Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Νομίζαμε...



Νομίζαμε ότι η δικιά μας η γενιά θα την σκαπουλάριζε. Θα την έβγαζε δίχως κατοχή και πείνα, χωρίς ρετσίνα, που έλεγε και το τραγούδι.

Ήμασταν απροετοίμαστοι για όσα ήλθαν. Είχαμε καλομάθει να πηγαίνουμε από το καλό στο καλύτερο. Είχαμε πιστέψει ότι τα κακά που μας αντιστοιχούσαν τα είχαν ζήσει οι γονείς και οι παππούδες μας. Περάσαμε χρόνια ζώντας στο ροζ σύννεφο μας.

Μετά ήλθαν τα μνημόνια. Να βροχές, να χαλάζια να κεραυνοί, πάει η φωλιά, παν τα κοτσιφόπουλα, παν όλα. Είδαμε τη ζωή μας να αλλάζει. Το βιός μας να εξανεμίζεται. Η περίφημη εθνική υπερηφάνεια μας, να καταρρακώνεται.

Δεν το πολυψάξαμε. Οι άλλοι φταίγανε. Να δούμε πώς θα τους μπερδέψουμε, εμείς να μην αλλάξουμε τίποτα, και να την σκαπουλάρουμε. Δεν θα μας αλλάξουν αυτοί. Είμαστε ο περιούσιος λαός. Ζούμε στην ομορφότερη χώρα του κόσμου. Μας φθονούν και μας εχθρεύονται και θέλουν να μας πάρουν τα προικιά μας. Όλοι συνωμοτούν εναντίον μας και όλος ο κόσμος γυρίζει γύρω από εμάς.    

Το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη. Μας βρήκαν ζαλισμένους κάτι κωλόπαιδα απατεωνίσκοι σαλτιμπάγκοι της γειτονιάς και τους δώσαμε τα κλειδιά του σπιτιού μας. Ψέμα στο ψέμα, δεν μας πήρε πολύ να τους καταλάβουμε. Αυτοί, πάλι, δεν πτοούνται. Συνεχίζουν τα ίδια, βουτώντας κάθε τόσο το δαχτυλάκι τους στο μέλι που ικανοποιεί τα μικροαστικά τους όνειρα. Μια θέση στο δημόσιο, επαναστατική αερολογία στο καφενέ και άσε τον κόσμο γύρω να καίγεται.

Έχουμε και ένα συνεταιρισμό με κάτι μακρινούς γείτονες. Για λόγους δικούς μας, πιστεύαμε πάντα ότι είναι σόι μας. Τους είχαμε μια ζωή στην τράκα και νομίζαμε ότι δεν καταλάβαιναν. Έλα όμως που μας την είχαν στημένη και μας φυλούσαν το καλύτερο για το τέλος. Μας βρήκαν λοιπόν ακέφαλους, με τους σαλτιμπάγκους που λέγαμε στο τιμόνι και μας έχουν μουρλάνει στη σφαλιάρα. Θα γίνετε εσείς η αποθήκη που θα στοιβάξουμε μέσα όποιους δεν θέλουμε να μας χαλάσουν τη μόστρα στο σπίτι μας. Συμφώνησαν και οι δικοί μας, μόνο που ντρέπονταν να μας το πουν, και έτσι γύρισαν πίσω σαν τον μαθητή που πήρε κακό βαθμό στο διαγώνισμα και φτιάχνει μια ψεύτικη ιστορία που θα πει στους γονείς του για να τους αποκοιμίσει.

Έτσι τώρα πρέπει να μάθουμε πώς θα γίνει να παντρέψουμε την δικιά μας φτώχεια και μιζέρια με αυτή τον ανθρώπων που ήλθαν από μακριά και που οι συνεταίροι μας αποφάσισαν να τους φυλακίσουν στο δικό μας σπίτι. Πληρώνουμε το βαρύ τίμημα που πληρώνει όποιος αποφασίζει να δώσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου του  σε έναν τυφλό, που δεν ξέρει να οδηγεί, αλλά λέει ότι θα το κάνει καλύτερα από τον καθένα. Έγκλημα και τιμωρία.

Πρέπει επιτέλους να συμφιλιωθώ με την ιδέα ότι δεν με λένε πια Σταύρο και κυρ Σταύρο και αφέντη τσουτσουλομύτη. Μόνο Σταύρο θα με λένε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου