Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία



Περπατούσαν για μέρες. Είχε χάσει το μέτρημα. Σκεφτόταν να τραβάει γραμμούλες, όπως είχε δει να κάνουν σε μια ταινία, αλλά δεν είχε χαρτί, δεν είχε ούτε μολύβι. Τώρα ήταν καλά. Είχε βρει κάτι παπούτσια σχεδόν καινούργια και της έκαναν σα να τα είχε κάνει παραγγελία. Ήταν αγορίστικα βέβαια, αλλά αυτό δεν την πείραζε.  Οι κάλτσες έμεναν στεγνές όταν έβρεχε. Κρατούσε το χέρι του μπαμπά της και αυτό την γέμιζε σιγουριά. Ακόμα και όταν εκείνος, καμιά φορά παραπατούσε, παρέμενε το στήριγμα της. Όσο κρατούσε το χέρι του, δεν την φόβιζε τίποτα.

Περπατούσαν. Περπατούσαν από το νωρίς το πρωί, μέχρι που έπεφτε το σκοτάδι. Δεν ήξερε πού βρίσκονταν ακριβώς. Και να μπορούσε να διαβάσει αυτά τα περίεργα γράμματα. Από την άλλη και να τα διάβαζε, δεν θα της έλεγαν τίποτα. Την Ευρώπη την διδάσκονται στην τρίτη τάξη στο σχολείο και εκείνη σταμάτησε ξαφνικά στην δευτέρα… Θυμήθηκε που γκρίνιαζε όταν την ξυπνούσε η μητέρα της για να πάει στο σχολείο. Η μανούλα της δεν τα είχε καταφέρει να μείνει στην επιφάνεια όταν βυθίστηκε η βάρκα τους. Εκείνη είχε γραπωθεί από τον λαιμό του μπαμπά της, όπως έκανε τα καλοκαίρια που πήγαιναν διακοπές στη θάλασσα, και έτσι κατάφεραν να βγουν στην στεριά. Συχνά πυκνά την έπιανε το παράπονο και έκανε βουβούς όρκους μέσα στο κλάμα της ότι θα ξυπνούσε αμέσως και θα πήγαινε στο σχολείο χωρίς διαμαρτυρίες, αν όλα γινόταν όπως πριν.

Σήμερα είχαν ξεκινήσει νωρίτερα  από τις άλλες μέρες. Δεν ήξερε γιατί. Εκείνη ακολουθούσε τους μεγάλους. Είχε κρύο και υγρασία. Η πυκνή ομίχλη βαφόταν κίτρινη από τα φώτα του δρόμου. Άκουσε τους ήχους μια καμπάνας. Οι Χριστιανοί γιόρταζαν τα Χριστούγεννα. Στον τόπο της δεν τα γιόρταζαν αλλά είχε ακούσει πολλά γι αυτά. Πλησίαζαν στο χωριό. Από μακριά έβλεπε να ξεπροβάλουν μέσα από την ομίχλη ανθρώπινες φιγούρες. Γονείς που κρατούσαν από το χέρι τα παιδιά τους με τον ίδιο τρόπο που ο μπαμπάς της κρατούσε τώρα το δικό της. Εκείνοι όμως φορούσαν τα καλά τους, ήταν καθαροί και μύριζαν ωραία. Τα παιδιά είχαν το χαμένο βλέμμα του ανθρώπου που τον σήκωσες από το κρεβάτι μέσα στη νύχτα. Κάποια κρατούσαν στα χέρια τους τα νέα τους παιχνίδια. Πήγαιναν στην εκκλησία τους. Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν. Ένα κοριτσάκι κοντοστάθηκε. Σταμάτησαν και οι γονείς του. Την κοίταξε και κάτι είπε σε μια γλώσσα που δεν κατάλαβε. Της χαμογέλασε και της έτεινε το χέρι με την κούκλα που κρατούσε. Οι γονείς της κάτι πήγαν να πουν αλλά τελικά το μετάνιωσαν. Δεν ήξερε τι να κάνει. Γύρισε και κοίταξε τον μπαμπά της. Πάρτην και πες ευχαριστώ, της είπε. Όλοι χαμογελούσαν. Χωρίς να το σκεφτεί πολύ έκανε μεταβολή και με αποφασιστικότητα δυσανάλογη προς το μπόι της ακολούθησε τη νέα της φίλη. Μαζί και ο μπαμπάς της. Μαζί και όλοι οι άλλοι. Χωρίς να πουν κουβέντα. Σαν υπνωτισμένοι.
Και όλοι παν στην εκκλησιά, τον Χριστό να προσκυνήσουν, κι όλοι παν στην εκκλησιά λάμπει απόψε η Παναγιά.
Οι εκκλησία ήταν φωτεινή και ζεστή. Εκείνο το ξημέρωμα ο καθένας προσευχήθηκε στον δικό του Θεό, ελπίζοντας να τον ακούσει. Για λίγο η μανούλα της ήταν και πάλι μαζί τους και την βοηθούσε να χτενίσουν τα μαλλιά της νέας της κούκλας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου