Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Η πρώτη βροχή του φθνιποπώρου



Ξυπνάς μέσα στη νύχτα από κάποιον δυνατό θόρυβο. Ήταν κεραυνός; Δεν ξέρεις … κοιμόσουν. Κάτι σε ξύπνησε όμως. Αφουγκράζεσαι για να ακούσεις τα σημεία ελέγχου που χωρίς να το ξέρεις έχει βάλει το μυαλό. Ο ήχος του γκονγκ που κάνουν οι μεγάλες σταγόνες της βροχής καθώς πέφτουν με δύναμη στην κουπαστή, στα κάγκελα του μπαλκονιού. Τα λάστιχα των αυτοκινήτων που σχίζουν τα νερά που έχουν μαζευτεί  επάνω στο οδόστρωμα. Το αυτί και το μυαλό είναι εκπαιδευμένα.  Από τον ήχο αυτό, μπορείς να καταλάβεις αν έχει βρέξει πολύ, πόσο τρέχει το αυτοκίνητο και τι μέγεθος έχει.

Στριφογυρίζεις στο κρεβάτι. Έφυγε ο ύπνος. Τι τις θέλεις τις σκέψεις; Μια διαπίστωση, βρέχει-δεν βρέχει και ξανά κλείσε τα μάτια. Τώρα δεν έχεις άλλη επιλογή. Πρέπει να σηκωθείς. Ανοίγεις τα παντζούρια. Η διαφορά θερμοκρασίας μέσα – έξω είναι εμφανής. Το εσωτερικό του σπιτιού αργεί να καταλάβει τις αλλαγές. Ένα δροσερό αεράκι σε ξυπνάει, ακόμα περισσότερο, και σου φρεσκάρει τις αισθήσεις. Ανατριχιάζεις. Αναζητάς το μπλουζάκι που δυο μέρες πιο πριν σου έπεφτε βαρύ. Κοιτάς έξω από το παράθυρο. Όντως έχει βρέξει. Βλέπεις την λακκούβα του δρόμου που έχει γεμίσει νερό. Σταγόνες πέφτουν ακόμα και ταράζουν την ήρεμη επιφάνεια δημιουργώντας ομόκεντρους κύκλους. Ένα αυτοκίνητο ταράζει ακόμα περισσότερο την ηρεμία περνώντας μέσα από τη λακκούβα, πιτσιλώντας γύρω γύρω, σαν πιτσιρίκι που φοράει τις πολύχρωμές γαλότσες του και πηδάει μέσα στο νερό προκαλώντας την οργή της μητέρας του. Τα φώτα, αναγκαστικά αναμμένα τέτοια πρωινή ώρα, αντανακλούνται στο βρεμένο οδόστρωμα.

Σέρνεις τα πόδια σου μέχρι την κουζίνα. Τι καφέ να φτιάξεις σήμερα. Ξαφνικά, τα πέντε παγάκια που έβγαζες μέσα στον φραπέ, δεν φαίνονται τόσο θελκτικά. Ούτε καν ο ίδιος ο καφές δεν σε τραβάει. Να αρχίσεις τα φίλτρα ή είναι νωρίς. Τι θα πει νωρίς; Κάνε τον καφέ που ζητάει η στιγμή. Νιώθεις σαν αμυγδαλιά από την ανάποδη. Βιάζεσαι να φέρεις τον χειμώνα. Έχει και αυτός την χάρη του, θα πει η «κυρά καλή» που κρύβεις μέσα στο κεφάλι σου.  Παιδικά παραμύθια και μνήμες από την μελαγχολία του Σεπτέμβρη. Όχι αυτήν που τραγουδούσαν εκείνα τα γιεγιέδικα συγκροτήματα των 60ς και 70ς, αλλά αυτή που σου ερχόταν όταν ήσουν παιδί και έπρεπε να ξαναρχίσεις το σχολείο. Κουδούνι, νέα τσάντα, βιβλία και έκθεση «τα πρωτοβρόχια». Τώρα μεγάλωσες και όλες οι εποχές, λίγο πολύ, μοιάζουν μεταξύ τους. Ίσως και να μην σε ενδιαφέρει πια. Έχεις μπει μέσα στην δίνη των καθημερινών προβλημάτων και υποχρεώσεων και ξεχνάς να βγάλεις το κεφάλι να δεις τι γίνεται γύρω σου. Ακόμα και αν το κάνεις, οι αισθήσεις σου φαίνεται σταδιακά να νεκρώνουν αδυνατώντας να πιάσουν  τις μικρές και μεγάλες αλλαγές που συντελούνται γύρω σου, αν αυτές δεν επηρεάζουν αυτά που πλέον θεωρείς σημαντικά. Σα να σου έχουν βάλει την ένεση του οδοντίατρου που σε κάνει να μην πονάς, όταν εκείνος τροχίζει τα δόντια σου, αλλά νεκρώνει όλο σου το σαγόνι.

Σε λίγο θα βγεις έξω και το μυαλό σου παίζει όμορφα παιχνίδια. Είσαι πάλι δέκα χρονών και φοράς χοντρή καρό μουσαμαδιά με την κουκούλα πάνω από κεφάλι, για να πας στο σχολείο. Η τσάντα είναι στην πλάτη και εσύ ακούς την βροχή να πέφτει στον χοντρό μουσαμά, που προστατεύει το κεφάλι σου, και παλεύεις με τον κανόνα που θέλει τα «καλά παιδία» να μην πηδάνε μέσα στις λακούβες με το νερό της βροχής.

Καλημέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου