Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

Ο τοίχος Jenga



-        -  Δεν πειράζει, ρε συ. Αυτοί θα χαλάνε και εμείς θα φτιάχνουμε.
Και δως του και έτριβε. Το είχε βάλει γινάτι. Εδώ και δέκα χρόνια, ξυπνούσε πρωί, πολύ πρωί, πριν να ξημερώσει και πήγαινε στο κολυμβητήριο για προπόνηση. Παιδάκι στο δημοτικό, ήταν και τώρα ολόκληρος άντρας, που τελειώνει το λύκειο. Οι άλλοι εκείνη την ώρα κοιμόντουσαν αλλά εκείνος δεν καταλάβαινε τίποτα. Το ήξερε ότι δεν ήταν ο Φέλπς, ούτε θα γινόταν ποτέ, αλλά ο τοίχος στο δωμάτιο του ήταν γεμάτος με μετάλλια, κρεμασμένα από μπλε - άσπρες κορδέλες.  
Τα τελευταία χρόνια, από τότε που φτιάχτηκε η νέα παραλία, έπαιρνε το ποδήλατο του, κατέβαινε μέχρι εκεί που ξεκινούσε το νερό και έφτανε στην πισίνα του σε πέντε λεπτά. Το σπίτι του, λίγο πιο πάνω από «του Βάσου τα κοτόπουλα». Ένιωθε ανεξάρτητος, άσε που γλύτωνε και το αγιάζι στην στάση. Το πρώτο λεωφορείο να αργεί και ο Βαρδάρης να ξυρίζει. 
Κάθε πρωί αντίκριζε μπροστά του τον ίδιο τοίχο με τα κομμάτια άσπρο μάρμαρο, τοποθετημένα ακανόνιστα σαν τουβλάκια Jenga. Κάτι τον μαγνήτιζε σε αυτόν. Μια μέρα είχε πει στην Ελένη ότι ήταν σαν την ζωή του. Άγραφο χαρτί, κάτασπρο, έτοιμο να το γεμίσει με όσα ήθελε και όσα έλπιζε να κάνει. Εκείνη γέλασε και του είπε ότι ήταν άσπρο σαν την λευκή κόλα που θα έδιναν στις εξετάσεις τον Ιούνιο.
Όταν τον είδε για πρώτη φορά γραμμένο, μουτζουρωμένο με κάτι ακαταλαβίστικα σημάδια, δεν πίστευε στα μάτια του. Ποιος είχε το θράσος να πάει να γράψει επάνω στο κάτασπρο μάρμαρο; Ποιος είχε το θράσος να πάει να λερώσει τον άσπρο άγραφο βιβλίο της ζωής του; Εκείνη τη μέρα δεν πήγε στην προπόνηση. Πήρε το ποδήλατο και οδήγησε κατά την αντίθετη κατεύθυνση. Έφτασε μέχρι το λιμάνι και ξανά πίσω. Μέχρι το λιμάνι και ξανά πίσω. Έκανε, πάνω κάτω, την διαδρομή σα να ήταν το κουλουάρ της πισίνας. Αδύνατο να ηρεμίσει. Πώς το έλεγε εκείνο το τραγούδι με τον Σαββόπουλο που άκουγε ο πατέρας του; Μπάτσος ο μπαμπάς, αλλά στα νιάτα του άκουγε Σαββόπουλο και του είχαν μείνει μερικά. «Μέσα μου έχω πράμα οργισμένο και βουβό. Θέλω να χορεύω και να κάνω εμετό». Έτσι ένιωθε. Ήθελε να ουρλιάξει, αλλά δεν μπορούσε.  Δεν θα το άφηνε έτσι. Το απόγευμα, μετά το σχολείο έψαξε στο ίντερνετ. Διάβασε για μια ομάδα που πάει και καθαρίζει τα σημεία της πόλης που λερώνουν οι βάνδαλοι. Τους έστειλε email. «Θέλω να μπω στην ομάδα. Προσφέρομαι να βοηθήσω. Ελάτε να καθαρίσουμε τον τοίχο μου». Του είπαν ότι δεν εκτελούν παραγγελίες αλλά τους μίλησε με τέτοιο πάθος και τέτοια θέρμη που τους έπεισε. 
Το ραντεβού δόθηκε την Κυριακή το πρωί. Ήλθαν καμιά δεκαριά άτομα. Αυτός ήταν ο μικρότερος. Γάντια λαστιχένια, βούρτσες, καθαριστικά, κουβάδες με νερό. Άρχισαν να τρίβουν. Έτριβε και αυτός με μανία. Δύσκολη δουλειά. Για να αφαιρέσεις έστω και μια μικρή γωνία από τη μουτζούρα έπρεπε να τρίβεις και να τρίβεις και πάλι κάτι έμενε. Δεν το έβαζε κάτω. Μαζί και όλοι οι άλλοι. Μέχρι το μεσημέρι ο τοίχος Jenga είχε σχεδόν καθαριστεί. Δεν ήταν ακριβώς όπως όταν είχε πρωτοφτιαχτεί, αλλά από μακριά έμοιαζε λευκός, χιονάτος. Δεν πειράζει, σκέφτηκε, και στο βιβλίο της ζωής μου, θα μένουν κάποιες μουτζουρίτσες, που δε θα θέλω να βλέπω, αλλά θα είναι εκεί. Ευχαρίστησε την ομάδα και τους κέρασε από το κέικ που είχε φτιάξει η μάνα του για την περίσταση. Υποσχέθηκε, τώρα που γνωρίστηκαν, να τους ακολουθεί όπου και να πηγαίνουν αν και βαθιά μέσα του ήξερε ότι έλεγε ψέματα. Ο τοίχος του τον ένοιαζε, όχι όλη η πόλη.
Οι μέρες περνούσαν και κάθε μέρα καλημέριζε τον τοίχο του όπως ξεκινούσε για την προπόνηση. Τον ένιωθε τώρα ακόμα πιο δικό του καθώς τον είχε σώσει από τις μουτζούρες. Σαν τον άνθρωπο που σώζει ένα πληγωμένο ζώο και δένεται μαζί του για πάντα. Περισσότερο όμως έπαιρνε δύναμη καθώς οι μέρες των πανελληνίων κοντοζύγωναν και έπρεπε να ισορροπήσει ανάμεσα στο άγραφο χαρτί της υπόλοιπης ζωής του και στην άγραφη κόλα των εξετάσεων, που μετά το σχόλιο της Ελένης είχε στοιχειώσει το μυαλό του.
Δέκα μέρες πριν να αρχίσουν οι εξετάσεις, τον είδε πάλι μουτζουρωμένο. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ποιος τόλμησε να κάνει ξανά κάτι τέτοιο. Και πάλι μουτζούρες, χωρίς νόημα. Μουτζούρες σαν αυτές εκείνος έκανε στα τετράδια του στις ατέλειωτες ώρες των παραδόσεων των μαθημάτων που πια τον άφηναν αδιάφορο. Ήταν έξι η ώρα το πρωί αλλά ήταν έτοιμος να αρχίσει να παίρνει τηλέφωνα στα μέλη «της ομάδας καθαριότητας». Όχι, δεν θα άφηνε κανέναν να λερώσει το μέλλον του. Σκεφτόταν φωναχτά και καταλάβαινε ότι παραλογιζόταν. 
Το ραντεβού και πάλι δόθηκε Κυριακή, παρά τις σφοδρότατες αντιρρήσεις των γονιών του που μιλούσαν για τον  γάμο του διαβάσματος που παρατούσε για τα πουρνάρια της καθαριότητας. Ξανά γάντια, ξανά βούρτσες, ξανά κουβάδες. Τώρα οι μουτζούρες καθαρίζονταν πιο δύσκολα και από την προηγούμενη φορά. Δίπλα στα σημάδια που δεν είχαν καταφέρει να καθαρίσουν, τότε, προσθέτονταν και τα σημάδια που δεν κατάφερναν να καθαρίσουν, τώρα. Η δύση του ηλίου έφερε ξανά την λύτρωση και έναν τοίχο Jenga σχεδόν κατάλευκο. Ευχαριστίες, υποσχέσεις και ευχές για τις εξετάσεις.
Γύρισε στο σπίτι αλλά ο τοίχος, του είχε γίνει έμμονη ιδέα. Και αν ξαναρχόντουσαν; Και αν το ξαναλέρωναν; Αυτό δεν θα το επέτρεπε. Έκλεινε τα μάτια του και έβλεπε σπρέι και καρικατούρες. Φόρεσε το μπουφάν του και βγήκε βιαστικά, χτυπώντας πίσω του την πόρτα. Κρατούσε στο χέρι του το υπηρεσιακό περίστροφο του πατέρα του. Εκείνος έλειπε στο χωριό και δεν θα το αναζητούσε. Περιφρούρηση. Δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να του λερώσει το μέλλον του. Κάθισε στην στάση και έκανε ότι περίμενε το λεωφορείο. Απρίλιος αλλά είχε κρύο ακόμη. Ξεπάγιασε. Άρχισε να κάνει βόλτες πάνω κάτω. Σαν να τον είχε στήσει η κοπέλα του στο ραντεβού. Το κινητό δονήθηκε και σφύριξε. Μήνυμα από τη μάνα του. «Pou eisai». «Βγήκα μια βόλτα. Κοιμήσου». Κάθισε πίσω από ένα θάμνο. Εκεί έκοβε και ο αέρας. Το ήξερε ότι ήταν τρελό. Δηλαδή τι θα έκανε; Θα έμενε εκεί για πάντα ή μήπως του είχαν κάνει συμβόλαιο ότι θα επιστρέψουν όταν θα ήταν εκεί αυτός; Τον πήρε ο ύπνος. Είχε διαβάσει κάποτε για κάποιους εξερευνητές στην Ανταρκτική που από το κρύο και την κούραση έπεφταν σε λήθαργο. 

Ξύπνησε από φωνές, βρισιές και μουσική που έπαιζε δυνατά. Τρεις τύποι με φαρδιά παντελόνια και μαύρα φούτερ με κουκούλες κάθονταν μπροστά στον τοίχο. Κάθονταν μπροστά στον τοίχο του. Ο ένας, ο πιο χοντρός, είχε περασμένη διαγώνια στο σώμα του μια τσάντα με κάτι σπρέι μέσα. Μιλούσαν δυνατά και γελούσαν. «Κοίτα ρε μαλάκα, μας τον καθάρισαν πάλι». Ο πιο κοντός, που έμοιαζε να είναι και ο πιο μεγάλος σε ηλικία, γέλασε δυνατά και άρχισε να ψάχνει την τσάντα. «Ο τύπος στο μαγαζί, μου είπε ότι αυτό δεν σβήνει με τίποτα. Διπλά λεφτά αλλά αξίζει». Χωρίς να σκεφτεί πολύ, πήρε το σπρέι και άρχισε να μουτζουρώνει τον τοίχο. Ένοιωσε το αίμα του να μη χωράει στις φλέβες του. Τα αυτιά του βούιζαν. Ήταν τρεις και ήταν ένας, αλλά δεν θα άφηνε να του μουτζουρώσουν το μέλλον. Το περίστροφο του βάραινε την τσέπη. Δεν είχε ρίξει ποτέ και μόνο μια φορά, μικρό, ο πατέρας του τον είχε αφήσει να το κρατήσει μέχρι που είχε έλθει η μητέρα του αλαλάζοντας να του το πάρει από τα χέρια. Είχε γίνε χοντρός καυγάς εκείνη την ημέρα. Από τότε δεν ξανατόλμησε ούτε να το κοιτάξει. Μέχρι σήμερα. Τώρα όμως το κρατούσε με τα δύο χέρια. Έβγαλε την ασφάλεια, όπως είχε δει να κάνουν στις αστυνομικές ταινίες και σημάδεψε. Η σφαίρα έφυγε με ένα δυνατό κρότο που έκανε τα αυτιά του να βουίζουν σαν κάποιος να τους είχε δώσει μια δυνατή σφαλιάρα. Το δυνατό τράνταγμα τον πέταξε κάτω. Κοιτούσε σαν υπνωτισμένος. 

Η σφαίρα είχε βρει το κοντό στο κεφάλι, όπως έγραψαν την άλλη μέρα οι δημοσιογράφοι και οι τοίχος βάφτηκε με το αίμα του. Στην τηλεόραση έδειξαν και φωτογραφίες με κοντινά πλάνα, καλώντας τα παιδιά να φύγουν από την τηλεόραση γιατί οι σκηνές είναι σκληρές. Η τύχη του πρωτάρη έλεγαν. Κάποιοι προσπάθησαν να τον συνδέσουν με περίεργες οργανώσεις. Η μάνα του και ο πατέρας τους κανονικά ζόμπι. Εκείνος δεν ένιωθε και δεν άκουγε τίποτα. Επαναλάμβανε συνέχεια «δε θα μου λερώσει κανείς το βιβλίο της ζωής μου. Θα το γράψω όπως και όταν θέλω εγώ», και δεν άκουσαν ξανά τίποτα άλλο από αυτόν.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου