Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Ο κύριος Daubner


Ο κύριος Daubner έχει καβατζάρει για τα καλά τα ενενήντα. Τον ξέρουν όλοι στο κέντρο του Μονάχου, στους δρόμους πέριξ της Marienplatz, αλλά κανένας δεν φαίνεται να ξέρει το μικρό του όνομα. Σκέτο κύριος Daubner.

Μικροκαμωμένος, με κάτασπρα μαλλιά, που έχουν λίγο αραιώσει στην κορυφή. Σέρνει το βήμα του αλλά κάνει όλες τις δουλειές μόνος του. Παρ’όλες τις  παραινέσεις των παιδιών του, αρνείται πεισματικά να δεχτεί βοήθεια στο σπίτι. Μια κυρία που του είχαν βρει, για να τον φροντίζει, την έδιωξε από την πρώτη εβδομάδα.

Φοράει ένα παλιό καφέ κουστούμι με λεπτές ρίγες,  γιλέκο, άσπρο πουκάμισο με σκληρό κολάρο και γραβάτα.  Μένει μόνος του από τότε που η γυναίκα του η Rebecca συγχωρέθηκε πριν από δέκα χρόνια ακριβώς.

Πέμπτη σήμερα, και όπως συνηθίζει κάθε Πέμπτη, τα τελευταία δέκα χρόνια, πέρασε την πόρτα του Augustiner am Dom ακριβώς στις οκτώ το βράδυ. Τον υποδέχτηκε ο ίδιος σερβιτόρος που τον χαιρέτησε ανόρεχτα αλλά με σεβασμό και κοίταξε να βρει ένα ήσυχο μέρος να τον βολέψει. Ο καιρός είχε φτιάξει και έτσι τα ελεύθερα τραπέζια στο εσωτερικό του παλιού εστιατορίου ήταν αρκετά. Οι πελάτες, κυρίως τουρίστες, προτιμούσαν να κάθονται έξω. Τον βόλεψε δίπλα σε μια νεαρή Γιαπωνέζα που καθόταν μόνη της.

Ο κύριος Daubner την χαιρέτησε ευγενικά και της συστήθηκε, λες και είχαν ραντεβού. Μιλούσε καλά τα Αγγλικά αλλά και τα Γαλλικά. Μηχανικός με θητεία σε μεγάλη τεχνική εταιρεία με έργα σε όλο τον κόσμο. Άνθρωπος που του άρεζε να διαβάζει από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς μέχρι την Αγκάθα Κρίστη.

Η κοπελίτσα τον κοίταξε με περιέργεια και του συστήθηκε και αυτή παραξενεμένη. Φοιτήτρια που είχε έλθει με ένα πρόγραμμα ανταλλαγών για ένα μήνα στην Γερμανία. Αυτή ήταν η δεύτερη μέρα της στο Μόναχο.

Ο κύριος Daubner παρήγγειλε, όπως πάντα, πατατόσουπα για πρώτο πιάτο και ένα σνίτσελ από γαλοπούλα για κυρίως. Τα παράγγελνε από συνήθεια καθώς έτρωγε ελάχιστα.  Το φαγητό σήμερα δεν τον ενδιέφερε. Είχε βρει άνθρωπο να μιλήσει και αυτό τον χόρταινε περισσότερο και από το να έτρωγε ένα ολόκληρο κότσι, όπως έβλεπε να κάνουν οι τουρίστες γύρω του.

Η Γιαπωνεζούλα αποδείχθηκε καλή παρέα και ακόμα καλύτερο κοινό για τις ιστορίες του. Είχε ένα κάρο από δαύτες να της πει και εκείνη τον άκουγε με προσοχή. Της είπε λοιπόν για την Rebecca του, που ήταν Εβραία και είχαν γνωριστεί παιδία μέσα στον πόλεμο. Για τους αγώνες που έκανε πρώτα να την σώσει από τους συμπατριώτες του και ύστερα για να την επιβάλει ως σύντροφο του, στην παλιά και συντηρητική οικογένεια του. Της είπε για τα μέρη στα οποία ταξίδεψε και για τα έργα στα οποία δούλεψε. Της είπε ακόμα για τα παιδιά και τα εγγόνια του, που έβλεπε ελάχιστα.

Η Γιαπωνεζούλα άλλοτε γελούσε με τις σπαρταριστές ιστορίες του και άλλοτε δάκρυζε καθώς της διηγιόταν της ζωής το άδικο και την τρέλα των ανθρώπων. Η ώρα πέρασε και ήλθε η στιγμή να χωρίσουν. Το φαγητό του σχεδόν άθικτο. Επέμεινε να της κάνει το τραπέζι και εκείνη δέχτηκε, μετά από κάποιες αντιρρήσεις, σαστισμένη.

Ο κύριος Daubner καληνύχτισε, τη νέα του φίλη, σε τρεις γλώσσες και έσυρε το βήμα του μέχρι το μικρό του διαμέρισμα, με τα παλιά έπιπλα, που βρισκόταν δύο δρόμους πιο κάτω. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε ευτυχισμένος έχοντας κάνει τον απολογισμό της ζωής του. Εκείνο το βράδυ η Rebecca του ήλθε στον ύπνο του και τον πήρε από χέρι και συνέχισαν μαζί για πάντα.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου