Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Απόψε φθινοπώριασε



Δεν κάνει ζέστη πια τα βράδια. Δεν αγανακτείς όταν πας για ύπνο. Αν καθίσεις λίγο περισσότερο στο μπαλκόνι, μπορεί να θελήσεις ζακέτα. Απόψε φθινοπώριασε και το όνειρο ξεθώριασε. Πάντα τέτοια εποχή ο Μητσιάς ηχεί στα αυτιά μου και ας ακούγονται όλο και πιο σπάνια τέτοια τραγούδια.

Ένα δροσερό αεράκι φυσάει. Φρεσκάρει το μυαλό και το σώμα. Ένα φορτηγό περνάει βιαστικό. Από το ανοιχτό παράθυρο βλέπω τον οδηγό. Κουρασμένος κάνει κουράγιο για το τελευταίο δρομολόγιο, να παραδώσει και να πάει σπίτι. Μιλάει στο κινητό και ακούει Κιάμο. Δύσκολο το μεροκάματο αλλά και σπάνιο. Δεν το αφήνεις εύκολα.

Μια κοπέλα με μαύρο κολάν, φουξ φανελάκι και σακίδιο, σίγουρα επιστρέφει από το γυμναστήριο. Φοράει τα ακουστικά του κινητού και έχει περπατάει βιαστικά. Από πίσω και ένα παλικάρι βία είκοσι χρονών. Φοράει και αυτός ακουστικά και σακίδιο. Το δικό του έχει μέσα διαφημιστικά φυλλάδια. Με ζωντάνια  ασυμβίβαστη με το έργο που εκτελεί, πηγαίνει από πόρτα σε πόρτα, ίδια μελισσούλα της άνοιξης, και αφήνει από μια καλή «χεριά». Οι πινακίδες «δεν δεχόμαστε διαφημιστικά» δεν φαίνεται να τον πτοούν.  Τον βλέπω να απομακρύνεται.

Ένα μηχανάκι μπαίνει κόντρα στον μονόδρομο. Ο οδηγός οδηγεί με το ένα χέρι, και μιλάει δυνατά στο κινητό, που κρατά με το άλλο. Σκέφτομαι ότι η ερυθρόλευκη στρόγγυλη πινακίδα, σίγουρα κάπου γράφει «εξαιρούνται οι ντελιβεράδες» και εμείς οι άλλοι δεν το βλέπουμε. Ο πελάτης θα φάει ζεστή την πίτσα.

Το γνωστό ζευγάρι των ρακοσυλλεκτών σπρώχνει ένα καρότσι παιδικό, που πλέον κουβαλάει χαρτόνια, και κάθε τόσο σταματάει και τσεκάρει βαριεστημένα τους μπλε κάδους.  Εκείνη κρατάει μια μεταλλική βέργα και λογχίζει το περιεχόμενο του γιγαντιαίου κουμπαρά που ελπίζει να κρύβει τον επόμενο θησαυρό.

Το φροντιστήριο σχόλασε. Μαθητές της τρίτης λυκείου, ίδια ζόμπι, περπατούν σαν υπνωτισμένοι … και είναι ακόμα Σεπτέμβριος. Γονείς μέσα σε διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα, με αλάρμ αναμένα, περιμένουν. Ένα ζευγαράκι σμίγει και φιλιέται με πάθος. Τους βλέπω να απομακρύνονται με αργό βήμα αγκαλιασμένοι. Όσο έχω εσένα…

Ο παππούς που μένει στο δεύτερο, κατεβάζει τα σκουπίδια. Φοράει το παντελόνι της πιτζάμας και άσπρο φανελάκι. Κρατάει μια σακούλα του σούπερ μάρκετ που κάθε τόσο στάζει από τις φλούδες του καρπουζιού που έχει μέσα. Την δουλειά αυτή την έκανε η γιαγιά μέχρι πριν ένα χρόνο. Όχι πλέον… Ευτυχώς έχει τα παιδιά που τον φροντίζουν.
Η γειτονιά είναι ήσυχη, αλλά την ησυχία σπάει το αστικό που περνάει. Ο οδηγός τους φαίνεται να βιάζεται. Το λεωφορείο είναι διπλό και όπως το βλέπω από πάνω να τρέχει μου θυμίζει την «σκουλικαντέρα» στο λούνα παρκ. Έχει φώτα αναμμένα και λιγοστούς επιβάτες. Κάθονται ένας ένας και κοιτούν έξω από το παράθυρο. Το φως είναι αρρωστιάρικο και η σκηνή αποπνέει απίστευτη μιζέρια.

Κάπου μακριά ακούγεται μια τηλεόραση. Κάνουν ζάπιγκ. Μπάσκετ, ειδήσεις, διαφημίσεις, κάτι στα ξένα και πάλι μπάσκετ. Σηκώνω το κεφάλι και βλέπω το φεγγάρι. Μικρό και χωρίς ιδιαίτερη λάμψη. Καμία σχέση με την πανσέληνο με την οποία παραληρούσαμε μερικές εβδομάδες πριν. Το καλοκαίρι πάντα αργεί να έλθει αλλά όταν τελειώνει, τελειώνει απότομα.

Μπαίνω μέσα. Σήμερα θα κοιμηθούμε με κλειστά παράθυρα. Sorry κουνουπάκια…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου