Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Τα αυτία που βούιζαν.



Καθόταν σαστισμένη και φοβισμένη. Τα αυτιά της βούιζαν από τον φοβερό κρότο. Δεν ξεχώριζε ήχους. Ένα βουητό μόνο και κραυγές. Άνθρωποι έτρεχαν προς κάθε κατεύθυνση. Κάποιοι ήταν πεσμένοι κάτω. Στα χέρια στο πρόσωπο στα ρούχα, είχε αίματα. Ήταν δικά της; Αιμορραγούσε ή είχε πιτσιλισθεί. Όπως ήταν καθισμένη στα κρύα μάρμαρα, έκρυψε το κεφάλι της ανάμεσα στα πόδια. Σαν να προσπαθούσε να κρυφτεί μέσα στον ίδιο της τον εαυτό. Να πιάνει όσο γίνεται λιγότερο χώρο. Να εξαφανιστεί. Να πάει κάπου αλλού. Μακάρι να ήταν κάπου αλλού τώρα. Οπουδήποτε. Πριν από πέντε λεπτά αγχωνόταν για την εξέταση στο μάθημα της κυρίας  Marie Therese Chandeloix. Την μισούσε αυτή την γυναίκα, τώρα όμως θα έδινε τα πάντα να βρίσκεται μπροστά της, και ας μην ήξερε να απαντήσει στις ερωτήσεις που έκανε με εκείνο τον εκνευριστικό τόνο που συνδύαζε αυστηρότητα και σαρκασμό. Θα έδινε τα πάντα να βρίσκεται οπουδήποτε αλλού εκτός από εκεί που ήταν τώρα.

Πάντα πίστευε ότι τα κακά πράγματα συμβαίνουν στους άλλους. Λίγα λεπτά πριν, έτρεχε να προλάβει το μετρό και το μόνο που είχε στο μυαλό της ήταν οι εξετάσεις της. Τώρα αυτές έμοιαζαν μακρινές και ασήμαντες. Είχε δει στις ειδήσεις τις εικόνες από την επίθεση στο Παρίσι. Στενοχωρήθηκε για λίγο, έβαλε και την τρικολόρ στο προφίλ της στο facebook αλλά η ζωή συνεχίστηκε. Ήταν μακριά το θέμα δεν την αφορούσε. Είχε ακούσει για πρόσφυγες που φτάναν κατά χιλιάδες στην Ελλάδα. Είχε μάθει ότι πολλοί δεν τα κατάφερναν. Μικρά παιδιά λέει, πνιγόντουσαν στα κρύα νερά του Αιγαίου. Το Αιγαίο είναι δίπλα στην Σαντορίνη, εκεί που πριν από δύο καλοκαίρια είχε κάνει τις καλύτερες διακοπές της ζωής της λίγο πριν χωρίσει με τον Jean. Ας πρόσεχαν. Δεν τους κάλεσε κανένας να έλθουν στην Ευρώπη. Ένιωθε ότι ούτε αυτό την αφορούσε. Ας τα έβρισκαν με τους Έλληνες. Πολύ τους ανεχτήκαμε και αυτούς. Ευτυχώς τώρα κλείσανε τα σύνορα και έτσι δεν θα έχουμε πολλά πολλά με τους βρομιάρηδες. Θα είμαστε ασφαλείς. Την έπιασε ένα γέλιο υστερικό. Γελούσε και τρανταζόταν ολόκληρη χωρίς να μπορεί να σταματήσει. Γελούσε και πονούσε όλο της το σώμα.

Λίγα μέτρα πιο πέρα ένας άνθρωπος ούρλιαζε κοιτώντας με τρόμο τα ματωμένα πόδια του. Ένα κοριτσάκι στεκόταν όρθιο ακίνητο και φώναζε την μαμά του. Στα χέρια του κρατούσε την κούκλα του. Σκόνες και καπνοί παντού. Τα περισσότερα φώτα είχαν σβήσει, καλώδια κρέμονταν από την μισοκατεστραμμένη οροφή. Το κατάστημα που έπαιρνε την βάφλα της, κάθε πρωί, ήταν τώρα χαλάσματα. Τι να είχε γίνει άραγε η ευγενική χοντρούλα με τα κόκκινα μάγουλα που την εξυπηρετούσε; Σκέφτηκε ότι ποτέ δεν είχε ρωτήσει το όνομα της και τώρα μετάνιωνε γι αυτό.

Άραγε τι είχε γίνει παραέξω; Γιατί δεν ερχόταν κάποιος να την βοηθήσει; Πόση ώρα είχε περάσει; Ήταν δικά της τα αίματα; Είχε, αυτό σημασία; Έκρυψε ακόμα πιο βαθιά το κεφάλι της ανάμεσα στα πόδια της. Τα αυτιά της βούιζαν…




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου