που είναι εντελώς άχρηστο αφού δεν υπάρχει υγρό στο πλαστικό ποτήρι για να ρουφήξεις. Να πληρώσουμε καφέδες, ομπρέλες και ξαπλώστρες σε τιμή που κανονικά θα μας επέτρεπε να τα πάρουμε μαζί φεύγοντας και τις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες και την αφρικανή. Απόδειξη δεν θα πάρουμε και άμα την ζητήσουμε θα σου έλθει μετά από μια ώρα απόδειξη αρχείου (κάτι σαν τα πλάνα αρχείου) κομμένη κάπου, κάπως, κάποτε.

Όλη αυτή την ώρα η μουσική θα δυναμώνει καθώς, κατά τη γνώμη τους, το κέφι και η αδρεναλίνη ανεβαίνουν και σε κάποια στιγμή τα άγνωστης προέλευσης ντούπου ντούπου θα αντικατασταθούν από Ελληνικά «λαϊκοσκυλοροκ» τσιχλοτραγουδάκια του συρμού.

Στην διπλανή ομπρέλα η Σούλα με την φίλη της θα βγάζουν αβέρτα selfie και θα μιλούν στο κινητό με τον Μήτσο που μάλλον βρίσκεται σε άλλο beach bar ή είναι ακόμα κολλημένος στη Νικήτη.

Κάποια στιγμή θα έλθει το μεσημέρι και η λύτρωση. Έχεις να διαλέξεις από το να φας κάτι πρόχειρο στο beach bar ή να φύγεις και να πας σε παρακείμενη ταβέρνα. Η απόφαση εύκολη και λογική. Πας ταβέρνα. Εκεί η ίδια διαδικασία για να βρεις να παρκάρεις το κατσίκι σου. Η ίδια διαδικασία για να βρεις τραπέζι. Κάποια στιγμή βρίσκεις ένα από το οποίο μόλις σηκώθηκαν οι προηγούμενοι. Εκλιπαρείς τον βιαστικό σερβιτόρο να τα μαζέψει και δοξάζεις την τύχη σου που βρήκες έστω και αυτό. Παραγγέλνεις και γεύεσαι προτηγανισμένα καλαμαράκια και πατάτες τηγανισμένα σε λάδι μηχανής που τηγανίζει συνεχώς από την προηγούμενη μέρα. Ψωμί παλαίωσης (συγνώμη κύριε αλλά Κυριακή δεν βγαίνει φρέσκο) και μπύρα χλιαρή σαν αυτή των Βρετανών στα Αστερίξ.

Τρως όπως όπως ενώ προσπαθείς να μη δίνεις σημασία στα παιδάκια των διπλανών που παίζουν κυνηγητό γύρω σου και το μωράκι που έχει βαλαντώσει στο κλάμα καθώς η μαμά του πίνει τα τσίπουρα της μαζί με την παρέα. Έρχεται η ώρα του λογαριασμού και ψάχνεις να βρεις αν τελικά μαγείρευε ο Λαζάρου μόνο για σένα και πόσα αστέρια Michelin έχει το κατάστημα. Όλες τις απορίες θα μπορούσε να σου τις λύσει ο χειρόγραφος λογαριασμός που δυστυχώς είναι γραμμένος σε γραμμική Β’ και δεν μπορεί να διαβαστεί. Η απόδειξη και εδώ απουσιάζει και έτσι φεύγεις με τα νεύρα κορδέλες.

Επιβιβάζεσαι του καυτού κατσικιού και παίρνεις τον δρόμο της επιστροφής. Ο ήλιος πέφτει και σε τυφλώνει, δυστυχώς όχι αρκετά για να μην βλέπεις το μποτιλιάρισμα της Νικήτης. Μια ώρα μετά έχεις περάσει και αυτή την πίστα ενώ όλοι κοιμούνται μέσα στο αυτοκίνητο και η φύσις ησυχάζει.

Φτάνεις στο σπίτι, κατεβαίνεις από το αυτοκίνητο, φιλάς το χώμα και αρχίζεις να τραγουδάς μαζί με τον Λουκιανό «θα κάτσω σπίτι, άμα με δεις στο δρόμο πέτα μου ένα αυγό».

Καλή Κυριακή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου