Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

Πρωί πρωί, περπατάω το πρωί στην γειτονιά μου


Περπατάω το πρωί στην γειτονιά μου. Θερμοκρασία και υγρασία σε τέλεια αρμονία με το σώμα. Νιώθεις σα να επιπλέεις επάνω σε μια ήρεμη θάλασσα κοιτώντας προς τον ήλιο με κλειστά τα μάτια. Εκείνος πάλι λάμπει και κάνει περίεργα παιχνίδια με τις τζαμαρίες των σπιτιών που ανοίγουν καθώς οι ένοικοι τους ξυπνούν. Σκέφτομαι εκείνο τον στοίχο του τραγουδιού για την τζαμαρία που έλαμπε στο ήλιο, την κατέβαζες με μια πέτρα και γέλαγε η Μαρία, η Μαρία… 

 
Είναι ωραία αυτή η ώρα. Ένα ζευγάρι εκεί γύρω στα εξήντα έχουν φορέσει τις φόρμες τους και περπατούν με βήμα ταχύ, χωρίς να μιλούν. Κάπως σα να ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο. Έχω παρατηρήσει ότι φόρμες, για ένα απλό περπάτημα, φορούν αυτοί που τους το έχει συστήσει ή επιβάλει ο γιατρός…

Μια γιαγιά περπατάει και αυτή βιαστικά και λίγο σαν σπασμένη καρέκλα. Κάποιο πρόβλημα στο σκελετό της, που έχει βαρύνει από τα χρόνια, δίνει αυτό το περίεργο μισοαστείο λίκνισμα που αν το παρατηρήσεις ώρα σε πιάνει ναυτία. Βάζω με το μυαλό μου ότι βιάζεται να προλάβει να πάει στο σπίτι των παιδιών της για να κρατήσει το εγγονάκι της όσο εκείνα θα είναι στη δουλειά. 

Δύο νεαροί περιμένουν στην στάση. Ο ένας παίζει με το κινητό του, ενώ ο άλλος έχει εκείνη την όψη της δυστυχίας του ανθρώπου που μόλις ξύπνησε και έφυγε από το σπίτι τρέχοντας. Κοινό στοιχείο τα ακουστικά, με το άσπρο κορδόνι, που κρέμονται από τα αυτιά. Ομφάλιος λώρος κανονικός που συνδέει το σώμα με το κινητό τηλέφωνο.

Ένας τεράστιος τύπος εκεί γύρω στα σαράντα έχει βγάλει βόλτα ένα μικροσκοπικό σκυλάκι. Φοράει κυριολεκτικά ότι βρήκε μπροστά του ενώ κομμάτια της πληθωρικής σάρκας του ξεπροβάλουν κάτω από τα ρούχα καθώς κινείται βαριανασαίνοντας. Το σκυλάκι, στον κόσμο του, περπατάει με εκείνα τα μικροσκοπικά εξαιρετικά γρήγορα επαναλαμβανόμενα βηματάκια που σε κάνουν να ακούς ένα συνεχόμενο «τικ τικ τικ» ακόμα και αν είσαι μακριά για να ακούσεις. Σταματάει με κάθε ευκαιρία κάνοντας τον συνοδό του να δυσανασχετεί και να τραβάει το κόκκινο λουράκι του. 

Μια παρέα από μαθήτριες κατεβαίνουν με τις τσάντες κρεμασμένες χαμηλά στην πλάτη. Έχουν ένα νωχελικό βήμα που στέλνει το μήνυμα, προς κάθε κατεύθυνση, ότι έχουν κάνει κοπάνα και ψάχνουν για μέρος να πιούν καφέ. Κρατούν τσιγάρα που δεν μπορούν να καλοισορροπήσουν στα δάχτυλα τους. 

Μια κυρία λίγο μετά τα εξήντα φοράει «τα ρούχα του σπιτιού» και παντόφλες και έχει τυλιγμένα στα μαλλιά ρολά και από πάνω μια άσπρη μαντίλα. Κατευθύνεται στο κομμωτήριο που βρίσκεται στη γωνία και ανοίγει αυτή την ώρα. 

Τα μαγαζιά ανοίγουν και οι μαγαζάτορες σκουπίζουν την είσοδο και το πεζοδρόμιο. Κάποιοι άλλοι έχουν καθίσει στο σκαλάκι της εισόδου πίνουν καφέ, καπνίζουν και σχολιάζουν την επικαιρότητα. Από μπροστά τους περνάει μια κοπέλα γύρω στα είκοσι. Ψηλή, ξανθιά, όμορφα ντυμένη. Αυτομάτως η πολιτική πέφτει σε δεύτερη μοίρα. Ο νεώτερος της παρέας σχολιάζει φωναχτά. Χρόνια είχα να δω καμάκι…

Από τον δρόμο περνάει ένα μαύρο γκολφ παλιό μοντέλο. Μέσα είναι ένας νεαρός με τζελ και γυαλιά στο μαλλί. Έχει ανοίξει την ηλιοροφή και μαυρίζει την ψυχή των περιοίκων ακούγοντας Παντελίδη εις την διαπασών. 

Το απορριμματοφόρο του δήμου στέκεται στη γωνία, βάζει μπρος και η φασαρία που κάνει σχεδόν με ανακουφίζει καθώς σκεπάζει την προηγούμενη κλάψα.

Σκέφτομαι πώς θα είναι όλοι αυτοί μέχρι το μεσημέρι ή το βράδυ που θα γυρίσουν στο σπίτι.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου