Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Άλλα χρόνια



Καθόταν και την κοιτούσε που έστελνε μηνύματα με το κινητό. Είχε ανοίξει 2-3 παράθυρα και πληκτρολογούσε μανισμένα. Οι αντίχειρες είχαν πάρει φωτιά καθώς χτυπούσαν με πάθος την γυάλινη οθόνη.

Ξέρεις, εμείς επικοινωνούσαμε διαφορετικά στην ηλικία σου. Το είπε και ένιωσε εκατό χρόνων. Δεν είχαμε virtual ομάδες και user groups. Κάτι παρέες είχαμε και «αλητεύαμε» όλη την μέρα και ας μην ήμασταν αλήτες.

Θυμάμαι που ξεκινούσαμε το πρωί με τα ποδήλατα και πηγαίναμε σε ένα ρέμα λίγο πιο κάτω από το σπίτι, για να κόψουμε καλάμια. Κουβαλούσαμε κάτι σουγιαδάκια και καθαρίζαμε τα φύλλα για να φτιάξουμε κοντάρια. Με αυτά λογχίζαμε τις συκιές για να ρίξουν τα σύκα που ήταν στα πιο ψηλά κλαδιά. Δον Κιχώτηδες σε συσκευασία πόκετ. Όταν τελείωναν τα ώριμα, ξεπέφταμε στα πιο άγουρα, που έβγαζαν ένα γάλα που έκανε τα χέρια να μας φαγουρίζουν. Κάτι σαν farm vile παιδί μου, για να σου δώσω να καταλάβεις…

Ψάχναμε και βρίσκαμε ξύλα για να κάνουμε σπαθιά. Τα πιο καλά ήταν αυτά των τελάρων από τα ροδάκινα, που είχαν έτοιμα κομμάτια σαν λόγχες. Τα καρφώναμε σε σχήμα σταυρού, με καρφιά που ζητιανεύαμε από τον μαραγκό. Το σφυρί αντικαθιστούσε μια πέτρα. Τα φορούσαμε στις ζώνες και ξιφομαχούσαμε  σαν ιππότες του μεσαίωνα, που αντί για άλογα είχαν ποδήλατα με «κόντρα» για πίσω φρένο, που έκανα «κωλιές» όταν φρενάριζαν. Έκαναν και φασαρία, σαν μηχανάκια, με χαρτόνια από τα πακέτα των τσιγάρων του μπαμπά, που στερεώναμε με τα ξύλινα μανταλάκια, που κλέβαμε από τη μαμά, επάνω στις ακτίνες της πίσω ρόδας του ποδηλάτου. Τις ακτίνες «στολίζαμε» και με πολύχρωμα στρογγυλά αλουμινένια από τις τσίχλες-κέρμα. Κάγκουρες παλαιάς κοπής.  

Μαζευόμασταν σε ομάδες και παίζαμε πετροπόλεμο, με χαλίκια, εναντίον των παιδιών του διπλανού συγκροτήματος. Καμιά φορά άνοιγε και κανένα κεφάλι, αλλά ο πραγματικός κίνδυνος ήταν οι μανάδες που επενέβαιναν και αποκαθιστούσαν την τάξη.

Μια φορά στο τόσο, κλέβαμε καρπούζια από τα μποστάνια. Τότε ήταν άλλη ράτσα. Στρόγγυλα σαν μπάλες, σκούρα πράσινα. Κόβαμε τα «καπελάκια» από πάνω. Με ένα κουτάλι, τα κουφώναμε, τρώγοντας παράλληλα την ζουμερή κόκκινη σάρκα τους. Στη συνέχεια ανοίγαμε τετράγωνα παραθυράκια, στην περίμετρο. Σαν αυτά που κάνουν οι άλλοι στις κολοκύθες στο Halloween. Πηγαίναμε στην εκκλησία και παίρναμε κεριά (αυτά τα αγοράζαμε) και φτιάχναμε φαναράκια. Το βράδυ τα κρεμούσαμε στην πυλωτή και κάναμε «ατμόσφαιρα» για τα πρώτα μπλουζ με τα κορίτσια. A casa di Irene, σε κασετόφωνα, που μασούσαν τις κασέτες που μας είχαν προμηθεύσει τα μεγάλα αδέλφια.


Αντίδραση καμία. Δεν άκουσε ούτε λέξη από το παλαιολιθικό παραλήρημα. Ευτυχώς! Μη μας πάρουν και για γέρους…




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου